Ἀποφθέγματα Ἁγίων Γερόντων:1. Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ἠλίας: Ἐγὼ τρία πράγματα φοβᾶμαι· ὅταν πρόκειται ἡ ψυχή μου νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα· ὅταν πρόκειται νὰ συναντήσει τὸν Θεὸ· καὶ ὅταν πρόκειται νὰ βγεῖ ἡ ἀπόφασή Του.
2. Ἔλεγε σὲ ἐμᾶς ὁ γέρων Μόδεστος ὁ Κωνσταμονίτης. Ἔχετε τὴν ἑκούσια τύφλωση. Μὴν βλέπετε τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων.
3. Eίπε γέρων. Τὸ θέμα τῆς σωτήριας μᾶς δὲν εἶναι θέμα εὐκαιρίας ἢ σύμπτωσης, ἀλλὰ θέμα ἐργασίας καὶ βίας. «Βιάστε ἁρπάζουσιν τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».
4. Ἔλεγε στοὺς ἐπισκέπτες του ὁ ἁπλούστατος Διονύσιος μοναχὸς γέρων Δαβὶδ περὶ τοῦ κακοῦ της κατακρίσεως. Πρόσεχε, νὰ μὴν λὲς ὁ τάδε κάνει τοῦτο καὶ ὁ ἄλλος ἐκεῖνο. Γιατί ἔτσι θὰ χάσης την Χάρη τοῦ Χριστοῦ. Καὶ γάϊδαρο νὰ τὸν δεῖς κάποιον, νὰ μὴν τὸν κοροϊδέψεις. Ἀγάπα τον πλησίον ὅπως τὸν ἑαυτό σου, ἔτσι λέει ὁ Χριστός.
Εἶπε γέρων μοναχός. Πάντα στὶς κρίσεις νὰ βάζετε ἕνα ἐρωτηματικό. Δὲν ξέρουμε τί μπορεῖ νὰ συμβαίνει.
Διηγεῖτο ὁ πολυσέβαστος ἱερομόναχος Ἔ, ἐρημίτης των Κατουνακίων. Κάποιος ἀδελφός μου εἶπε γιὰ τὴν κατάκριση. «κατακρίνω πολύ, πῶς νὰ ἀποφύγω τὴν κατάκριση;» Καὶ τοῦ εἶπα. Ὅταν πρόκειται νὰ μιλήσεις γιὰ ἕνα πρόσωπο, λέγε. Τώρα εἶναι παρών.
Πᾶρε παράδειγμα ἐσένα π.χ. ὅταν εἶσαι παρών, δὲν σὲ κατακρίνει ὁ ἄλλος, ὅταν εἶσαι ἀπών, σὲ κοπανάει στὸ κεφάλι σὲ κατακρίνει. Θυμᾶμαι ὅτι ὅταν ζοῦσε ὁ Γέροντας, τὸν κατέκρινε σὲ κάτι. Πῆγα τὸ βράδυ νὰ κάνω προσευχή. Βλέπω ντουβάρι, δὲν μπορῶ νὰ προχωρήσω τὴν εὐχή. Κύριε Ἰησοῦ.....Κύριε Ἰησοῦ .......δὲν προχωρᾶ κάπου ἔχω σφάλει σκέπτομαι, κάπου ἔχω ἁμαρτήσει. Λοιπόν; Τὴν προηγούμενη μέρα ποὺ πῆγα, τί ἔκανα, τί μίλησα, τί ἔπραξα; Τὸ βρῆκα εἶχα κατακρίνει τὸν Γέροντα μου. Ἡ ἄλλη μέρα ἦταν Κυριακὴ καὶ ἔπρεπε νὰ λειτουργήσω. Ὁ παπᾶς ἐδῶ τάχη δογματικά. Πρέπει νὰ λειτουργήσει. Ἐκτὸς ἂν ἔχει κώλυμα. Τώρα τί νὰ κάνω; Προσευχή. Θεέ μου, συγχώρεσε με. Θεέ μου ἔσφαλα. Συγχώρεσε μὲ ζητῶ συγγνώμη. Τίποτα. Καλὰ γιὰ μένα δὲν ἔχει συγχωρέσει, δὲν ὑπάρχει «εὐλόγησαν»; Ἐφ` ὅσον σὲ λύπησα, «εὐλόγησαν». Ὀφείλω νὰ ἔχω τὸ «Θεὸς σχωρὲς» Τίποτα. Μὰ ὁ Πέτρος Σὲ ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς καὶ τὸν συγχώρεσες. Ἐγὼ δὲν σὲ ἀρνήθηκα. Κατέκρινα τὸν Γεροντά μου. Ε` τώρα, βάζω κι ἐγὼ μετάνοια. Μετανόησα καὶ ζητῶ συγχώρηση. Τίποτα. Λέγοντας αὐτὰ ἔπιασα πάλι τὸ κομποσχοίνι. Τίποτα. Δὲν προχωρᾶ ἡ προσευχή. Ἄρχισα τὰ κλάματα. Ἔβγαιναν τὰ δάκρια ποτάμι. Δὲν εἶναι τόσο νὰ κατακρίνεις ἕνα ξένο, ὅσο νὰ κρίνεις τον Γεροντά σου. Ἀλίμονο σου. Κατακρίνεις τὸν ἴδιον τὸν θεό. Ἄρχισα τὰ κλάματα. Τρεῖς ὧρες ἔφαγα. Μιὰ ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς εἶναι τρεῖς ὧρες. Ἄρχισα τὰ κλάματα. Θεέ μου, θεέ μου δὲν ὑπάρχει γιὰ μένα «εὐλόγησον» ὁ Θεὸς τοῦ ἐλέους καὶ τῆς εὐσπλαχνίας εἶσαι. καὶ ἐμένα δὲν μὲ συγχωρᾶς. Ἐγώ σου λέω ‘εὐλόγησον’ Καὶ ἡ ὅσια Μαρία ἡ Αἰγύπτια ὅταν μετανόησε τὴν συγχώρησες, καὶ πολλὴ ἅγιοι ἦσαν ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ τοὺς συγχώρεσες. Καὶ Νεομάρτυρες ποὺ εἶχαν γίνει Τοῦρκοι τους συγχώρεσες καὶ τοὺς ἐλέησες. Γιὰ μένα δὲν ὑπάρχει ἔλεος δὲν ὑπάρχει συγχώρηση; Τρεῖς ὧρες ἔφαγα. Ἔκανα τὴν ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς μὲ δάκρυα. Στὸ τέλος βλέπω μιὰ εἰρήνη, μιὰ χαρὰ μέσα μου. Ἄρχισα τότε. ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ. Ἠρέμησα. Καὶ ἔτσι προχώρησα στὴν λειτουργία. Ἀλλιῶς δὲν μπορεῖς νὰ προχωρήσεις στὴ λειτουργία. Ἡ κατάκριση εἶναι μεγάλο ἁμάρτημα. Φεύγει ἡ χάρις δίχως νὰ τὸ καταλάβεις. Φοβερὸ ἁμάρτημα. Τοῦ Χριστοῦ τὴν κρίση τὴν παίρνεις ἐσύ, καὶ ἔπειτα γίνεσαι ἀντίχριστος.
5. Εἶπε γέρων. Ἡ καρδιὰ καθαρίζει μὲ ἀναστεναγμό, μὲ φιλότιμο. Νὰ βάλουμε τὴν ψυχὴ στὸ μούσκιο τῶν δακρύων. Ἀλλὰ καὶ ἕνας ἀναστεναγμὸς μὲ πόνο ψυχῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ δυὸ κουβᾶδες δάκρυα.
6. Παιδί μου συμβούλευε ὁ Ρῶσος ἀσκητὴς Τύχων, νὰ πλένεις μὲ δάκρυα τὸ ποδιὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ Χριστὸς θὰ ξεπλύνει τὶς ἁμαρτίες σου.
7. Εἶπε γέρων. Πολλοὶ ἅγιοι θὰ θελαν νὰ ζήσουν στὴν ἐποχή μας καὶ νὰ κάνουν τὸν ἀγῶνα μας.
8. Διηγήθηκε ἕνας ἀσκητής. Ἐδῶ ἔρχονται πολλοὶ φοιτητές. Κάποτε εἶχαν ἔρθει καμία δεκαριὰ καὶ ζητοῦσαν νὰ τοὺς κάνω θαῦμα. Ἐπέμεναν πολύ. Σκέφτηκα μὲ ποιό τρόπο νὰ βάλω μυαλὸ σὲ αὐτὰ τὰ παιδία. Τοὺς εἶπα. Λοιπόν, μπεῖτε στὴ σειρὰ γιὰ νὰ σᾶς κόψω τὰ κεφάλια. Μετὰ θὰ κάνω τὸ θαῦμα γιὰ νὰ σᾶς τὰ κολλήσω! Ν` ἀραιώσετε λίγο, γιατί ὑπάρχει κίνδυνος νὰ τὰ μπερδέψω. Ἕτοιμοι εἶστε; Θέλετε νὰ δεῖτε τὸ θαῦμα; Οἱ νέοι ἀντέδρασαν ἀμέσως. Ὄχι, ὄχι σὲ μᾶς πάτερ, εἶπαν μὲ μιὰ φωνή.
9. Ἔλεγε ἕνας ἡλικιωμένος μοναχὸς γιὰ τὴν ραδιενέργεια. Μάθαμε καὶ ἐμεῖς γιὰ τὴν ραδιενέργεια. Τί νὰ σᾶς πῶ; Ἂν τὸ δηλητήριο ἦταν σὲ ἕνα πρᾶγμα θὰ λέγαμε ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀποφύγουμε. Τώρα ὅμως πῆγε σὲ ὅλα, δὲν γίνεται τίποτα. Ἐμεῖς ἐδῶ στὸ ὅρος κάνουμε τὸν σταυρό μας καὶ τὰ τρῶμε ὅλα. Τί νὰ φοβηθοῦμε; Δὲν λέει κάπου καὶ ὁ Χριστὸς ὅτι οἱ πιστοὶ «κἂν θανάσιμων τί πίωσιν, οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει;». Μὴν ἀνησυχεῖτε. Ὁ κόσμος ἔχασε τὸ νόημα τῆς ζωῆς. Πρέπει ὅμως νὰ τὸ βρεῖ. Ἡ ἀπιστία κάνη μεγάλη ζημιά. Ὅλα ἀπὸ κεῖ ξεκινοῦν.
10. Εἶπε γέρων. Ταπείνωση εἶναι το κάτω σκαλοπάτι τῶν ἀρετῶν. Ἀγάπη εἶναι τὸ ἐπάνω σκαλοπάτι. Γιατί δὲν ἁγιάζουμε σήμερα; Γιατί δὲν ἔχουμε ταπείνωση.
11. Εἶπε ἡ Ἁγία Συγκλητική: Πολλοὶ ποὺ μονάζουν στὰ βουνά, πράττοντας σὰν τοὺς κοσμικούς, δὲν σώζονται. Δύναται κάποιος νὰ εἶναι μέσα σὲ πολλοὺς καὶ νὰ μονάζει, καὶ ἄλλος νὰ εἶναι μόνος του καὶ νὰ φέρεται σὰν νὰ εἶναι ἀνάμεσα σὲ πολλούς.
12. Εἶπε ὁ Ἀββᾶς Μᾶρκος στὸν Ἀββᾶ Ἀρσένιο: Γιατί φεύγεις ἀπὸ ἐμᾶς; Καὶ αὐτός του ἀπάντησε: Ὁ Θεὸς γνωρίζει ὅτι σᾶς ἀγαπῶ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι καὶ μαζὶ μὲ τὸν Θεό, καὶ μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ Ἄγγελοι ἂν καὶ χιλιάδες καὶ μυριάδες, ἕνα θέλημα ἔχουν· οἱ δὲ ἄνθρωποι πολλά. Δὲν μπορῶ νὰ ἀφήσω τὸν Θεὸ γιὰ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους.
13. Εἶπε γέρων, ὁ παπα – Βαρθολομαῖος, ἐτῶν 106, ποὺ φοροῦσε, ὅταν τὸν ἐπισκεφτήκαμε, μιὰ ζακέτα μὲ χίλια μπαλώματα. Μέσα στὴν πολυμάθεια κολλάει ἡ οἴησης. Ὅταν κολλήσει ἡ οἰήσεις φεύγει ὁ Θεὸς καὶ μένει ὁ ἄνθρωπος μόνος μὲ τὴν οἴηση.
14. Ἔλεγε ὁ Ρῶσος ἀσκητὴς παπα – Τύχων, ποὺ ἔζησε 60 χρόνια στὸ Ἅγιο Ὅρος, ἀφοῦ γύρισε 300 μοναστήρια. Ὁ Θεὸς τὸ πρωὶ εὐλογεῖ τὸν κόσμο ὅλο μὲ τὸ ἕνα του χέρι καὶ τὸν ταπεινὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ δυὸ χέρια. Καὶ προσεύχεται « Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὲ χάρισέ μου ταπείνωση» Ἄλλο παρθενιά, ἄλλο ταπείνωση συνήθισε νὰ λέει. Πολλοὶ παρθένοι ὑπερήφανοι πῆγαν στὴν κόλαση.
15. Ὅταν οἱ ἀδελφοὶ καὶ πατέρες εὔχονταν τὸν Νεοσκητιώτη γέροντα Θεοφύλακτο «καλὸ Παράδεισο», ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε. Δὲν εἶναι ἀχυρῶνας ὁ Παράδεισος γιὰ νὰ δεχτεῖ ἐμένα τὸ ζώων! Τέτοια αὐτομεμψία εἶχαν οἱ ἅγιοι πατέρες.
16. Εἶπε γέρων. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἀγωνίζεται ποὺ κα ποὺ μὲ φιλότιμο, ἀλλὰ νὰ μὴν ἔχει μεγάλη πρόοδο, γιατί δὲν ἔχει ταπείνωση. Ἐνῷ ἄλλοι ἀγωνίζονται λιγότερο (ἄσκηση, νηστεία κ.λ.π.) καὶ προοδεύουν πολὺ περισσότερο, γιατί ἔχουν πολλὴ ταπείνωση καὶ αὐτὴ ἀναπληρώνει πολλά.
17. Ἔλεγε ἕνας ἀσκητής. Ὁ ἄνθρωπος δίνεται πρῶτα ὅλος στὸν Θεὸ καὶ μετὰ ὁ Θεὸς τὸν καθαρίζει καὶ τὸν δίνει στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ὅτι εἶναι χειρότερος ὅλων, τότε ἕνα «Κύριε ἐλέησον», ποὺ θὰ πεῖ γιὰ τὸν κόσμο ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὰ χίλια «Κύριε ἐλέησον» τοῦ ἄλλου.
18. Εἶπε γέρων. Ὁ Θεός μας δίνει πολλὲς εὐκαιρίες γιὰ νὰ κερδίσουμε τὸν Παράδεισο, ἀλλὰ ἐμεῖς τὶς εὐκαιρίες δὲν τὶς δεχόμαστε ὅλες, τὶς διώχνουμε.
Μὴν ἔχετε ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό σας ἡ αὐτοπεποίθηση εἶναι μεγάλο ἐμπόδιο στὴ Θεία Χάρη. Ἐμπιστοσύνη ἀπόλυτη νὰ ἔχουμε μόνο στὸ Θεό. Ὅταν ἐμεῖς ἀναθέτουμε τὰ πάντα σὲ Αὐτόν, ὁ Θεὸς ὑποχρεώνεται νὰ μᾶς βοηθήσει.
19. Ρωτήθηκε κάποτε ἕνας ἐρημίτης. Πὼς πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ ἐγκώμια; Καὶ ἀπάντησε. Νὰ ἔχετε ταπείνωση καὶ νὰ γνωρίζεται καλὰ τὸν ἑαυτό σας. Νὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα. Ὅταν σκαλίζω στὸ ξύλο τὴν μορφὴ ἁγίου καὶ τελειώνω, νομίζω ὅτι εἶναι καλή. Τὴν ξανακοιτάω μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ βλέπω ὅτι ἔχει ἐλλείψεις. Ἂν βάλω τὸν φακὸ θὰ δῶ ὅτι δὲν εἶναι τίποτα τὸ σπουδαῖο. Τὸ ἴδιο πάλι καὶ μὲ τὰ χέρια. Βλέπουμε ὅτι εἶναι καθαρά. Ἂν βάλουμε ὅμως τὸν φακό, θὰ δοῦμε ὅτι ἔχουν βρωμιὰ καὶ πολλὰ μικρόβια. Ἔτσι, νὰ κοιτᾶμε προσεκτικὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ θὰ Βλέπουμε ὅτι δὲν εἴμαστε τίποτα κι ἂς λέει ὁ κόσμος.
20. Γέροντα ἔχω τόσα χρόνια στὸ Ἅγιο Ὅρος καὶ δὲν εἶδα καμία ὀπτασία ἢ κανένα ὅραμα ἢ δὲν εἶχα κάποια πληροφορία πνευματική, ἔλεγε στὸν γέροντα πατέρα Ἰωακεὶμ ὁ τώρα στὴν Ἀγγλία, Ἁγιορείτης Ρῶσος ἱερομόναχος Σωφρόνιος, ὁ κτήτορας τῆς ἐκεῖ ἱερᾶς Μονῆς καὶ ὁ συγγραφέας τοῦ βίου τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ. Τοῦ ἀπάντησε ὁ γέρων Ἰωακείμ. Ποιός σοῦ χάρισε ὑπομονὴ καὶ κάθεσαι στὸ Ὅρος καὶ μάλιστα στὰ φρικτὰ Καρούλια, παρὰ ὁ Θεός. Θὰ μποροῦσες νὰ μείνεις χωρὶς ἐμφανῆ την Χάρη τοῦ Θεοῦ; Ἄλλο θαῦμα μεγαλύτερο ἀπὸ αὐτὸ μὴν ζητᾶς καὶ χάρισμα ψηλότερο μὴν θέλεις.
21. Εἶπε γέρων. Γιὰ τοὺς ἄσπλαχνους ποὺ πεθαίνουν νὰ κάνετε μνημόσυνα καὶ προπαντὸς ἐλεημοσύνη. Ἐλεημοσύνη. Ὑπάρχουν πολλοὶ πτωχοί. Σ` αὐτοὺς νὰ δίνεται. Στὰ μνημόσυνα νὰ χρησιμοποιεῖται κόλλυβα καὶ ὄχι γλυκά, ὅπως κάνουν πολλοὶ τώρα τελευταῖα.
22. Eνας μονάχος ρώτησε τοὺς ἐπισκέπτες του. Ἐσεῖς τί δουλεία κάνετε; Γέροντα δὲν ἔχουμε καλὸ ἐπάγγελμα. Ἔμποροι εἴμαστε, ἀπάντησαν μὲ συστολή. Ἔχουμε ἀδελφοί μου, μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ καλοὺς ἐμπόρους. Ἀλήθεια, γιὰ πεῖτε μου τί κάνετε ὅταν ἀκριβαίνουν τὰ πράγματα; Πουλᾶτε καὶ τὰ παλιά, ποὺ εἴχατε στὸ μαγαζὶ μὲ καινούργιες τιμές; Ναὶ γέροντα. Πῶς νὰ κάνουμε ἀλλιῶς; Πρέπει νὰ ξαναφέρουμε πρᾶγμα στὸ μαγαζί. Καλά, ἀλλὰ ἐσεῖς ἀπὸ τὰ παλιὰ βγάζετε δυὸ φορὲς κέρδος. Φυσικὰ δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ πουλήσετε μὲ τὶς παλιὲς τιμές, γιατί θὰ ἀντιδράσουν οἱ ἄλλοι ἔμποροι. Ἐσεῖς ὅμως, τὸ δεύτερο κέρδος, ποὺ βγάζεται ἀπὸ τὰ ἐμπορεύματα ποὺ εἴχατε στὸ μαγαζί, νὰ τὸ δίνετε ἐλεημοσύνη.
Ὅταν ὑπηρετοῦσε ὁ γέρων Ἀρτέμιος σὲ ἕνα Γρηγοριάτικο μετόχι στὴν Ἄρτα καὶ πήγαινε νὰ ψωνίσει, στὴν ἀγορά, ἐπέστρεφε μὲ ἄδεια χέρια. Ὅτι εἶχε τὸ μοίραζε σὲ πτωχοὺς καὶ γεροντάκια.
23. Ἕνας μοναχὸς ρώτησε ἕνα ἄλλο γέροντα, ἡλικίας ἄνω τῶν 100 χρονῶν. Τώρα ποὺ θὰ φύγεις ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ κόσμο τί αἰσθάνεσαι; Αἰσθάνομαι τόσο χαρούμενος καὶ εἰρηνικὸς σὰν νὰ πηγαίνω σὲ γάμο εἶπε.
24. Ὁσιακὴ ἡ ζωή, ὁσιακὸ καὶ τὸ τέλος τοῦ ἐρημίτου Φιλάρετου φίλου τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἐρήμου. Λίγο πρὶν κοιμήθη, κάλεσε δυὸ ἀδελφούς των Δανιηλαίων, Δανιὴλ καὶ Ἀκάκιο καὶ ἀφοῦ τοὺς εἶπε πολλὰ περὶ τῆς νοερᾶς προσευχης καὶ τὴν μοναχικῆς πολιτείας, κατόπιν σηκώθηκε ὄρθιος καὶ παρακάλεσε νὰ τοῦ ψάλουν τὸν ἐθνικὸ ὕμνο του Ἄθωνος, δηλαδὴ τὸ «Ἄξιον ἐστίν». Στάθηκε προσοχὴ καὶ ἄκουσε εὐφραινόμενος καὶ μὲ δάκρυα ὡς συνήθως. Μετα τοὺς ἀγκάλιασε τοὺς ἠσπάσθη μὲ τὸ ἐν Χριστῷ ἀσπασμὸ καὶ τοὺς εἶπε. Ἀδέλφια μου, ἀγγελούδια τῆς Παναγίας, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ξαναδῶ μὲ τὰ μάτια τοῦ σώματος μου, γιατί μὲ κάλεσε ὁ Κύριος, μὲ τὴν πρεσβεία τῆς Παναγίας καὶ τῶν ἁγιορειτῶν Πατέρων, νὰ μὲ πάρει στὰ οὐράνια θεῖα Σκηνώματα. Τὴν ἄλλη μέρα ποὺ τὸν ἐπισκέφτηκαν νὰ τὸν δοῦν καὶ νὰ λάβουν τὴν εὐχή του, εἶχε σχηματιστεῖ μόνος του μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια; Πάνω στὸ ξύλινο κρεβατάκι του μὲ τὰ μάτια κλειστά, σὰν νὰ κοιμᾶται τὸν φυσικὸ ὕπνο.
25. ‘Ὅταν διορθώσω ἐγὼ τὸν ἑαυτό μου, διορθώνεται ἕνα κομμάτι τῆς Ἐκκλησίας, ὁπότε μποροῦμε νὰ συνεννοηθοῦμε. ‘Ἕνα εἶναι τό ‘Ἅγιο Πνεῦμα. Τώρα οἱ ἄνθρωποι κάνουν πολλὰ πνεύματα. Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω.
25. «Στὴν Πνευματικη Ζωη Δὲν Θὰ Βαλη Κανεις Γιὰ Προτυπο Τοὺς Κοσμικους Ἄλλα Τοὺς Ἅγιους. Καλὰ εἶναι νὰ παίρνη κάθε ἀρετὴ καὶ νὰ βρίσκη τόν ‘Ἅγιο ποὺ τὴν εἶχε, νὰ μελετᾶ τὸ βίο του, καὶ τότε θὰ βλέπη ὅτι δὲν ἔχει κάνει τίποτε καὶ θὰ προχωρῇ μὲ ταπείνωση.
26. ΕΙΠΕ Ὁ ΓΕΡΟΝΤΑΣ Παϊσιοσ:
"Ρῖξτε τὸ μεγαλύτερο βάρος τοῦ ἀγῶνος σᾶς ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, γιατί αὐτὴ θὰ σᾶς κρατάει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεό. Καὶ ἡ ἐπαφὴ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι συνεχής.
Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς,είναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀγγαρεία
Ὁ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΣ ΕΝΑΣ ΠΟΝΟΣ...
Πονάει δηλαδὴ γιὰ καταστάσεις, γιὰ ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀνταμείβεται γι’ αὐτὸν τὸν πόνο μὲ θεία παρηγοριά.
Νοιώθει πόνο, ἀλλὰ νοιώθει μέσα του τὴ θεία παρηγοριά, γιατί κάνει ρίψεις μὲ εὐλογίες ὁ Θεὸς ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὴν ψυχὴ καὶ ἀγάλλεται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν θεϊκὴ ἀγάπη.
Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρά, ἡ πνευματικὴ χαρά, ποὺ δὲν ἐκφράζεται καὶ πλημμυρίζει τὴν καρδιά.
Ὁσίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ
«Χρίστὸς Ἀνέστη, χαρά μου!».
«Ὅτε ἐλάλουν ἐκ τοῦ νοὸς μοῦ συνέβαινον σφάλματα».
«Νηστεία δὲν εἶναι μόνο νὰ τρὼῃ κανεὶς ἀραιά, ἀλλὰ καὶ νὰ τρὼῃ λίγο. Δὲν εἶναι φρόνιμο αὐτὸς πὸὺ νηστεύει, νὰ περιμὲνῃ μὲ ἀνυπομονησία τὴν ὥρα τοῦ γεύματος καὶ νὰ ρίχνεται μὲ βουλημία – σωματικὴ καὶ πνευματικὴ στὸ φαγητό. Ἡ ἀληθινὴ νηστεία ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι μόνο στὸ νὰ δαμὰζῃ κανεὶς τὸ σῶμα του, ἀλλὰ καὶ στὸ νὰ στερῆται, προκειμένου νὰ δῶσῃ ψὼμὶ σ᾿ ἐκεῖνον πὸὺ δὲν ἔχει.»
«Ἀπόκτησε τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ χιλιάδες θὰ βροῦν κοντὰ σοῦ τὴ σωτηρία».
«Ἂν εἶσαι σὼστὸς χριστιανός, χιλιάδες ἄνθρωποι γύρω σου – βλέποντάς σε θὰ σωθοῦν.»
«Ἂς μὴν ἀκολουθοῦμε τὸ δρόμο τῆς ἀπογοητεύσεως, διακήρυττε, κτυπῶντας χαρούμενα τὸ πόδι του στὸ ἔδαφος. Ὁ Χρὶστὸς τὰ νίκησε ὅλα. Ἀνέστησε τὸν Ἀδάμ. Ἔδωσε πάλι στὴν Εὔα τὴν ἀξιοπρέπειά της. Ἐθανάτωσε τὸν θάνατο».
«Γιατί ζῇς χωρισμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκα σου; Πήγαινε γρήγορα νὰ τὴν ξαναβρῇς. Πήγαινε.» (Σὲ ἄνδρα πὸὺ ζοῦσε χωρισμένος ἀπὸ τὴ γυναῖκα του).
«Ἐὰν πιστεύῃς, χαρά μου, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι...»
«Ἡ ζωή μας, μπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ μία λαμπάδα καμωμένη ἀπὸ κὲρὶ καὶ φυτίλι, πὸὺ καίει μὲ μία φλόγα πὸὺ ἐμεῖς ἀνάψαμε. Τὸ κέρὶ – εἶναι ἡ πίστη μας. Τὸ φυτίλι ἡ ἐλπίδα μας. Καὶ ἡ φλόγα – ἡ ἀγάπη πὸὺ ἑνώνει τὴν πίστη μὰζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅπως τὸ κὲρὶ καὶ τὸ φυτίλι καῖνε μὰζὶ μὲ ἀποτέλεσμα τὴ φωτιά. Ἕνὰ κὲρὶ κακῆς ποιότητας βγάζει, ὅταν τὸ ἀνὰβῃς καὶ ὅταν τὸ σβήνῃς, μία ἄσχημη μυρωδιά. Ὅμοια εἶναι καὶ ἡ ζῶὴ ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ...».
«Τὸ πᾶν εἶναι ν᾿ ἀποφασίσεις κάτι. Ἡ ἀπόφαση εἶναι ἡ ἀρχή.»
27. Ἁγίου Σιλουανοῦ
«Κράτα τὸν νοῦ σοῦ στὸν ᾅδὴ καὶ μὴ ἀπελπίζου»
28. Στάρετς Βαρσανούφιος
Τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νὰ τὴν λέμε ὁλόκληρη. Χὼρὶς νὰ τὴν περικόπτωμε. Αὐτὴν τὴν παρακαταθήκη μᾶς ἔδωσαν οἱ ἅγιοι Γέροντες. Καὶ ὁ τόνος νὰ πὲφτῃ στὴν τελευταία λέξη: «τὸν ἁμαρτωλόν». Σκὸπὸς τῆς προσευχῆς αὐτῆς εἶναι πάντοτε ἕνας: ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ».
29. Πάτὴρ Ἀρσένιος
«Κάθε ἄνθρωπος, φεύγοντας ἀπὸ τὴ ζωή, πρέπει κάτι νὰ ἀφήσει πίσω του: Τὸ σπίτι πὸὺ ἔχτισε, τὸ δέντρο πὸὺ φύτεψε, τὸ βιβλίο πὸὺ ἔγραψε... Καὶ αὐτὰ ὄχι γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γιὰ τὸ συνάνθρωπό του. Ἀκόμα καὶ μετὰ τὸ θάνατό σου, θὰ ἐξακολουθήσει νὰ ὑπάρχει κάτι ἀπὸ σένα σ᾿ ὅλα ὅσα ἄγγιξαν τὰ χέρια σου. Οἱ ἄθρωποι θὰ σὲ θυμοῦνται, ὅταν θὰ βλέπουν μὲ χὰρὰ αὐτὰ πὸὺ τὸὺς ἄφησες καὶ θὰ δοξάζουν τὸν Κύριο. Δὲν ἔχει σημασία τὸ τί ἔκανες, φτάνει νὰ τὸ ἔκανες στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ ἀγάπη στὸν ἄνθρωπο...».
30. Μέγας Φιλάρετος τῆς Μόσχας
«Οἱ ὁρατὲς ἀλλὰ μὴ πραγματικὲς ἀρετὲς μᾶς μᾶς ἐμποδίζουν νὰ δοῦμε τὶς ἀόρατες, μὰ πραγματικὲς ἁμαρτίες μας».
Ἔλεγε ὁ γέροντας. Οὔτε τὰ πλούτη νὰ σᾶς κάνουν ἐντύπωση, οὔτε οἱ δόξες, ἀλλὰ πάντοτε νὰ βαδίζετε δίκαια. Τὸ ψωμί σας νὰ τὸ τρῶτε μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα σας κι ὄχι μὲ ἀδικίες. Αὐτὰ ποὺ θὰ κερδίζεται μὲ τὴν τιμιότητα σας, νὰ μὴν τὰ σκορπίζεται ἄσκοπα. Νὰ ζεῖτε τίμια καὶ ταπεινὰ καὶ ὅσο μπορεῖτε νὰ ἁπλώνεται τὸ χέρι σας στὴν ἐλεημοσύνη. Νὰ μὴν σκέπτεστε μόνο τί θὰ φᾶτε, τί θὰ φορέσετε, τί μεγάλο σπίτι θὰ κτίσετε. Περισσότερο νὰ προτιμᾶτε τὰ σπίτια τῶν θλιμμένων καὶ ὄχι τῶν χαρούμενων. ἐὰν κάνετε ἔργα καλά, θὰ ἔχετε μεγάλο μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Θ` ἀξιωθεῖτε νὰ δεῖτε θαύματα καὶ στὴν ἄλλη ζωή, θὰ ἔχετε ἀπέραντη ἀγαλλίαση.
Ὅσιος Γεώργιος Καρσλίδης
Δῶσε ψωμί, ὅσο μπορεῖς. Δὲν ἔχεις ψωμί; Δῶσε τοὐλάχιστον ἕναν ὀβολό. Δὲν ἔχεις ὀβολό; Δῶσε ἕνα ποτήρι δροσερὸ νερό. Δὲν ἔχεις οὔτε αὐτό; Πένθησε μαζὶ μὲ τὸν θλιμμένο καὶ θὰ λάβεις μισθό. Γιατί ὁ μισθὸς ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴ προαίρεσή σου καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ τί μπόρεσες νὰ κάμεις.
Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου
Ἄλλο πρᾶγμα νὰ φοβεῖσαι τὸν Θεὸ καὶ ἄλλο νὰ ἐφαρμόζεις τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.
Συμεὼν ὁ ν. Θεολόγος
Πόσοι καὶ πόσοι δὲν πολέμησαν κατὰ καιροὺς τὴν Ἐκκλησία!
Ἐκεῖνοι χάθηκαν, μὰ ἡ Ἐκκλησία ὑψώθηκε ὡς τοὺς οὐρανούς!
Αὐτὸ εἰναι τὸ μεγαλεῖο της...
Τὴν πολεμοῦν καὶ νικᾶ!
Τὴν ἐπιβουλεύονται καὶ ἐκείνη θριαμβεύει!
Τὴν ὑβρίζουν καὶ φανερώνεται λαμπρότερη!
Δέχεται χτυπήματα καὶ ἀντὶ νὰ κλονίζεται, στερεότερη γίνεται!
Κλυδωνίζεται, ἀλλὰ δὲν καταποντίζεται!
Χειμάζεται, ἀλλὰ δὲν ναυαγεῖ!
Παλεύει, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ὑποκύπτει.
31. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος
*Ἀπὸ ἐκείνους πὸὺ διανυκτερεύουν στὰ πανδοχεῖα, μερικοὶ βρίσκουν κρεβάτια. ἄλλοι δὲν ἔχουν κρεβάτι. κοιμοῦνται στὸ πάτωμα καὶ ἐντούτοις ροχαλίζουν ὅπως κι ἐκεῖνοι πὸὺ κοιμοῦνται σὲ κρεβάτι. Κι ὅταν περάσει ἡ νύχτα, πρώὶ-πρωὶ ἀφήνουν τὸ κρεβάτι τους καὶ τὸ πανδοχεῖο καὶ φεύγουν ὅλοι μάζὶ, ἔχοντας μόνο τὰ πράγματά τους. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλοι ὅσοι γεννιοῦνται σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ ὁὶ φτωχοὶ καὶ ὁὶ πλούσιοι καὶ ἐπίσημοι, βγαίνουν ἀπὸ τὴ ζῶὴ σὰν ἀπὸ πανδοχεῖο, χὼρὶς νὰ παίρνουν μαζί τους τίποτε ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τοῦ βίου καὶ ἀπὸ τὰ πλούτη τους, παρὰ μόνον τὰ ἔργα τους, κὰλὰ ἢ κάκὰ, ὅσα ἔκαναν στὴ ζωή τους.
32. Ἅγιος Ἀντώνιος
*Μόνο μιὰ ἀρετὴ ὑπάρχει, τὴν ὁποία δὲν μποροῦν νὰ μιμηθοῦν οἱ δαίμονες: ἡ ταπείνωση.
33. Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος
Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀποκτήσετε τὴν ταπείνωση. Εἶναι εὐωδία καὶ ἔνδυμα Χριστοῦ. Γιὰ χάρη της ὅλα θὰ τὰ συγχωρήσει ὁ Θεός. Δὲ θὰ ἐξετάσει τὶς ἐλλείψεις ποὺ ἔχει ὁ ἀγῶνας μας. Ἐνῷ χωρὶς ταπείνωση, καμία ἄσκηση δὲ θὰ μᾶς βοηθήσει. Μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθεῖ. Χωρὶς αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο, δὲ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει μὰ μποῦμε στὸν παράδεισο ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ ταπεινούς».
34. Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος
*»Μὴν ἀγωνιᾶς γιὰ τίποτε ἀφοῦ ὁ Κύριος σοῦ εἶναι παρὼν στὴ ζωή σου.
Ἡ ἀγκάλη του σὲ περιβάλλει ἀπὸ παντοῦ.
Βρίσκεται, ὄχι μονάχα γύρω σου, ἀλλὰ μέσα σου,
γνωρίζοντας ὅλους τοὺς λογισμοὺς τὶς ἀνάγκες καὶ τοὺς πόθους σου».
35. ‘Ἅγιος Ἰωάννης της Κροστάνδης
*»Μὴν ἀγωνιᾶς γιὰ τίποτε ἀφοῦ ὁ Κύριος σοῦ εἶναι παρὼν στὴ ζωή σου.
Ἡ ἀγκάλη του σὲ περιβάλλει ἀπὸ παντοῦ.
Βρίσκεται, ὄχι μονάχα γύρω σου, ἀλλὰ μέσα σου,
γνωρίζοντας ὅλους τοὺς λογισμοὺς τὶς ἀνάγκες καὶ τοὺς πόθους σου».
36. ‘Ἅγιος Ἰωάννης της Κροστάνδης
*»Ὀφείλετε νὰ προσέχετε πολὺ στὶς μεταξύ σας σχέσεις
καὶ νὰ εὐλαβεῖστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ.
Μὴν ἀποβλέπετε ποτὲ στὸ σῶμα, ἀλλὰ στὴν ψυχή»
37. Ἅγιος Νεκτάριος
*»Ὁ πνευματικὸς πλοῦτος εἶναι σὰν τὸν ἥλιο.
Μοιράζεται σ’ ὅσους τὸν βλέπουν καὶ ἀνήκει στὸν καθένα»
38. Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης
«Κανένας ἄνθρωπος ποὺ δὲν πέρασε ἀπὸ θλίψεις,
δὲ θὰ γίνει δεκτὸς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ»
39. Μέγας Ἀντώνιος
Νὰ θυμᾶσαι πάντοτε, ὅτι τὸ σήμερα εἶναι δικό σου, τὸ αὔριο εἶναι στὸ χέρι τοῦ Θεοῦ. Καὶ Ἐκεῖνος ποὺ σοῦ ἔδωσε τὸ πρωί, δὲν σοῦ ὑπόσχεται καὶ τὸ βράδυ.
40. Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης
Τὸ πίπτειν ἀνθρώπινον, τὸ ἐμμένειν ἑωσφορικόν, τὸ μετανοεῖν θεῖον.
«Μὴ σφόδρα θαρρεῖν, μὴδ’ ἀπελπίζειν ἄγαν. Τὸ μὲν γὰρ ἐκλύει,τό δ’ανατρέπει».-Μετάφραση: Μὴν θαρεύεσαι ὑπερβολικά, οὔτε νὰ ἀπελπίζεσαι πολύ. Διότι τὸ μὲν πρῶτο χαλαρώνει τὴ ζωή, τὸ δὲ δεύτερο τὴν ἀνατρέπει.
«Μὴ εἷς αὔριον ἀναβάλλου ἢ γὰρ αὔριον οὐδὲ ποτε λαμβάνει τέλος».
Δὲ μπορεῖς νὰ εἶσαι ἥλιος; Τότε γίνε σελήνη.
Ἡ συναίσθηση τῆς ἄγνοιας εἶναι ἕνα μεγάλο βῆμα πρὸς τὴ γνώση.
Κλαῦσον τοὺς ἀμετανοήτους, κλαῦσον τους μηδέποτε μετανοήσαντες.
Ὅταν ἀνακαλύπτεις τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς σου, ἀνακαλύπτεις τὴ πύλη τοῦ οὐρανοῦ
Τοῦτο εἶναι ποὺ ἀνατρέπει ὅλη τὴν οἰκουμένη. Ἡ ἀμέλεια ποὺ δείχνουμε γιὰ τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν μας
Ἡ μὲν ἀπελπισία αὐτὸν ποὺ ἔπεσε δὲν τὸν ἀφήνει νὰ σηκωθεῖ, ἡ δὲ ἀμέλεια τὸν ὄρθιο καταφέρνει νὰ τὸ γκρεμίσει.
Ἡ ἐλπίδα, ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια καὶ τὴ σωτηρία.
Ὅταν δυστυχοῦμε εἶναι φυσικὸ νὰ πλησιάζουμε τὸ Θεό. Τὸ σπουδαῖο καὶ θαυμαστὸ εἶναι νὰ μᾶς διακρίνει εὐλάβεια ὅταν εὐτυχοῦμε.
Ἀνώφελη εἶναι ἡ νηστεία, ὅταν περιορίζεται μόνο στὶς τροφές.
Ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται ἐπιεικὴς στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ αὐστηρὸς στοὺς δικαίους.
Ὡς φτωχοὺς βλέπει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ Θεὸς καὶ τοὺς ἐλεεῖ, ὡς πλούσιους βλέπει τοὺς ἐνάρετους καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζει ἀπαιτητικά.
Ἡ μετάνοια χωρὶς ἐλεημοσύνη εἶναι νεκρὴ καὶ χωρὶς φτερά.
Ὅποιος ἐλεεῖ τὸ φτωχὸ δανείζει τὸ Θεό, μὲ βέβαιη ἐπιστροφὴ τοῦ δανείου του.
Ὁ πλούσιος μπορεῖ νὰ δικαιωθεῖ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ ὁ φτωχὸς μὲ τὴ ὑπομονή.
Μὲ τὴ μετάνοια σβήνουμε κάθε ἁμαρτία στὸ ἄπειρο πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστὸς δὲ ντρέπεται νὰ ἁπλώσει τὸ χέρι του νὰ πάρη λίγη ἐλεημοσύνη τοῦ πτωχοῦ, καὶ ντρέπεσαι σὺ νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι νὰ δώσεις λίγον ἀργύριον ἢ καὶ ἄρτον;
Ἡ πρώτη θυγάτηρ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, αὐτὴ ἡ ἐλεημοσύνη κατέπεισε τὸν Θεὸ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπον.
...οὕτω εἶναι καὶ ἐκεῖνος, ὅπου πλεονεκτεῖ πάντοτε νὰ πλουταίνει, καὶ αὐτὸς πάλιν πτωχὸς εἶναι. Εἰς ὅλη του τὴ ζωὴ ζητιάνος.
Πλoύτον, τὸν γεννήτορα πάσης παρανομίας, τὸν εὐρετὴν πάσης κακίας, τὸν συνεργὸν τῆς ψυχοφθόρου γαστριμαργίας καὶ ἀντίπαλον τῆς ἐγκρατείας, τὸν πολέμιον τῆς σωφροσύνης, τὸν πάσης ἀρετῆς κρυπτὸν κλέπτην.
Ὁ φθόνος τους τῆς ψυχῆς ὀφθαλμοὺς πηροί(τυφλώνει).
Ὅπως τὸ σῶμα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὑλικὴ τροφή, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ καθημερινὴ ὑπόμνηση καὶ τροφὴ πνευματική.
Δὲν εἶναι δυνατὸ ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἀρετὴ νὰ μὴν ἔχει πολλοὺς ἐχθρούς.
41. Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
Ὁ Χριστὸς τὰ πάντα
Ἐγὼ πατήρ, ἀδελφός, νυμφίος, οἰκία, τροφή, ἔνδυμα, ρίζα, Θεμέλιο, ὅ,τι θέλεις ἐγώ, νὰ μὴν ἔχης ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε. Ἐγὼ καὶ θὰ σὲ ὑπηρετήσω· διότι ἦλθα νὰ διακονήσω, ὄχι νὰ διακονηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι φίλος καὶ μέλος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μητέρα, ὅλα ἐγὼ ἀρκεῖ νὰ ἔχης οἰκειότητα πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς καὶ περιπλανώμενος διὰ σὲ’ ἀνέβηκα εἰς τὸν Σταυρὸν καὶ ἐτάφην διὰ σὲ· εἰς τὸν οὐρανὸν διὰ σὲ ἱκετεύω τὸν Πατέρα- κάτω εἰς τὴν γῆν ἐστάλην ἀπὸ τὸν Πατέρα ὡς πρεσβευτὴς διὰ σέ.
Σὺ εἶσαι δι΄ ἐμὲ τὰ πάντα καὶ συγκληρονόμος καὶ ἀδελφὸς καὶ φίλος καὶ μέλος τοῦ σώματος μου.
Διατὶ λοιπὸν ἀποστρέφεσαι αὐτὸν ποῦ σὲ ἀγαπᾶ; Διατὶ κοπιάζεις διὰ τὸν κόσμον;
Τί περισσότερον θέλεις ἀπὸ ἐμέ;
42. Πίστη εἶναι .. νὰ πιστεύεις αὐτὸ ποὺ δὲν βλέπεις ,
ἡ ἀνταμοιβὴ εἶναι νὰ δεῖς αὐτὸ ποὺ πιστεύεις.
43. Ἱερὸς Αὐγουστῖνος
Ἐλπίζω νὰ προοδεύσετε σὲ ἀρετές. Κι αὐτὸ θὰ συμβεῖ ἂν ζήσετε μὲ προσοχὴ καὶ δὲν ἀμελεῖτε τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Γιατὶ εἶναι τὸ κεφάλαιο καὶ ἡ ἀρχὴ ὅλων τῶν ἀρετῶν. Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ προφυλάξει τόσο τὴν ψὺχὴ ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ πονηροῦ δαίμονα ὅσο ἡ νοερὰ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἡ θὲρμὴ ἱκεσία.
Γέροντας Ἱλαρίων: (Ὑποτακτικός του Ἀββᾶ Ναζαρίου)
Νὰ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ θὰ τὸν παρακαλᾶς πονεμένος καὶ ταπεινωμένος, θὰ σοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες σου καὶ θὰ σὲ κάνει καλὰ καὶ στὸ σῶμα. Ὅταν προσεύχεσαι, νὰ ξεχνᾶς τὴν σωματική σου ἀρρώστια, νὰ τὴν ἀποδέχεσαι σὰν κανόνα, σὰν ἐπιτίμιο, γιὰ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Γιὰ τὰ παραπέρα μὴν ἀνησυχεῖς, ἄφησέ τα στὸ Θεὸ κι ὁ Θεὸς ξέρει τὴ δουλειά Του. Οἱ ἀσθένειες μᾶς βγάζουν σὲ καλό, ὅταν τὶς ὑπομένουμε ἀγόγγυστα, παρακαλῶντας τὸ Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ δοξάζοντας τὸ ὄνομά Του. Ἡ μεγάλη λύπη καὶ ἡ στενοχώρια δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου. Νὰ γεμίσεις τὴν ψυχή σου μὲ Χριστό, μὲ θεῖο ἔρωτα, μὲ χαρά. Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ θὰ σὲ γιατρέψει. Ὁ Θεὸς φροντίζει ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ γιά μας, δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν κόσμο. Ὁ Θεός μας ἀγαπάει πολύ, μᾶς ἔχει στὸ νοῦ Τοῦ κάθε στιγμὴ καὶ μᾶς προστατεύει. Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καὶ νὰ μὴ φοβούμαστε τίποτε.
Ἔλεγαν γιὰ ἕνα γέροντα στὴ Θηβαίδα, τὸν ἀββᾶ Ἀντιανό, ὅτι στὴ νεότητα τοῦ ἔκανε πολλὲς μοναχικὲς ἀσκήσεις, καὶ ὅταν γέρασε ἀσθένησε καὶ τυφλώθηκε.
Λόγῳ, λοιπόν, τῆς ἀσθένειας τοῦ οἱ ἀδελφοὶ τὸν φρόντιζαν πολὺ καὶ τὸν ἀνέπαυαν καὶ τοῦ ἔδιναν τὴν τροφὴ στὸ στόμα του. Καὶ ρώτησαν γι’ αὐτό τον ἄββα Αἰώ: «τί θὰ συμβεῖ μ’ αὐτὴ τὴν πολλὴ φροντίδα καὶ ἀνάπαυση;». Καὶ τοὺς ἅπαντα: «Σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν ἢ καρδιά του (τοῦ Γέροντα) ἐπιθυμεῖ καὶ ἀποδέχεται μὲ εὐχαρίστηση αὐτὴ τὴν φροντίδα, στὴν περίπτωση (γιὰ παράδειγμα) ποὺ φάει ἕνα καρπὸ ἀπὸ φοίνικα, ὃ Θεὸς τὸ ἀφαιρεῖ αὐτό -ἀπὸ τοὺς (προηγουμένους ἀσκητικοὺς) κόπους του• ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ἀποδέχεται μὲ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ τὴν δέχεται χωρὶς νὰ τὴν ἐπιθυμεῖ, ὃ Θεὸς διατηρεῖ τους (προηγούμενους) κόπους του στὸ ἀκέραιο, ἐπειδὴ αὐτὸ γίνεται χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ πίεση. Καὶ ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ τὸν φροντίζουν θὰ ἔχουν τὸν (πνευματικὸ ) μισθό τους».
44. Ἀββᾶ Hρακλείου: Στὶς μέρες τῶν πατέρων μᾶς ἀγαπώνταν οἱ τρεῖς αὐτὲς ἀρετές, ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ πραότης καὶ ἡ ἐγκρατεία· τώρα δὲ ἐπικρατεῖ στοὺς μοναχοὺς ἡ πλεονεξία καὶ ἡ γαστριμαργία καὶ ἡ θρασύτης. Ὅ,τι θέλεις κράτησε.
45.Έλεγε ὁ ἀββᾶς παμβώ, ὅτι τέτοιο ἱμάτιο πρέπει νὰ φορᾶ ὁ μοναχός, ὥστε νὰ τὸ βάλει ἔξω ἀπὸ τὸ κελὶ τρεῖς ἡμέρες καὶ κανεὶς νὰ μὴν τὸ παίρνει.
46. Eίπε ὁ ἀββᾶς Παφνούτιος, ὁ μαθητὴς τοῦ ἀββᾶ Mακαρίου, ὅτι ἔλεγε ὁ γέρων:
Ὅταν ἤμουν παιδὶ ἔβοσκα τὰ βόδια, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ· κι ἐπῆγαν νὰ κλέψουν σῦκα καὶ καθὼς ἔτρεχαν, ἔπεσε ἕνα ἀπὸ αὐτά, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐπῆρα, τὸ ἔφαγα· καὶ ὅταν τὸ ἐνθυμοῦμαι, κάθομαι καὶ κλαίω.
καὶ λέγει ὁ γέρων... πάντως γνώριζε τοῦτο, ὅτι ὅταν ἀκούσεις γέροντα νὰ ἐπαινεῖ τὸν πλησίον περισσότερον ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς ἔφθασε σὲ ὑψηλὰ μέτρα τελειότητας. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ τελειότης, νὰ δοξάζεις τὸν πλησίον περισσότερον ἀπ΄τον ἑαυτό σου.
Εἶπε ὁ Γέροντας Ἰωήλ: «Ὅταν κάνεις τὸ καλὸ καὶ δὲν σοῦ τὸ ἀναγνωρίσουν ἁπλῶς, τότε τὸ καλὸ ποῦ ἔκανες εἶναι μόνο ἀρραβωνιασμένο μὲ τὴν ἀμοιβὴ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὅμως κάνεις τὸ καλὸ καὶ βρεῖς καὶ τὸ μπελᾶ σου, τότε τὸ καλὸ σοῦ στεφανώθηκε!»
Εἶπε ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος: «Ὅταν ἡ καρδιά μας δὲν ἔχει τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Χριστό, δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε τίποτε. Εἴμαστε σὰν τὰ πλοῖα ποῦ δὲν ἔχουν, καύσιμα στὴ μηχανή τους».
Εἶπε ὁ Γέροντας Ἀμφιλόχιος: «Ἡ ἀγάπη τοῦ ἀνθρώπου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θεό, πρέπει νὰ ἁπλώνεται καὶ πρὸς τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ μας, τὰ ζῶα, τὰ δέντρα, τὰ λουλούδια, τὰ πουλιὰ καὶ προπαντὸς πρὸς τὸ τελειότερο δημιούργημα τοῦ Θεοῦ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὅποιος εἶναι ἀδελφός μας»
47. «Οἱ κοσμικοὶ ἄνθρωποι σὲ κουράζουν, διότι ἔρχεται ἐπάνω σου σὰν ἠλεκτρικὰ κύματα ὅ,τι ὑπάρχει ἀποθηκευμένο μέσα τους»
48. Ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶπε: «Ἡ δική μου δουλειὰ εἶναι νὰ διορθώνω τοὺς χαλασμένους λογισμοὺς ἐκείνων ποῦ ἔρχονται ἐδῶ στὸ κελί μου»
Ὁ Γέροντας Παΐσιος συμβούλεψε κάποιον καλοπροαίρετο χριστιανό, ποῦ ὅμως ἐπηρεαζόταν ἀπὸ τοὺς κοσμικοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἔκανε παρέα, μὲ τὸ ἕξης παράδειγμα: «Ἂν φυτέψουμε δίπλα σὲ μία καρπουζιὰ καὶ μία κολοκυθιά, οἱ καρποὶ θὰ πάθουν ἀλλαγή. Τὸ κολοκύθι θὰ ἀρχίσει νὰ παίρνει ὅλη τὴ γλυκύτητα ἀπὸ τὸ καρπούζι, μὲ ἀποτέλεσμα τὸ καρπούζι νὰ γίνει ἄνοστο καὶ ἄγλυκο, ἐνῷ τὸ κολοκύθι, ὅση γλυκύτητα καὶ ἂν πάρει, κολοκύθι θὰ εἶναι. Γι’ αὐτὸ ἂν θέλουμε γλυκὸ καὶ νόστιμο καρπούζι, θὰ πρέπει την καρπουζιὰ νὰ τὴν ἔχουμε μακριὰ ἀπὸ τὴν κολοκυθιά»
Ἔγραφε ὁ Γέροντας Παΐσιος σὲ μία πονεμένη γυναῖκα: «Βλέπω νὰ γλυκοχαράζει τὸ καλὸ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς σου καὶ αὐτό μου δίνει παρηγοριὰ καὶ ἐλπίδα, γιατί ἔτσι σιγά-σιγά θὰ ἔλθει ἢ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ μέσα σου καὶ θὰ θερμάνει τὴν καρδιά σου πνευματικὰ καὶ θὰ χαίρεσαι κοντὰ στὸ Θεό»
49. Ἐπισκέφθηκαν κάποτε τὸ Γέροντα Πορφύριο μερικὲς κοπέλες, οἱ ὅποιες ἦταν ἄσεμνα ντυμένες. Ὁ Γέροντας συνομίλησε πολλὴ ὥρα μαζί τους, χωρὶς νὰ τὶς κάνει παρατήρηση γιὰ τὴν ἐνδυμασία τους. Ἐκεῖ ἔτυχε νὰ βρίσκεται καὶ κάποιος θεολόγος, ποῦ εἶχε ἀγανακτήσει ἐσωτερικὰ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τους. Ὅταν τελείωσε ἡ συζήτηση καὶ ἔφυγαν οἱ κοπέλες, ὁ Γέροντας διευκρίνισε στὸ θεολόγο: «Ἦρθαν αὐτὲς οἱ κοπέλες ἐδῶ καὶ δὲν τὶς ἔκανα παρατήρηση γιὰ τὴν ἄσεμνη ἐμφάνιση τους. Ἐγὼ ἔχω μία ἄλλη τακτική. Διότι, ἀκόμη καὶ ἂν τὶς μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐνδυμασία τους, ἀφοῦ δὲν ἔχουν πίστη στὸ Χριστό, δὲν θὰ συμμορφώνονταν. Προσπαθῶ πρῶτα νὰ τὶς φέρω στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τότε μόνες τους θὰ καταλάβουν τὸ λάθος τους καὶ θὰ διορθωθοῦν».
Ὁ Γέροντας Πορφύριος ἦταν πνευματικὸς πατέρας πολλῶν ἀνθρώπων. Παράλληλα ἡ ἀγάπη του ἐξαπλωνόταν καὶ σὲ ὅλους τοὺς χριστιανούς, γιὰ τοὺς ὁποίους ἀνησυχοῦσε ἔντονα, ἐπειδὴ συχνὰ ἡ ἁμαρτία προκαλεῖ καὶ πνευματικὲς ἀσθένειες. Εἶχε μάλιστα καὶ τὴν ἑξῆς πρωτότυπη ἰδέα: «Θὰ ἦταν ὡραῖο νὰ ὑπῆρχε ἕνα μοναστήρι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ποῦ στὸ ναό του θὰ γίνονταν ἀκολουθίες ὅλο τὸ εἰκοσιτετράωρο καὶ θὰ ὑπῆρχαν μὲ βάρδιες πνευματικοί, ὁποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καταφεύγουν ὁποιαδήποτε ὥρα τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύχτας οἱ τραυματισμένοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἄνθρωποι»
50. Ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικός, ἰδίως τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του. Πολλὲς ἀρρώστιες τὸν βασάνιζαν. Καὶ ὅμως ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι ἡ καρδιά του ἦταν περιβόλι. «Εἶχε φτάσει σὲ τέτοιο σημεῖο πνευματικῆς ἀπάθειας, ποῦ θλιβότανε γιὰ τὸν πόνο τῶν ἄλλων καὶ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὸ δικό του. Κάποτε μάλιστα τὸν ἄκουσαν μερικοὶ νὰ μιλάει καὶ σ’ ἕνα πουλάκι καὶ νὰ ἐκφράζει τὴν ἀγάπη του ὡς ἑξῆς: «Πόσο σὲ λυπᾶμαι ποῦ κρυώνεις. Ἐγὼ φοράω κάλτσες, ἔχω σκεπάσματα καὶ θέρμανση. Ἄχ, νὰ μποροῦσα νὰ σᾶς μάζευα ὅλα τὰ πουλάκια σ’ ἕνα δωμάτιο, νὰ σᾶς ἔριχνα καὶ τροφὴ καὶ νὰ σᾶς ἔδινα θέρμανση. Ἀλλὰ βλέπετε, μὲ φοβᾶστε»
Τὸ πᾶν εἶναι νὰ ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος τὸ Χριστὸ καὶ ὅλα τὰ προβλήματα τακτοποιοῦνται. •Καὶ τώρα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θέλει νὰ μπεῖ στὶς ψυχές μας, ὅπως καὶ τότε, ἀλλὰ σέβεται τὴν ἐλευθερία μας, δὲ θέλει νὰ τὴν παραβιάσει. Περιμένει νὰ τοῦ ἀνοίξουμε μόνοι μας τὴν πόρτα καὶ τότε θὰ μπεῖ στὴν ψυχή μας καὶ θὰ τὴν μεταμορφώσει. Ὅταν ἔρθει καὶ κατοικήσει σ’ ὅλο τὸ χῶρο τῆς ψυχῆς μας ὁ Χριστός, τότε φεύγουν ὅλα τὰ προβλήματα, ὅλες οἱ πλάνες, ὅλες οἱ στενοχώριες. Τότε φεύγει καὶ ἡ ἁμαρτία.
Ὁ διάβολος ἀφοῦ ἐπὶ αἰῶνες πολέμησε νὰ βγάλει τὴν ἐκκλησία ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπέτυχε, τώρα ἀγωνίζεται νὰ βάλει τὸν κόσμο μέσα στὴν ἐκκλησία. Καὶ τὸν ἀγῶνα αὐτὸ τῆς ἐκκοσμίκευσης τὸν κάνει ἐπιμελῶς κρυπτόμενος, μέχρι σημείου νὰ πείθει ὁρισμένους ὅτι δὲν ὑπάρχει.
Θάτανε φρικτὸ καὶ βλακῶδες νὰ χαθῇ ἕνας ἄνθρωπος στὴν αἰώνια κόλασι, ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ ἀποβάλη τὴν κακία καὶ τὴν ἔχθρα πρὸς τὸν ὁμοιοπαθῆ συνάνθρωπό του.
Ὁ κλέπτης ὁ πιασμένος καὶ μετανοημένος, ἡ πόρνη ἡ γνωστὴ καὶ ντροπιασμένη, ἡ ταπεινωμένη κι ἡ μετανοημένη εἶναι πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ ἐμᾶς μὲ τὰ καλὰ ὀνόματα καὶ τὸν ἄγνωστο μᾶς κι ἀμφίβολο βίο.
Καλὸ εἶναι νὰ ὑπογράφετε ἕνα χαρτὶ μὲ ἐκεῖνον, ποὺ θὰ σᾶς ἐπισκευάση τὸ σπίτι σας ἢ κάτι σημαντικό, γιὰ νὰ μὴ στενοχωρηθῆτε ὕστερα καὶ νὰ τρέχετε στὸν ἐξομολόγο.
Πρόσεχε ἀκόμη καὶ τὸν ἦχο τῆς μηχανῆς (αὐτοκινήτου) καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίζης, οὕτως ὥστε, ἂν κάποτε ἀλλάξη, νὰ ξέρης ὅτι κάτι δὲν πάει καλά, κάτι δὲν λειτουργεῖ καλά. Ἡ προσοχὴ εἶναι μεγάλο προτέρημα γιὰ τὴν ἐπιτυχία κάθε νέου.
Γέροντας Πορφύριος
52. Ἄνθρωπος εἶσαι, μὴ γίνεσαι θηρίο. Γι΄ αὐτό σου δόθηκε τὸ στόμα ἀπὸ τὸν Θεό, ὄχι γιὰ νὰ δαγκώνεις, ἀλλὰ γιὰ νὰ παρηγορεῖς μὲ τὰ λόγια σου.
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
53. Εὐσυνείδητε χριστιανέ, πρόσεχε! Καὶ τὸ μικρότερο παράπτωμά σου φαίνεται ἐπάνω σου μεγάλο. Διότι οἱ λεκέδες εἶναι τόσο πιὸ ἐμφανεῖς ὅσο πιὸ καθαρὸ εἶναι τὸ φόρεμα.
Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος
54. Γιὰ νὰ περάσεις στὴ βουλὴ τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ γίνεις «βουλευτὴς» τοῦ Θεοῦ, ὄχι «βολευτῇς» τοῦ ἑαυτοῦ σου.
Γέροντας Παΐσιος
55. Νὰ κυνηγᾶς πολὺ τὴν «εὐχή», σὰν αὐτοὺς ποὺ ψάχνουν νὰ βροῦν ἕνα μαργαριτάρι.
Χωρὶς «εὐχή», δὲν ἔχει Χριστὸ στὴν καρδιά. Αὐτὴ θὰ σὲ μάθει νὰ ἀγαπᾶς τὸ Χριστό.
Ὅποιος κυνηγάει τὴν «εὐχὴ» σὰν τὸ χρυσάφι καὶ ἐκμεταλλεύεται καὶ τὸ λεπτὸ ὅλα τὰ ὑπερπηδᾶ, τὰ δέχεται καὶ τὰ ὑπομένει.
Τότε ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία τὸν σκεπάζουν...
Γερόντισσα Μακρίνη μοναχή
56. *»Ὅπλα γιὰ τὸν ἀόρατο πόλεμο..
1)Μὴ θαρρεύεσαι ποτὲ στὸν ἑαυτό σου, 2)Νὰ ἔχεις ὅλο τὸ θάρρος στὸ Θεό,
3)Ν’ ἀγωνίζεσαι πάντοτε, 4)Νὰ προσεύχεσαι»
Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
57. Μὴ περιμένεις τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου σου γιὰ νὰ μάθεις τὴν ἀδυναμία σου. Διερεύνησε τὸν ἑαυτό σου ὅσο ἀκόμα ζεῖ, προχώρησε μὲ τὴ σκέψη σου στὸ ἐσωτερικό του καὶ τότε θὰ δεῖς ὅλη τὴ μηδαμινότητα του.
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
58. Ἔλεγε ὁ γέροντας. Οὔτε τὰ πλούτη νὰ σᾶς κάνουν ἐντύπωση, οὔτε οἱ δόξες, ἀλλὰ πάντοτε νὰ βαδίζετε δίκαια. Τὸ ψωμί σας νὰ τὸ τρῶτε μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα σας κι ὄχι μὲ ἀδικίες. Αὐτὰ ποὺ θὰ κερδίζεται μὲ τὴν τιμιότητα σας, νὰ μὴν τὰ σκορπίζεται ἄσκοπα. Νὰ ζεῖτε τίμια καὶ ταπεινὰ καὶ ὅσο μπορεῖτε νὰ ἁπλώνεται τὸ χέρι σας στὴν ἐλεημοσύνη. Νὰ μὴν σκέπτεστε μόνο τί θὰ φᾶτε, τί θὰ φορέσετε, τί μεγάλο σπίτι θὰ κτίσετε. Περισσότερο νὰ προτιμᾶτε τὰ σπίτια τῶν θλιμμένων καὶ ὄχι τῶν χαρούμενων. ἐὰν κάνετε ἔργα καλά, θὰ ἔχετε μεγάλο μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό. Θ` ἀξιωθεῖτε νὰ δεῖτε θαύματα καὶ στὴν ἄλλη ζωή, θὰ ἔχετε ἀπέραντη ἀγαλλίαση.
Ὅσιος Γεώργιος Καρσλίδης
59. Ὅταν πιστέψουμε πραγματικά, μιλᾶμε στὸν Χριστὸ ὅπως σὲ φίλο, ὅπως στὸν πατέρα. Καί
τότε Αὐτὸς θὰ συνομιλήσει μαζί μας. Ὁ Χριστὸς θὰ μᾶς μιλήσει σὲ κάθε μας ζήτημα, εἴτε μέσῳ
κάποιου ἄλλου εἴτε ἐσωτερικὰ θὰ μιλήσει καὶ θὰ τὸν καταλάβουμε.
Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἄκρες.
Ὁ Θεὸς μὲ ἕνα χάδι διορθώνει τὰ πάντα.
Ἐὰν σφάλλουμε, ὁ Ἄγγελος-φύλακας φεύγει, κάθεται πιὸ πέρα στενοχωρημένος. Ἀλλὰ μ’ ἕνα
«συγγνώμη», παιδί μου, ὅταν εἶναι ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας, ἐπιστρέφει.
Αὐτοὶ ποῦ φεύγουν τὴν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν πᾶνε κατ' εὐθεῖαν ἐπάνω. Εἶναι εὐλογημένος ὁ
ἄνθρωπος ποῦ πεθαίνει Σάββατο καὶ κηδεύεται Κυριακή. Ὁ δρόμος γιὰ τὸν Παράδεισο εἶναι
ἀνοιχτός
Πῆγε ὁ Γέροντας σὲ κάποιο Μοναστήρι μ’ ἕνα νέο ἱερέα, πνευματικό του παιδί, γιὰ νά
προσκυνήσουν. Στὸ ἀρχονταρίκι ποὺ κάθισαν, ὑπῆρχε μία παλιὰ φωτογραφία μοναχῶν της
Μονῆς. Τὴν ὥρα ποὺ ἔπιναν τὸν καφέ, ἔπιασε τὴ φωτογραφία καὶ τοῦ εἶπε στὸ αὐτί, δείχνοντας ἕνα
μοναχὸ ἀπὸ τοὺς 20 περίπου ποῦ εἰκονίζονταν:
Τοὺς βλέπεις; Μόνο αὐτὸς σώθηκε.
Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης
Ὁ Γέροντας ἔλεγε γιὰ τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου ὅτι θὰ διαρκέσει ὅσο κρατάει ὁ Ἑξάψαλμος,
λίγα λεπτά. Τὴν ὥρα ποῦ θὰ κρινόμαστε, στὸν οὐρανὸ θὰ ψέλνουν τὸν Ἑξάψαλμο οἱ Ἄγγελοι.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποῦ θὰ ζοῦν ἐκείνη τὴ στιγμὴ θὰ βιώσουν τὸν θάνατο ἀκαριαία καὶ ἀμέσως μετά
θὰ ἀναστηθοῦν, θὰ εἴμαστε ὅλοι μὲ τὰ σώματα μᾶς ἄϋλα, δὲν θὰ πιάνουμε χῶρο, ὁ ἕνας θὰ βλέπει
τὸ σῶμα τοῦ ἄλλου καὶ ὅλοι θὰ εἶναι στὴν ἡλικία τῶν 33 χρόνων.
Ὁ Κύριος θὰ κρατᾶ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς, τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ αὐτομάτως θὰ πηγαίνουμε δεξιὰ ἤ
ἀριστερὰ ἀπὸ μόνοι μας, γιατί θὰ ξέρουμε ἂν εἴμαστε γιὰ τὸν Παράδεισο ἢ ὄχι. Γι’ αὐτὸ καὶ στό
Δεσποτικό, ποῦ κάθεται ὁ Δεσπότης, στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνοιχτὸ τὸ βιβλίο καὶ δέν
ὑπάρχει καντήλι ἐπάνω – δηλώνει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλεος στὴ Δευτέρα Παρουσία. Ἐνῷ στὸ τέμπλο
εἶναι κλειστὸ τὸ βιβλίο ποῦ κρατάει ὁ Χριστὸς καὶ ὑπάρχει καντήλι, διότι ἀκόμη ἔχουμε ἔλεος.
Γέρων Ἀμβρόσιος Λάζαρης
Τὸ 2.000 εἶχε πάει στὸ Μοναστήρι τοῦ Δαδίου ὁ ἡγούμενος κάποιας Μονῆς μὲ μία
συντροφιὰ νέων. Ὅλοι περίμεναν ν’ ἀκούσουν κάποιες καλὲς κουβέντες ἀπ’ τὸν Γέροντα
Ἀμβρόσιο. Ἔπειτα ἀπὸ τὶς συστάσεις, ρώτησε ὁ ἡγούμενος:
Πῶς τὰ βλέπετε τὰ παιδιά, Γέροντα;
Ἐκεῖνος ἔμεινε λίγο σκεφτικός, σκυθρωπὸς ἴσως, κατόπιν σήκωσε τὸ βλέμμα, τοὺς κοίταξε καὶ εἶπε:
Δὲν βλέπω ζέση!
Καὶ μετὰ τὴ σιωπὴ ποὺ ἔπεσε στὴν παρέα, συνέχισε:
Δὲν μοῦ λέτε, ποιόν ἀγαπᾶτε, τὸν ἡγούμενο ἢ τὸν Χριστό; Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸν ἡγούμενο
ἀγαπᾶτε.
Ἐμμέσως πλὴν σαφῶς καυτηρίασε τότε τὴν τάση ποῦ ἔχουν κάποιοι νὰ ἕλκονται πίσω ἀπό
Γέροντες – ἐννοοῦσε καὶ τὸν ἑαυτό του βέβαια...
«...Δὲν πρέπει νὰ θεοποιοῦμε τοὺς ἡγουμένους καὶ τοὺς στάρετς, ἀλλὰ ὁ στόχος νὰ εἶναι ὁ Ἰησοῦς
Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ποῦ σώζει. Οἱ ἄλλοι εἶναι τὸ μέσον, δὲν εἶναι ὁ σκοπός». Καὶ ἦταν ἀπόλυτος σ’
αὐτό.
Γέρων Ἀμβρόσιος
Ἡ ψυχὲς δὲν προσεύχονται οὔτε διαπραγματεύονται μὲ τὸν Θεό.
π. Σεραφεὶμ Κ.
Ὁ μοναχὸς εἶναι σὰν τὴν περιστερά. Ὅπως ἡ περιστερὰ βγαίνει στὸν ἀέρα τὴν κατάλληλη στιγμὴ νὰ τινάξει τὰ φτερά της, κι ἂν καθυστερήσει ἔξω ἀπὸ τὴ φωλιά, δέχεται χτυπήματα ἀπὸ τὰ ἄγρια πουλιὰ καὶ χάνει τὴν ὀμορφιά της, ἔτσι καὶ ὁ μοναχός, βγαίνει τὴν ὥρα τῆς σύναξης νὰ ξετινάξει τοὺς λογισμούς του, κι ἂν ἀργοπορήσει ἔξω ἀπ΄το κελί, ραπίζεται ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ σκοτεινιάζουν οἱ λογισμοί του.
Ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε ὅτι τὸ θέλημα καὶ ἡ ἀνάπαυση καί, προπαντός, ἡ συνήθεια σ΄ αὐτά, ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν πτώση.
Ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε τὸν ἀββᾶ Σισώη
-Τί νὰ κάνω, ἀββᾶ, ποὺ ἔπεσα;
Τοῦ λέει ὁ γέροντας
-Νὰ σηκωθεῖς.
-Σηκώθηκα καὶ ξανάπεσα.
-Νὰ σηκωθεῖς πάλι καὶ πάλι.
-Μέχρι πότε;
-Μέχρι ποὺ νὰ σὲ βρεῖ ὁ θάνατος εἴτε στὸ καλὸ εἴτε στὴν πτώση.Γιατί σ’όποια κατάσταση βρεθεῖ τότε ὁ ἄνθρωπος, σ’αυτή καὶ φεύγει.
Εἶπε ὁ ἀββᾶς Μᾶρκος
-Ἁμαρτία θανάσιμη εἶναι ἐκείνη γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μένει ἀμετανόητος.Κανένας δὲν εἶναι τόσο ἀγαθὸς καὶ σπλαχνικὸς ὅσο ὁ Θεός.Τον ἀμετανόητο ὅμως οὔτε Αὐτὸς τὸν συγχωρεῖ.
Ἀββᾶς Ἀγάθων
ΤΟΝ ΡΩΤΗΣΑΝ πάλι οἱ ἀδελφοί
Πατέρα, ποιά ἀρετὴ ἔχει τὸν περισσότερο κόπο;
Ἐκεῖνος τὸὺς λέει
Συγχωρῆστε με, νομίζω πὼς τίποτα δὲν εἶναι πῖὸ δύσκολο ἀπὸ τὴν προσευχή. Γιατὶ πάντοτε, ὅταν θέλει νὰ προσευχηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, οἱ ἐχθροὶ θέλουν νὰ τὸν σταματήσουν· ἐπειδὴ ξέρουν πὼς τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ τὸὺς ἐμποδίσει, παρὰ μόνον ἡ προσευχὴ στὸν Θεό.
Καὶ ἀκόμα, ὁποιαδήποτε ἄσκηση κι ἂν ἀκολουθήσει κανείς, ἂν τὴν ἀντέξει μὲ ὑπομονή, στὸ τέλος ἀναπαύεται· ἡ προσευχὴ ὅμως χρειάζεται ἀγῶνες ὣς τὴν τελευταία ἀναπνοή.
Μέγας Βασίλειος
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ καὶ τὴν ψαλμωδία, ὅπως καὶ γιὰ πὸλλὰ ἄλλα, κάθε στὶγμὴ εἶναι ἡ κατάλληλη, ὥστε νὰ ὑμνοῦμε τὸν Θὲὸ καὶ ὅταν ἐργαζόμαστε καθὼς κινοῦμε τὰ χέρια, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ γλῶσσα ὅποτε μποροῦμε, κι αὐτὸ εἶναι ἀκόμη πῖὸ ἱκανὸ νὰ δυναμώσει τὴν πίστη μας.
Ἂν ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσευχόμαστε δυνατά, τότε ἂς δοξάζουμε τὸν Θὲὸ μέσα στὴ καρδιά μας, μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ ὠδὲς πνευματικές, ὅπως λέει ἡ Γραφή, ἂς κάνουμε τὴν προσευχὴ μᾶς τὴν ὥρα πὸὺ ἐργαζόμαστε· μποροῦμε δηλαδὴ νὰ εὐχαριστοῦμε αὐτὸν πὸὺ μᾶς ἔδωσε τὴ δύναμη τῶν χεριῶν μᾶς στὴν ἐργασία, καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ νοῦ στὴν ἐπιστήμη, αὐτὸν πὸὺ μᾶς χάρισε τὸ ὑλικὸ ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο φτιάχνουμε τὰ ἐργαλεῖα μας καὶ τὸ ὑλικὸ πὸὺ δουλεύουμε στὶς τέχνες μας, ὅποιες κι ἂν εἶναι αὐτὲς· καὶ νὰ προσευχόμαστε τὰ ἔργα τῶν χεριῶν μας νὰ μὴν ἔχουν ἄλλο σκὸπὸ παρὰ μόνο νὰ εὐχαριστηθεῖ ὁ Θεός.
῾Ἡσύχιος ὁ Πρεσβύτερος
ΟΠΩΣ συμβαίνει μὲ τὴ βρὸχὴ πὸὺ ὅσο περισσότερο πέφτει στὴ γῆ τόσο τὴ μαλακώνει, ἔτσι καὶ τὴ γῆ τῆς καρδιᾶς μᾶς τὴ χαροποιεῖ καὶ τὴν εὐφραίνει τὸ ἅγιο ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ὅσο περισσότερο τὸ φωνάζουμε καὶ τὸ ἐπικαλούμαστε.
Ὅσιος Νεῖλος ὁ Ἀσκητής
ΝΑ ΑΓΩΝΙΖΕΣΑΙ νὰ μένει κὼφὸς καὶ ἄλαλος ὁ νοῦς σοῦ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς, καὶ τότε θὰ μπορέσεις νὰ προσευχηθεῖς.
ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ νὰ προσευχηθεῖς σωστά, μὴ στενοχωρήσεις καμμιὰ ψυχὴ· ἀλλιῶς μάταια πασχίζεις.
«Ἡ ἐμπιστοσύνη στὸν θεὸ εἶναι μιὰ συνεχὴς μυστικὴ προσευχὴ ποὺ φέρνει ἀθόρυβα τὶς δυνάμεις τοῦ θεοῦ ἐκεῖ ποὺ χρειάζονται καὶ τὴν ὥρα ποὺ χρειάζονται»
(Γέρων Παϊσιος).
«Ὅταν, ἀπὸ φιλότιμο, κάνουμε τὸν Θεὸ νὰ χαίρεται μὲ τὴ ζωή μας, τότε Ἐκεῖνος δίνει ἄφθονες τὶς εὐλογίες του στὰ φιλότιμα παιδιά του»
(Γέρων Παϊσιος).
Ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος ἔχει δικαίωμα νὰ δίνει πνευματικὲς ἐξετάσεις. Μετεξεταστέος δὲν ὑπάρχει. Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ πιάσουμε ἔστω τὴν πνευματικὴ βάση γιὰ νὰ περάσουμε στὸν παράδεισο»
(Γέρων Παϊσιος).
«Στὴν ἐποχή μας, δυστυχῶς ἡ λογικὴ κλόνισε τὴν πίστη καὶ γέμισε τὶς ψυχὲς μὲ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ἑπόμενο εἶναι νὰ στερούμαστε τὰ θαύματα, γιατί τὸ θαῦμα ζεῖται καὶ δὲν ἐξηγεῖται»
(Γέρων Παϊσιος).
«Ἐκεῖνος ποὺ γιὰ νὰ πιστέψει στὸ Θεὸ ζητᾶ θαύματα, δὲν ἔχει ἀρχοντιά. Γιὰ τὸ Θεὸ αὐτὸ ἔχει ἀξία.. Νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Θεὸ μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθός»
(Γέρων Παϊσιος).
Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς βοηθάει πολὺ στὴν προσευχή. Θερμαίνει τὴν ψυχὴ καὶ μεταφέρει τὸν προσευχόμενο σ’ ἕναν πνευματικὸ χῶρο.
Γέροντας Παΐσιος
Ἂν μὲ σκανδαλίσει ὁ ἀδελφός, μὲ συμβουλεύεις νὰ τοῦ βάλω μετάνοια;
Βάλε του μετάνοια καὶ ξέκοψε ἀπ΄αυτόν. Ἔχουμε τὸν ἀββᾶ Ἀρσένιο ποῦ λέει: Μὲ ὅλους νὰ ἔχεις ἀγάπη κι ἀπ΄όλους νὰ βρίσκεσαι σὲ ἀπόσταση.
Εἶπε Γέροντας:
«Ἡ ἀμεριμνησία, ἡ σιωπὴ καὶ ἡ μυστικὴ ἐσωτερικὴ μελέτη γεννοῦν τὴν ἁγνότητα».
Εἶπε Γέρων...
Ὁ Ἀββᾶς Ἡσαΐας ὁ ἀναχωρητὴς δίνει τὴν ἀκόλουθη ὀρθὴ συμβουλή: «Μὴ συνηθίζεις νὰ κουβεντιάζεις γιὰ πράγματα, πὸὺ δὲν εἶδες μὲ τὰ ἴδια σοῦ τὰ μάτια, σὰν νὰ τὰ ἔχεις δεῖ. Μὴ βεβαιώνεις μὲ πεποίθηση ἐκεῖνα, πὸὺ ἔχεις μόνο ἀκούσει. Συνήθιζε τὴ γλῶσσα σου νὰ λέει πάντα ἀλήθεια. Τὸ ψέμα γεννιέται σὺχνὰ ἀπὸ τὴ ἐπιθυμία νὰ ἀρέσουμε στὸὺς ἀνθρώπους κι ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ψὺχὴ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ».
Κάποτε ἕνας μοναχὸς λέει στὸ γέροντά του – εἶμαι ἁμαρτωλός.
Δὲν εἶσαι τοῦ λέγει ὁ γέροντας.
Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός, ξαναλέγει ὁ μοναχός.
Δὲν εἶσαι τοῦ ἀπαντᾶ ὁ γέροντας.
Ἀφοῦ εἶπε πολλὲς φορὲς ὃ μοναχὸς ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, στὸ τέλος του λέει ὃ γέροντας.
Τώρα θυμήθηκα• σοῦ εἶπα νὰ κάνης κάτι καὶ δὲν τὸ ἔκανες!
Ἐγώ; ἀπαντᾶ ὁ μοναχός.
Ἄ, τοῦ λέει ὁ γέροντας, ζεῖ μέσα σου τὸ ἐγώ!
Αὐτὸ τὸ φοβερὸ πάθος, ὃ ἐγωισμὸς φωλιάζει μέσα μας καὶ ὅταν μιλᾶμε γιὰ ταπείνωση!
Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι πρόσωπο καὶ ὄχι ἔννοια ἀφηρημένη, γεύεται μὲ τὴν καρδιὰ καὶ δὲν συλλαμβάνεται ἁπλᾶ μὲ τὸν νοῦ.
Ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, ἄρα καὶ ἡ εἰκόνα Του, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐπίσης ἀγάπη.
Ἄνοιξε τὴν καρδιά σου, καὶ ἄφησέ την νὰ μιλήσει ἐλεύθερα στὸ Θεό. Νὰ πεῖ ὅτι νοιώθει, σὰν τὸ μικρὸ παιδὶ ποὺ μιλᾶ στὸ πατέρα του.... Μαζὶ ὅμως μὲ τὴ δική σου ἀτομικὴ προσευχή – «καρδιακὴ» προσευχή, νὰ λὲς πρῶτα ὕμνο στὴν Ἁγία Τριάδα μὲ τὸ «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῷ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, Ἀμήν». Νὰ λὲς τὸ «Πάτερ ἡμῶν...» καὶ ἀκόμα νὰ λὲς καὶ αὐτὴ τὴν προσευχὴ στὴν Παναγία μας, τὴν Κυρία Θεοτόκο καὶ Ἀειπαρθένο Μαρία: «Θεοτόκε Παρθένε, Χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μέτα σου. Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν».
Ἂν ἡ εὐχὴ ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, λέγεται μέσα στὴν καρδιά, τότε τὰ μάτια ἀρχίζουν νὰ τρέχουν τὰ πρῶτα καυτὰ δάκρυα. Ὅταν εὐρισκώμαστε σὲ ἡσυχία καὶ κρατήσωμε ἐλαφρὰ τὴν ἀναπνοή μας, τότε ὁ νοῦς μας μπορεῖ νὰ ἐντοπίση καὶ νὰ παρακολουθήση τοὺς κτύπους τῆς καρδιᾶς. Ὅταν οἱ κτύποι αὐτοὶ ἐντοπισθοῦν, τότε ὁ νοῦς κοιτάζει στὸ σημεῖο ποὺ κτυπᾶ ἡ καρδιὰ καὶ λέει ἐκεῖ μέσα τὸ ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.
Οἱ πρῶτες ἐμπειρίες ποὺ θὰ ἔχη, εἶναι τὰ καυτὰ δάκρυα καὶ στὴν συνέχειαα ὅτι ἄλλο θέλει ὁ Θεός. Ἐπειδὴ δὲ πάντοτε στὸ δρόμο τῆς ἀρετῆς παραμονεύει καὶ ἡ πλάνη, εἶναι φρόνιμο νὰ ἔχη κάποιος ἕνα γέροντα ἔμπειρο στὴν καρδιακὴ προσευχὴ γιὰ νὰ τὸν συμβουλεύεται γιὰ ὅτι συναντήση.
Ὁ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ποὺ θυμᾶται νὰ συνομιλήση μὲ τὸν Θεὸν μόνον ὅταν φθάση ἡ ὡρισμένη ὥρα τῆς προσευχῆς, δὲν ἔχει ἀκόμη μάθει νὰ προσεύχεται, λέει ἕνας ἀπὸ τοὺς Πατέρας.
ΑΠΟ ΤΟΥΤΑ τα τέσσερα ἔχει πιὸ πολὺ ἀνάγκη ἡ ψυχή, ἔλεγε κάποιος Γέροντας: Νὰ φοβᾶται τὴν κρίσι τοῦ Θεοῦ, νὰ μισῆ τὴν ἁμαρτία, ν’ ἀγαπᾶ τὴν ἀρετὴ καὶ νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως.
ΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΣΗ ὁ Θεὸς τὴν ἀμέλεια μᾶς στὴν προσευχὴ καὶ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ μας στὴν ψαλμωδία, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε, ἔλεγε ὁ Ἀββᾶς Θεόδωρος.
Ὅτι δὲ γίνεται ἀνθρωπίνως νὰ τὸ ἀναθέτουμε στὸ Θεό. Εἶναι ἐγωιστικὸ νὰ ἐπιμένουμε.
Θυμήθηκε τότε τὸν ἅγιο Παχώμιο ποὺ ἤθελε νὰ μεγαλώσει τὸ μοναστήρι καὶ γι’ αὐτὸ τὸν μάλωσε ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του λέγοντας:
-Πάψε νὰ εἶσαι ὑπερήφανος!
Καὶ ὁ ἅγιος Παχώμιος ἂν καὶ εἶχε δεχθεῖ θεία ἀποκάλυψη γι’ αὐτὸ τὸ ἔργο, εἶπε μόνο:
-Παρακινήθηκα ἀπὸ τὴν ἰδέα ὅτι θὰ ἦταν καλό.
Κυριάρχησε
στὴ καρδιά του καὶ δὲν ἀντιμίλησε καθόλου. Τὴν νύχτα κατέβηκε σ’ ἕνα
μικρὸ ὑπόγειο καὶ ἄρχισε νὰ κλαίει καὶ νὰ προσεύχεται λέγοντας:
¨Ω
Θεέ μου, τὸ φρόνημα τῆς σαρκὸς ἀκόμη ζεῖ μέσα μου...Αλλοίμονο μου! μετά
ἀπὸ τόση ἄσκηση καὶ προετοιμασία τῆς καρδιᾶς , πάλι ἁρπάζομαι ἀπὸ τόν
θυμό, ἔστω καὶ γιὰ καλό. Ἐλέησέ με νὰ μὴ χαθῶ, Κύριε».
Μ’ αὐτά τα
λόγια προσευχόταν . ἔμεινε ὅλη τὴ νύχτα ἐπαναλαμβάνοντας τὰ μὲ κλάματα,
ὥσπου ξημέρωσε. Καὶ ἦταν τόσος ὁ ἱδρῶτας ποὺ ἔχυσε-γιατί ἦταν καλοκαίρι
καὶ φλεγόταν ὁ τόπος- ὥστε τα’ ἀχνάρια τῶν ποδιῶν του λάσπωσαν.
Πρέπει νὰ καταλάβουμε ἕνα πρᾶγμα∙ ὅτι κανένας δὲν λέει τόσο τὴν ἀλήθεια , ὅσο
αὐτοὶ ποὺ μᾶς κατηγοροῦν. Γνωρίζει ὁ Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καί
νεφροὺς» (Ψάλμ. 7,10), ὅτι ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐπαινοῦν καὶ μακαρίζουν
ὅλες τὶς πράξεις μου, στὴν πραγματικότητα εἶναι ἄξιες ψόγου καί
«αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων» (Ἠσ. 1,6). Ἐνῷ ἂν ποῦν , «αὐτὸ κι αὐτὸ τὸ κακό
ἔκανες», ἐγὼ θὰ πῶ, «μὰ μήπως ἔκανα καὶ κανένα καλό»; Γιατί κανένας δέν
ψεύδεται τόσο ὅσο αὐτοὶ ποὺ μὲ ἐπαινοῦν καὶ μὲ μακαρίζουν∙ καὶ κανείς
δὲν ἀληθεύει τόσο, ὅσο ἐκεῖνοι ποὺ μὲ ψέγουν καὶ μ’εξευτελίζουν, καθώς
προεῖπα. Καὶ πάλι δὲν λένε ὅλη τὴν ἀλήθεια. Διότι ἂν μποροῦσαν, (δέν
λέω τὸ πέλαγος, ἀλλὰ) ἔστω καὶ κάποιο μέρος τῶν κακῶν μου νὰ δοῦν, θ’
ἀποστρεφόταν τὴ ἀκαθαρσία , τὸν βόρβορο καὶ τὴν δυσωδία τῆς ψυχῆς μου.
ὁ ἀββᾶς Ζωσιμάς, ὅποιος ποθεῖ τὴ ἀληθινὴ εὐθεῖα ὁδό ,
μαλώνει αὐστηρὰ τὸν ἑαυτό του ὅταν ταράζεται , καὶ τὸν ἐλέγχει
ἀδιάκοπα: « Τί μαίνεσαι ψυχή μου; τί ταράζεσαι καὶ ἀφρίζεις; Μ’ αὐτόν
τὸν τρόπο δείχνεις ὅτι νοσεῖς∙ ἂν δὲν νοσοῦσες δὲν θὰ πονοῦσες! Γιατί,
ἀντὶ νὰ μέμφεσαι τὸν ἑαυτό σου , τὰ βάζεις μὲ τὸν ἀδελφό , ποὺ σοῦ
φανέρωσε τὴν ἀρρώστεια σου; μάθε ἀληθινὰ καὶ στὴν πράξη τὶς ἐντολές του
Χριστοῦ, «ὁ ὁποῖος ὅταν ὑβριζόταν δὲν ὕβριζε, καὶ ὅταν ἔπασχε δέν
ἀπειλοῦσε» (Α΄ Πέτρ.2,22). Ἄκουσε Τὸν νὰ λέει καὶ ἐμπράκτως νὰ τό
δείχνει: « ἔδωσα τή ΄ραχη μου σὲ μαστίγωμα, τὶς σιαγόνες σὲ ραπίσματα,
τὸ πρόσωπό μου δὲν τὸ ἀπέστρεψα ἀπὸ τὴν ἐντροπή των ἐμπτυσμάτων « (Ἠσ.
1,6). Καὶ σύ , ἄθλια ψυχή, γιὰ μία ὕβρη καὶ προσβολή, παραδίνεσαι στό
πλέξιμο χίλιων δυὸ λογισμῶν κι ἔτσι ἐπιβουλεύεσαι τὸν ἴδιο τόν ἑαυτό
σοῦ , ὅπως οἱ δαίμονες. Τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ τὸν βλέπουμε∙ τὰ πάθη
Τοῦ ποὺ πέρασε γιὰ μᾶς τὰ διαβάζουμε κάθε μέρα∙ καὶ ὅμως δὲν ἀνεχόμαστε
καμμία προσβολή ...Πάει , ξεφύγαμε ἀπὸ τὸν ἴδιο δρόμο».
Κάποτε τὸν ρώτησαν:
-Πὼς μπορεῖ κανεὶς ὅταν τὸν κακολογοῦν καὶ τὸν ἐξευτελίζουν νὰ μὴ θυμώνει;
Καὶ ἀποκρίθηκε:
-Ὅποιος
θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του τιποτένιο, δὲν ταράζεται, καθως εἶπε καὶ ὁ ἀββᾶς
Ποιμήν: «Ἐὰν ἐξευτελίσεις τὸν ἑαυτό σου , θὰ βρεῖς ἀνάπαυση».
Ὅταν ἤμουν σ’ ἕνα μοναστήρι της Τύρου – πρὶν βγῶ στὴν ἔρημο- μᾶς ἐπισκέφθηκε
ἕνας ἐνάρετος γέροντας τὴν ὥρα ποὺ διαβάζαμε τὰ «Ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων
Γερόντων»
Διαβάζοντας φθάσαμε στὸν ἀσκητὴ ἐκεῖνο πρὸς τὸν ὁποῖο πῆγαν οἱ λησταὶ καὶ τοῦ εἶπαν:
-Θέλουμε ὅλα ὅσα ἔχεις στὸ κελλί σου.
Κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:
-Ὅσα σᾶς φαίνονται καλά, παιδιά μου , πᾶρτε τα.
Τὰ πῆραν λοιπὸν ὅλα καὶ ἔφυγαν. Ἄφησαν μόνο ἕνα σκαλιστήρι. Τὸ παίρνει ἀμέσως ὁ γέροντας καὶ τρέψει πίσω τους φωνάζοντας:
-Παιδιά , πᾶρτε αὐτὸ ποὺ ξεχάσατε.
Οἱ λησταὶ τότε, θαυμάζοντας τὴν ἀνεξικακία του, τὰ ἐπέστρεψαν ὅλα στὸ κελλί τους καὶ μετανοημένοι εἶπαν μεταξύ τους:
-Πραγματικὰ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι τοῦ Θεοῦ...
Μόλις λοιπὸν τὸ διαβάσαμε αὐτό , μοῦ λέει ὁ ἐπισκέπτης μας γέροντας:
-Ξέρεις, ἀββᾶ μου, αὐτὸ τὸ περιστατικὸ πολὺ μὲ ὠφέλησε.
-Πώς , πάτερ, τὸν ρώτησα ἐγώ.
Καὶ μοῦ διηγήθηκε:
-Κάποτε ποὺ ἔμενα στὰ μέρη τοῦ Ἰορδάνη, τὸ διάβασα, θαύμασα τὸν γέροντα κι ἔλεγα:
«Κύριε, Σὺ ποὺ μὲ ἀξίωσες νὰ ἔλθω στὸ σχῆμα τῶν ἁγίων αὐτῶν γερόντων, ἀξίωσέ με ν’ ἀκολουθήσω καὶ τὰ ἴχνη τους».
Καθὼς λοιπὸν εἶχα τοῦτο τὸν πόθο, μετὰ δυὸ μέρες φθάνουν λησταί. Μόλις
χτύπησαν τὴν πόρτα καὶ κατάλαβα ὅτι ἦταν λησταί, εἶπα: «Δόξα τῷ Θεῷ,
τώρα εἶναι καιρὸς νὰ δείξω τὸν καρπὸ τοῦ πόθου μου». ἄνοιξα καὶ τούς
δέχθηκα μὲ ἰλαρόηττα. Ἄναψα ἕνα λυχνάρι καὶ ἄρχισα νὰ τοὺς δείχνω τα
πράγματα λέγοντας.
-Μὴν ἀνησυχεῖτε. Πιστεύω ὅτι μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου δὲν θὰ σᾶς κρύψω τίποτε.
-Ἔχεις χρυσάφι; Μὲ ρωτοῦν.
-Ναί, ἔχω τρία νομίσματα.
Καὶ ἄνοιξα μπροστά του ἕνα κουτί. Τὰ πῆραν κι ἔφυγαν μὲ εἰρήνη.
Τότε ἐγώ-συνεχίζει ὁ ἀββᾶς Ζωσιμάς- ἀστειευόμενος τοῦ εἶπα:
-Γύρισαν , ὅπως καὶ στὸν γέροντα;
Μοῦ ἀπαντάει ἀμέσως:
-Ὁ Θεὸς νὰ μὴν τὸ δώσει, γιατί ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ἐπιστρέψουν.
Ὁ μακάριος Σέργιος μοῦ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:
Βαδίζαμε
κάποτε μ’ ἕναν ἅγιο γέροντα καὶ χάσαμε τὸν δρόμο. Χωρὶς νὰ ξέρουμε πού
πᾶμε, βρεθήκαμε σ’ ἕνα σπαρμένο χωράφι καὶ πατήσαμε κατὰ λάθος λίγα
σπαρτά. Μόλις μᾶς ἀντιλήφθηκε ὁ γεωργός, ὀργίσθηκε πολὺ κι ἄρχισε νά
μᾶς βρίζει:
-Μοναχοὶ εἶστε σείς; Ἂν φοβόσασταν τὸν Θεό, δὲν θὰ τὸ κάνατε αὐτό!
Τότε μᾶς λέει ὁ ἅγιος:
-Γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, μὴ μιλήσει κανείς.
Καὶ εἶπε στὸν γεωργὸ μὲ πραότητα:
-Καλὰ λὲς παιδί μου! Ἂν εἴχαμε φόβο Θεοῦ, δὲν θὰ τὸ κάναμε.
Ἐκεῖνος ὅμως συνέχισε νὰ βρίζει ἀγριεμένος.
Ὁ γέροντας πάλι παραδέχθηκε:
-Ἔχεις δίκιο∙ ἂν εἴμαστε πραγματικοὶ μοναχοί , δὲν θὰ σοῦ κάναμε τέτοια ζημιά!
Ἀλλά, γιὰ τὸν Κύριο, συγχώρησε μας, σὲ παρακαλοῦμε, ποὺ ἁμαρτήσαμε.
Ἔκπληκτος τότε πιὰ ἐκεῖνος ρίχνεται στὰ πόδια τοῦ γέροντα λέγοντας:
-Συγχώρεσέ με σύ , ἀββᾶ, γιὰ τὸν Κύριο, καὶ πᾶρε μὲ μαζί σου.
Καὶ ὁ μακάριος Σέργιος μὲ βεβαίωσε:
-Π{πραγματικά μᾶς ἀκολούθησε κι ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα.
Καὶ τονίζει ὁ ἀββᾶς Ζωσιμάς:
Νά
τί κατόρθωσε μετὰ τὸν Θεὸ ἡ πραότητας καὶ ἡ εἰλικρινὴς ὁμολογία του
ἁγίου: Νὰ σώσει ψυχὴ πλασμένη «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ , ποὺ τὴν προτιμάει ὁ
Κύριος περισσότερο ἀπὸ μύριους κόσμους μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά τους!
Οἱ χριστιανοὶ σήμερα πρέπει νὰ γίνουμε οἱ ἄνθρωποι τῶν καθαρῶν
βιωμάτων, νὰ μιλᾶ πιὸ βροντερὰ ἡ ζωή μας ἡ ἴδια ἀπὸ τὰ πολλὰ λόγια μας,
νὰ μὴ ἀπαιτοῦμε μὲ προπέτεια τὸ θαῦμα, νὰ μὴ βιαζόμαστε στὴν προσευχή, νά
ἀκοῦμε καὶ τὸν ἄλλο, ὅποιος κι ἂν εἶναι, νὰ ὑπομένουμε τὴν ἀντίδραση,
τὴν ἀντίσταση τοῦ ἄλλου, νὰ συνεργασθοῦμε μὲ τὸ Θεό. Ἐμεῖς θὰ τοῦ
δώσουμε τὸν ἑκούσιο κόπο μας, τὴν ἄσκηση, κι Ἐκεῖνος τὴ χάρη Του καὶ τό
ἔλεός του, ἀφοῦ πάντοτε ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι συνεργία Θείας
Χάριτος κι ἀνθρώπινης ἐνέργειας. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε κατ΄ εἰκόνα Θεοῦ
κι ὁ σκοπὸς τῆς δημιουργίας του εἶναι ἡ θέωση. Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας
εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἁγιάζουν τον
ἀγωνιζόμενο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος καθαριζόμενος φωτίζεται καὶ θεώνεται.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀθρόδοξη θεολογία, ἡ ἀνθρωπολογία, ἡ ἐκκλησιολογία καὶ ἡ
ἀσκητικὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὴ ψάχνουμε γι΄ ἄλλες ἀτραπούς, ὅταν μία
εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς σωτηρίας, τῆς θεώσεως, τῆς τελειότητος.
τοῦ Μοναχοῦ Μωυσέως Ἁγιορείτου
Τοῦ ἄρεσε νὰ παρεμβαίνει χαμογελῶντας σ’ αὐτοὺς ποὺ συνήθιζαν νά
καυγαδίζουν γιὰ τὰ πολιτικὰ κόμματα δημοσίως στὰ καφενεῖα (παλαιότερα
ὑπῆρχαν μεγάλοι καυγᾶδες γιὰ τὰ κόμματα). «Ἂχ βρὲ ἐσεῖς γιατί
ὑπολογίζετε καὶ στηρίζεσθε σὲ τενεκέδες καὶ κύμβαλα. Νὰ παρακαλᾶτε ἄντί
νὰ τσακώνεστε νὰ μᾶς στείλει ὁ Θεὸς ἕνα Δαυὶδ γιὰ βασιλιᾶ. Αὐτὸς ἔλυνε
τὰ προβλήματα γιατί μάτωναν τὰ γόνατά του στὴν ἱκεσία καὶ στήν
προσευχή. Οἱ δικοί σας οἱ ἔξυπνοι τί κάνουν; Ἱκετεύουν μόνο γιὰ μίζες
καὶ γίνονται ἕνα μὲ τὴ διαφθορά... Σας περνοῦν γιὰ χαζοὺς καὶ σᾶς
κοροϊδεύουν», συνήθιζε νὰ τοὺς λέει. Φύγε μωρὲ τρελογιάννη ἀπαντοῦσαν
ἐκεῖνοι καὶ γιὰ νὰ τὸν ἀποφύγουν τὸν ἔστελναν γιὰ κανένα θέλημα.
Ἐκεῖνος πάντα τοὺς ἔλεγε «μὴν ἐλπίζετε στοὺς ἄρχοντες. Νὰ ἔχετε μόνο
τὴν ἐλπίδα σας στὸ Θεό».
Ὁ τρελο -Γιάννης τῆς Ἀθήνας – διὰ Χριστὸν σαλός.
Ἦταν
κάποτε μιὰ γριὰ γυναῖκα, ἡ ὁποία στὴ ζωή της δὲν εἶχε κάνει κανένα
καλό. Ὅταν πέθανε, ὁ ἄγγελός της τὴν πῆγε στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, μὰ στό
βιβλίο τῶν πράξεών της δὲν ὑπῆρχε καμία καλοσύνη κι ἔτσι ὁ δρόμος
τῆς ἦταν γιὰ τὴν κόλαση.
Ὁ ἄγγελός της στενοχωρήθηκε ἀφάνταστα. Ἀναζήτησε στὶς πιὸ κρυφές
σημειώσεις τοῦ βιβλίου τοῦ καθενός, μήπως καὶ βρεῖ κάποια καλὴ πράξη
καὶ ἀναγκάσει τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι γεμᾶτος ἀγάπη νὰ τὴν πάρει στόν
Παράδεισο. Ψάχνοντας, λοιπόν, βρῆκε ὅτι κάποτε, ὅταν ἡ γριὰ σκάλιζε
τὸν κῆπο της, ἦρθε ἕνας ζητιάνος ποὺ τῆς ζήτησε ἐλεημοσύνη. Ἡ γριά
τράβηξε μιὰν ἀγριοκρεμμύδα καὶ τὴν πέταξε στὸ ζητιάνο, γιὰ νά
ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν παρουσία του.
Ὁ ἄγγελος χάρηκε καὶ εἶπε στὸ Θεὸ τὸ συμβάν.
Τότε Αὐτός του εἶπε: «Πᾶρε
μιὰ ἀγριοκρεμμύδα κι ἂν μπορέσει ἡ γριὰ νὰ κρατηθεῖ ἀπ’ αὐτὴν καί
βγεῖ ἀπὸ τὴν κόλαση, ἂς τὴ φέρεις στὸν Παράδεισο».
Ὁ ἄγγελος χάρηκε ἀφάνταστα, πῆρε μιὰν ἀγριοκρεμμύδα καὶ κατηφόρισε
στὴν κόλαση. Ρώτησε ποῦ εἶναι ἡ γριὰ καὶ τῆς εἶπε τὰ εὐχάριστα. Ἡ
γριὰ καταχάρηκε καὶ ἁρπάχτηκε ἀπὸ τὴν ἀγριοκρεμμύδα ποὺ κρατοῦσε ὁ Ἄγγελος
καὶ ἄρχισε νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴν κόλαση.
Τότε, συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξο. Ἀπὸ τὰ πόδια τῆς γριᾶς ἄρχισαν νά
κρεμιόνται κι ἄλλοι κολασμένοι γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν τόπο της
βασάνου. Ὅμως ἡ γριὰ ἄρχισε νὰ τοὺς σπρώχνει φωνάζοντας: «Δικιά μου
εἶναι ἡ ἀγριοκρεμμύδα, δὲν ἔχετε θέση μαζί μου».
Ὁ ἄγγελος τὴν παρακαλοῦσε νὰ δείξει ἀγάπη, ἀλλὰ ἡ γριὰ ἦταν
ἀμετάπειστη. Κλωτσοῦσε τὶς ἄλλες ψυχὲς καὶ φώναζε! Τότε ἡ
ἀγριοκρεμμύδα ἔσπασε καὶ ἡ γριὰ καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ψυχὲς ξαναγύρισαν
στὴν κόλαση.
Ὁ ἄγγελος λυπημένος ξαναγύρισε στὸν παράδεισο καὶ ἑτοιμάστηκε γιά
ἕνα νέο ταξίδι στὴ γῆ κοντὰ σὲ μιὰ καινούρια ψυχή. Θὰ τὸν συντρόφευε
ἡ ἐλπίδα ὅτι αὐτὴ ἡ ψυχὴ θὰ μποροῦσε νὰ δείξει λίγη ἀγάπη, ὅσο κρατᾶ
μιὰ ἀγριοκρεμμύδα.
Ὁ Παράδεισος ἄλλωστε, κερδίζεται γιὰ τόσο
λίγο. Ἀρκεῖ νὰ τὸ θέλουμε!
Ἕνας πατέρας γύρισε σπίτι ἀπὸ τὴν ἐργασία του ἀργά, κουρασμένος καὶ ἐκνευρισμένος,
καὶ βρῆκε τὸν πεντάχρονο γιό του νὰ τὸν περιμένει στὴν πόρτα.
-Μπαμπᾶ, μπορῶ νὰ σοῦ κάνω μιὰ ἐρώτηση ; ρωτᾶ τὸ παιδί.
-Ναὶ βεβαίως, τί συμβαίνει ;
-Μπαμπᾶ, πόσα λεφτὰ κερδίζεις σὲ μιὰ ὥρα ;
-Αὐτὸ δὲν εἶναι δική σου δουλειά. Γιατί ρωτᾶς ἕνα τέτοιο πρᾶγμα ; Ἀπαντᾶ ὁ ἄντρας θυμωμένα.
-Νά, θέλω μόνο νὰ ξέρω. Παρακαλῶ, πές μου, πόσα κερδίζεις σὲ μιὰ ὥρα ;
-Ἂν πρέπει νὰ ξέρεις, κερδίζω 50 εὐρὼ σὲ μιὰ ὥρα.
-Ὦ!! ἀπάντησε τὸ μικρὸ ἀγόρι μὲ τὸ κεφάλι του κάτω. Μπαμπᾶ, μπορεῖς, σὲ παρακαλῶ, νὰ μοῦ δανείσεις 25 εὐρώ ;
Ὁ πατέρας ἀγρίεψε.
-Ἂν ὁ μόνος λόγος ποὺ μὲ ρώτησες εἶναι γιὰ νὰ δανειστεῖς κάποια
χρήματα, γιὰ νὰ ἀγοράσεις ἕνα ἀνόητο παιχνίδι ἢ κάποιες ἄλλες ἀηδίες,
τότε πήγαινε κατ' εὐθεῖαν στὸ δωμάτιο σοῦ καὶ πέσε νὰ κοιμηθείς. Σκέψου γιατί εἶσαι τόσο ἐγωιστής.
Δὲν ἐργάζομαι σκληρὰ κάθε μέρα γιὰ τέτοιες παιδαριώδεις ἐπιπολαιότητες.
Τὸ μικρὸ ἀγόρι πῆγε ἥσυχα στὸ δωμάτιο τοῦ καὶ ἔκλεισε τὴν πόρτα.
Ὁ ἄντρας κάθισε καὶ ἄρχισε νὰ θυμώνει ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὴν ἐρώτηση τοῦ μικροῦ ἀγοριοῦ.
Πὼς τόλμησε νὰ κάνει τέτοιες ἐρωτήσεις, μόνο γιὰ νὰ πάρει κάποια χρήματα ;
Μετὰ ἀπὸ περίπου μιὰ ὥρα ὁ ἄντρας ἠρέμησε καὶ ἄρχισε νὰ σκέπτεται:
-Ἴσως ὑπάρχει κάτι ποὺ ἔπρεπε νὰ πραγματικὰ νὰ ἀγοράσει μὲ αὐτὰ τὸ 25 εὐρώ.. Καὶ πραγματικὰ δὲν ζητοῦσε χρήματα πολὺ συχνά.
Ὁ ἄντρας πῆγε στὴν πόρτα τοῦ δωματίου τοῦ μικροῦ ἀγοριοῦ καὶ τὴν ἄνοιξε.
-Κοιμᾶσαι γιε μου ; ρώτησε.
-Ὄχι, μπαμπᾶ εἶμαι ξύπνιος, ἀπάντησε τὸ ἀγόρι.
-Σκέφτηκα ὅτι ἴσως ἤμουν πάρα πολὺ σκληρὸς μαζί σου πιὸ πρίν, εἶπε ὁ ἄντρας.
Ἦταν μιὰ δύσκολη μέρα καὶ ἔβγαλα τὸν ἐκνευρισμὸ μοῦ πάνω σου. Νὰ πᾶρε τὰ 25 εὐρὼ ποὺ μοῦ ζήτησες.
Τὸ ἀγόρι ἀνακάθισε ἀμέσως στὸ κρεβάτι του χαμογελῶντας.
-Ὦ! εὐχαριστῶ, μπαμπᾶ, φώναξε. Κατόπιν, ἔψαξε κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι του, ἔβγαλε μερικὰ τσαλακωμένα χαρτονομίσματα.
Ὁ ἄντρας εἶδε ὅτι τὸ ἀγόρι ἤδη εἶχε χρήματα κι ἄρχισε πάλι νά
νευριάζει. Τὸ μικρὸ ἀγόρι μέτρησε ἀργὰ τὰ χρήματα του, καὶ ἔπειτα
κοίταξε τὸν πατερά του.
-Γιατί θέλεις περισσότερα χρήματα ἀφοῦ ἤδη ἔχεις μερικά ; Τοῦ λέει θυμωμένα ὁ πατέρας του.
-Ἐπειδὴ δὲν εἶχα ἀρκετὰ ἀλλὰ τώρα ἔχω, ἀπάντησε τὸ ἀγόρι.
Μπαμπᾶ ἔχω 50 εὐρὼ τώρα. Μπορῶ νὰ ἀγοράσω τώρα μιὰ ὥρα ἀπὸ τὸν χρόνο σου ;
Σὲ παρακαλῶ, ἔλα νωρὶς στὸ σπίτι αὔριο. ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΕΥΜΑΤΙΣΩ ΜΑΖΙ ΣΟΥ.
Ὁ πατέρας συντρίφθηκε. Ἀγκάλιασε τὸ μικρὸ γιό του καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν συγχωρήσει.
Ἡ ἱστορία αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς μιὰ μικρὴ ὑπενθύμιση σὲ ὅλους ἐσᾶς ποὺ ἐργάζεστε τόσο σκληρὰ στὴν ζωή σας.
Δὲν πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὸν χρόνο γλιστρᾶ μέσα ἀπὸ τὰ δάκτυλα μᾶς χωρὶς νὰ ξοδεύουμε λίγο ἀπὸ τὸν χρόνο μας
μὲ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους πραγματικὰ νοιαζόμαστε, μὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι στὶς καρδιές μας.
Μὴν παραλείπετε νὰ μοιράζεστε αὐτὸ τὸν χρόνο ποὺ ἀξίζει 50 εὐρὼ μὲ κάποιο ποὺ ἀγαπᾶτε.
Ἂν πεθάνουμε αὔριο, ἡ ἐπιχείρηση γιὰ τὴν ὁποία ἐργαζόμαστε θὰ μποροῦσε εὔκολα νὰ μᾶς ἀντικαταστήσει μέσα σὲ λίγες ὧρες.
Ἀλλὰ ἡ οἰκογένεια καὶ οἱ φίλοι μας ποὺ ἀφήνουμε πίσω μας θὰ αἰσθανθοῦν τὴν ἀπώλεια γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μας.
Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος στὴ Βηθλεέμ.
Τέσσερις αἰῶνες περίπου μετὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, μιὰ νύχτα των
Χριστουγέννων, ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἔρχεται προσκυνητῆς στὴ Βηθλεέμ.
Λαχταράει νὰ προσκυνήσει τὸ μέρος ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἔρχεται στὸ σπήλαιο τῆς γεννήσεως ταπεινὰ καὶ προσεύχεται.
Ὁ ἴδιος μιλάει ἀργότερα γιὰ τὴ θεϊκὴ ἐμπειρία ποὺ εἶχε. Ἄκουσε σὲ ὅραμα
τὴ γλυκιὰ φωνὴ τοῦ Θείου Βρέφους νὰ ἀπευθύνεται σ΄ αὐτὸν καὶ ἀναρρίγησε.
Ἱερώνυμε τί θὰ μοῦ προσφέρεις σήμερα, τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς μου;
-Ω θεῖο Βρέφος, τὸ γνωρίζεις, γιὰ Σένα τὰ ἔχω ἐγκαταλείψει ὅλα... καὶ τήν
αὐλὴ τῶν Ἀρχιερέων, καὶ τὰ μεγαλεῖα τῆς Ρώμης, καὶ τὶς ἡδονὲς καὶ τά
πλούτη... Καὶ αὐτὴ τὴν ὥρα ὁ νοῦς μου, ὅλη μου ἡ καρδιά, οἱ σκέψεις μου
καὶ ἡ ζωή μου ἀκόμη, τὰ πάντα ἀνήκουν σὲ Σένα! Τί ἄλλο θὰ μποροῦσα νά
σοῦ δώσω; Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο... σήμερα τὴν ἡμέρα τῆς γιορτῆς σου...
Ἀκούει τότε τὴ φωνὴ τοῦ Θείου Βρέφους νὰ τοῦ λέει:
Ἔχεις Ἱερώνυμε, ἔχεις κάτι ποὺ τὸ λησμονεῖς καὶ θέλω σήμερα νὰ τὸ καταθέσεις στὰ πόδια μου.
-Τί εἶναι αὐτὸ οὐράνιε Βασιλιᾶ, ἀγάπη τῆς ἀγάπης μου καὶ ψυχὴ τῆς ζωῆς μου,
ἔχω πράγματι ἄλλο τίποτε γιὰ νὰ σοῦ δώσω; Θὰ ἤμουν τόσο ταλαίπωρος ὥστε
νὰ φυλάξω κάτι γιὰ μένα ! Πές μου γλυκύτατε Ἰησοῦ, τί ἠμπορῶ νὰ σοῦ
δώσω ἀκόμη;
(Καὶ μετὰ ἀπὸ μιὰ στιγμὴ σιγῆς ἄκουσε τὴ φωνὴ τοῦ παιδίου Ἰησοῦ, νατου ἀπαντᾶ!)
Ἱερώνυμε, δῶσε μου... τὶς ἁμαρτίες σου!*
-Τὶς ἁμαρτίες μου Ἁγιώτατε Θεέ ; Τί νὰ τὶς κάνεις τὶς ἁμαρτίες μου;
Ἱερώνυμε δῶσε μου ὅλες τὶς ἁμαρτίες σου, γιὰ νὰ τὶς συγχωρήσω ὅλες.
Καὶ ὁ Ἅγιος Γέρων ἀναλύθηκε σὲ δάκρυα, εὐτυχίας καὶ ἀγάπης καὶ προσκύνησε τὸ θεῖο Βρέφος.
Ἀδελφέ
μοῦ, ὅπως ἄλλοτε ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος πλησιάζουμε καὶ μεὶς σήμερα το
Σωτῆρα νὰ Τὸν προσκυνήσουμε καὶ νὰ τοῦ προσφέρουμε λέγοντας:«Αγρυπνούμε
καὶ μεὶς Κύριε, γιὰ νὰ σὲ δοξολογήσουμε, ἀνάψαμε τὶς λαμπάδες μας,
νηστέψαμε καὶ θὰ κοινωνήσουμε... τί ἄλλο νὰ σοῦ χαρίσουμε Χριστέ;» Καί
κεῖνος θὰ μᾶς κοιτάξει στὰ μάτια καὶ θὰ μᾶς πεῖ: «παιδί μου, καλὰ ὅλα
αὐτὰ ἀλλὰ ἐγὼ ἦρθα κοντά σας ἐπειδὴ θέλω νὰ μοῦ χαρίσετε, ὄχι αὐτὰ πού
ἐγώ σας ἔδωσα, ἀλλὰ κάτι δικό σας, ἀποκλειστικὰ δικό σας, ... τις
ἁμαρτίες σας».
Ἀφῆστε τις στὰ πόδια μου νὰ τὶς συγχωρέσω καὶ νά
ἀποκτῆστε καθαρήψυχή, χωρὶς αὐτὸ δὲν μπορεῖτε νὰ πλησιάσετε τὸν Ἅγιο
Θεό, χωρὶς τὴν καθαρότητα δὲν εἰσακούονται οἱ προσευχές σας.
Περᾶστε
ἀπὸ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης γιὰ νὰ καθαριστεῖτε καὶ ἔπειτα χαρίστε
μοῦ τὴν ψυχή σας καθαρή, ὥστε νὰ μπορέσω μετὰ νὰ γεννηθῶ καὶ στήν
καρδιά σας καὶ νὰ μπεῖτε ἔτσι γιὰ πάντα στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Καὶ μεὶς ἂς τοῦ ἀπαντήσουμε Ψυχή μου:
Γενηθήτω Κύριε τὸ θέλημά Σου !
Εὐχὴ εἷς τὸν ἄγγελο φύλακα τῆς τοῦ ἀνθρώπου ζωῆς
Ἅγιε Ἄγγελε, ὁ ἐφεστὼς τῆς ἀθλίας μου ψυχῆς καὶ ταλαιπώρου μου ζωῆς, μή
ἐγκαταλίπης μὲ τὸν ἁμαρτωλόν, μηδὲ ἀποστῇς ἀπ’ ἐμοῦ διά την ἀκρασίαν
μοῦ’ μὴ δώης χώραν τῷ πονηρῷ δαίμονι, κατακυριεῦσαι μου τη
καταδυναστεία τοῦ θνητοῦ τούτου σώματος’ κράτησον
τῆς ἀθλίας καὶ παρειμένης χειρός μου, καὶ ὁδήγησον μὲ εἰς ὁδόν
σωτηρίας. Ναί, ἅγιε Ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, ὁ φύλαξ καὶ σκεπαστῆς τῆς ἀθλίας
μοῦ ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, πάντα μοὶ συγχώρησον, ὅσα σοὶ ἔθλιψα πᾶσα
τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ εἰ τί ἥμαρτον τὴν σήμερον ἡμέραν’ σκέπασον
μὲ ἐν τῇ παρούσῃ νυκτὶ καὶ διαφύλαξον μὲ ἀπὸ πάσης
ἐπηρείας τοῦ ἀντικειμένου, ἵνα μὴ ἐν τίνι ἁμαρτήματι παροργίσω τον
Θεὸν’ καὶ πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ πρὸς τὸν Κύριον τοῦ ἐπιστηρίξαι μὲ ἐν το
φόβῳ αὐτοῦ καὶ ἄξιον ἀναδεῖξαι μὲ δοῦλον τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος. Ἀμήν.
Ἡ ΝΗΣΤΕΙΑ, ἔλεγεν ὁ Ἀββᾶς Ὑπερέχιος, εἶναι χαλινάρι ποὺ συγκρατεῖ τὶς κατώτερες ὁρμές. Ὅποιος τὴν περιφρονεῖ, μοιάζει μὲ ἀχαλίνωτο ἄλογο.
Ὁ ΑΒΒΑΣ Ἰωάννης ὁ Κολοβός, συμβουλεύοντας τοὺς νεωτέρους ἀδελφοὺς ν’ ἀγαπήσουν τὴν νηστεία, τοὺς ἔλεγε συχνά:
Ὁ καλὸς στρατηγός, ποὺ ἐπιχειρεῖ νὰ καταλάβη μιὰ πόλι ἐχθρική, γερὰ ὀχυρωμένη, κάνει ἀποκλεισμὸ στὶς τροφὲς καὶ στὸ νερό. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀτονεῖ ἡ ἀντίστασις τοῦ ἐχθροῦ καὶ τέλος παραδίδεται. Κατι παρόμοιο συμβαίνει μὲ τὶς σαρκικὲς ὁρμές, ποὺ ἀνελέητα πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο στὴν νεότητά του. Ἡ εὐλογημένη νηστεία καταβάλλει τὰ πάθη καὶ τοὺς δαίμονας καὶ τελικὰ τ’ ἀπομακρύνη ἀπὸ τὸν ἀγωνιστή.
Καὶ τὸ πανίσχυρο λιοντάρι, τοὺς ἔλεγε ἄλλη φορά, συχνὰ ἀπὸ τὴ λαιμαργία του πέφτει στὴν παγίδα κι’ ὅλη του ἡ δύναμι κι’ ἡ μεγαλοπρέπεια ἐξαφανίζονται.
ΑΝΕΒΑΣΑΝ κάποτε στὴν σκήτη τῶν Πατέρων ἕνα δαιμονισμένο νέο, γιὰ νὰ τὸν θεραπεύσουν μὲ τὴν προσευχή τους. Ἐκεῖνοι ὅμως, ἀπὸ ταπείνωσι, ἀπόφευγαν. Πολὺ καιρὸ βασανιζόταν ἔτσι ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος, ὥσπου κάποιος Γερων τὸν ἐλυπήθη, τὸν σταύρωσε μὲ τὸν ξύλινο σταυρό, ποὺ εἶχε στὴν ζώνη του, κι’ ἔδιωξε τὸ πονηρὸ πνεῦμα.
Ἀφοῦ μὲ βγάζεις ἀπὸ τὴν κατοικία μου, τοῦ εἶπε ἐκεῖνο, θὰ μπῶ μέσα σου.
Ἔλα, τοῦ ἀποκρίθηκε θαρραλέα ὁ Γεροντας.
Ἔτσι μπῆκε μέσα του τὸ δαιμόνιο καὶ τὸν βασάνιζε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια. Ὁ Ὅσιος ὑπόμενε μὲ καρτερία τὸν πόλεμο, ἀλλὰ ἀντιπολεμοῦσε κι’ ἐκεῖνος τὸν ἐχθρό, μὲ ὑπεράνθρωπη νηστεία καὶ ἀκατάπαυστη προσευχή. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια δὲν ἔβαλε οὔτε μιὰ φορὰ στὸ στόμα του τροφή, μασοῦσε μόνο λίγα κουκούτσια ἀπὸ φοίνικες κάθε βράδυ καὶ κατάπινε τὸν χυμό τους.
Νικημένο τέλος τὸ δαιμόνιο, ἀπὸ τὸν ἀκατάπαυστο ἀγῶνα τοῦ Γεροντος, τὸν ἐλευθέρωσε.
Γιατί φεύγεις; τὸν ρώτησε ἐκεῖνος, κανένας δὲ σὲ διώχνει.
Μὲ ἀφάνισε ἡ νηστεία σου, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνο κι’ ἔγινε ἄφαντο.
ΕΝΑΣ ἀρχάριος μοναχὸς συμβουλεύτηκε κάποιο διακριτικὸ Γεροντα, ποιό μέτρο ν’ ἀκολουθήση στὴ νηστεία.
Ἀπόφευγε τὶς ὑπερβολές, τέκνον μου, τὸν συμβούλεψε ἐκεῖνος. Πολλοὶ δοκίμασαν νὰ νηστέψουν πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους καὶ δὲν ἄντεξαν γιὰ πολὺ καιρό.
Ὅταν ἡ καρδια μας δὲν ἐχει ΧΡΙΣΤΟ,τοτε θὰ βαλουμε μεσα ἡ’ χρηματα ἡ’ κτηματα ἡ’ ἀνθρωπους.
Ἰδοὺ τὸ «κλειδὶ» τῆς ἀποφυγῆς τῆς ἁμαρτίας.
Ὁ «πανταχοῦ παρών...».
Ἂς τὸ ἔχουμε κατὰ νοῦ, κάθε δευτερόλεπτο τῆς ζωῆς μας!
Μιὰ σχέση ποὺ βασίζεται στὴν ἡδονὴ εἶναι σὰν ἕνα σπίτι χωρὶς θεμέλια.
Μιὰ σχέση ποὺ βασίζεται στὴν ἀγάπη εἶναι σὰν ἕνα καλοστεριωμένο ἀρχοντικό.
Τὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι σήμερα δὲν ξέρουμε νὰ ἀγαπᾶμε, καὶ τὸ ἀκόμα πιὸ τραγικὸ εἶναι ὅτι πολλὲς φορὲς περνᾶ μεγάλο μέρος τῆς ζωῆς μας μέχρι νὰ συναντήσουμε σὲ κάποιο πρόσωπο τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ...; καὶ νὰ μάθουμε νὰ ἀγαπᾶμε κι ἐμεῖς.
Μὴ φοβᾶσαι καὶ χάνεις τὸ θάρρος σου, γιατί τότε χάνεις καὶ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πίστη στὸ θεό.
Τοῦ πατρὸς Ἰωάννη Καλαιδη
Ἂν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπήσει τὸν Θεό, ἀγαπάει καὶ τὸν πλησίον καὶ μετὰ παθαίνει ὑπερχείλιση ἡ καρδιὰ καὶ ἀγαπάει τὰ ζῶα, τὴν κτίση ὅλη.
Ἡ παρακάτω ἱστορία ἀπὸ τὸν βίο τοῦ Ὁσίου καὶ Θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου θὰ μᾶς βοηθήση πολύ, ἀδελφοί μου, ὥστε νὰ κατανοήσουμε τὸ πῶς καὶ πόσο πρέπει νὰ ἀγαπᾶμε τὸν συνάνθρωπό μας.
Ὅτὰν ὁ Ὅσιος Σάββας ἦταν ὑποτακτικὸς στὸ Μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Εὐθυμίου, νέος, πολὺ νέος στὴν ἡλικία, τοῦ εἶχαν ἀναθέσει τὸ διακόνημα νὰ ἑτοιμάζη τὸ ψωμὶ τῶν ἀδελφῶν.
Κάποια ἡμέρα ἔβρεχε πολὺ καὶ ἕνας μοναχὸς ἐβράχη καὶ θέλησε νὰ στεγνώση τὰ ροῦχα του. Ἀφοῦ,λοιπόν,ἔβγαλε τὰ βρεγμένα ἱμάτιά του, τὰ ἔβαλε μέσα στὸ μεγάλο φοῦρνο γιὰ νὰ στεγνώσουν πιὸ σύντομα. Ὁ Σάββας δὲν εἶδε, ὅτι μέσα στὸ φοῦρνο ἦταν τὰ ροῦχα καὶ ἄναψε φωτιὰ γιὰ νὰ ψήση τὸ ψωμί.
Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε καὶ ὁ ἄλλος μοναχὸς γιὰ νὰ πάρη τὰ ροῦχα του, ἀλλὰ σὰν εἶδε τὸ φοῦρνο ἀναμμένο, λυπήθηκε πολὺ μέχρι δακρύων γιατί δὲν εἶχε ἄλλα ροῦχα καὶ κεῖνα ποῦ φοροῦσε ἦταν δανεικά.
Βλέποντας ὁ νεαρὸς Σάββας τὴν λύπη τοῦ ἀδελφοῦ, δὲν ἔχασε καιρό. Μπῆκε στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ μαζέψη τὰ ροῦχα. Καὶ τί θαῦμα, ἀδελφοί μου. Οὔτε τὰ ροῦχα του εἶχαν καεῖ, οὔτε ὁ ἁγιώτατος Σάββας ἔπαθε κάτι. Δὲν τὸν πείραξαν οἱ φλόγες, ὄχι μόνο γιὰ τὴν πολλή του πίστη καὶ εὐσέβεια ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πολλή του ἀγάπη γιὰ τὸν ἀδελφό του.
Ἕνας πατέρας μὲ οἰκονομικὴ ἄνεση, θέλοντας νὰ διδάξει στὸ γιό του τί
σημαίνει φτώχεια, τὸν πῆρε μαζί του γιὰ νὰ περάσουν λίγες μέρες στὸ χωριό,
σὲ μιὰ οἰκογένεια ποὺ ζοῦσε στὸ βουνό.
Πέρασαν τρεῖς μέρες καὶ δυὸ νύχτες στὴν ἀγροικία. Καθὼς ἐπέστρεφαν στό
σπίτι, μέσα στὸ αὐτοκίνητο, ὁ πατέρας ρώτησε τὸ γιό του:
«Πῶς σοῦ φάνηκε ἡ ἐμπειρία;»
«Ὡραῖα» ἀπάντησε ὁ γιὸς μὲ τὸ βλέμμα καρφωμένο στὸ κενό.
«Καὶ τί ἔμαθες;» συνέχισε μὲ ἐπιμονὴ ὁ πατέρας.
Ὁ γιὸς ἀπάντησε:
Ἐμεῖς ἔχουμε ἕναν σκύλο, ἐνῷ αὐτοὶ τέσσερις.
Ἐμεῖς διαθέτουμε μιὰ πισίνα ποὺ φτάνει μέχρι τὴ μέση τοῦ κήπου, ἐνῷ
αὐτοὶ ἕνα ποτάμι δίχως τέλος, μὲ κρυστάλλινο νερό, μέσα καὶ γύρω ἀπὸ τό
ὁποῖο ὑπάρχουν καὶ ἄλλες ὀμορφιές...
Ἐμεῖς εἰσάγουμε φαναράκια ἀπὸ τὴν Ἀσία γιὰ νὰ φωτίζουμε τὸν κῆπο μας,
ἐνῷ αὐτοὶ φωτίζονται ἀπὸ τὰ ἀστέρια καὶ τὸ φεγγάρι...
Ἡ αὐλή μας φτάνει μέχρι τὸ φράχτη, ἐνῷ ἡ δική τους μέχρι τὸν ὁρίζοντα...
Ἐμεῖς ἀγοράζουμε τὸ φαγητό μας, αὐτοί
πάλι, σπέρνουν καὶ θερίζουν γι αὐτό...
Ἐμεῖς ἀκοῦμε CDs. Αὐτοὶ ἀπολαμβάνουν μιὰ ἀπέραντη συμφωνία ἀπὸ πουλιά,
βατράχια, καὶ ἄλλα ζῶα. Καὶ ὅλα αὐτὰ διακόπτονται ποὺ καὶ ποὺ ἀπὸ τό
ρυθμικὸ τραγούδι τοῦ γείτονα ποὺ ἐργάζεται στὸ χωράφι...
Ἐμεῖς μαγειρεύουμε μὲ ἠλεκτρικὴ κουζίνα. Αὐτοὶ ὅ,τι τρῶνε ἔχει αὐτή τη
θεσπέσια γεύση, μιὰ καὶ μαγειρεύουν στὰ ξύλα...
Ἐμεῖς, γιὰ νὰ προστατευθοῦμε, ζοῦμε περικυκλωμένοι ἀπὸ ἕναν τοῖχο μέ
συναγερμό. Αὐτοὶ ζοῦν μὲ τὶς ὀρθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι ἀπό
τὴ φιλία τῶν γειτόνων τους...
Ἐμεῖς ζοῦμε «καλωδιωμένοι» μὲ τὸ κινητό, τὸν ὑπολογιστή, τὴν τηλεόραση.
Αὐτοί, ἀντίθετα, «συνδέονται» μὲ τὴ ζωή, τὸν οὐρανό, τὸν ἥλιο, τὸ νερό, το
πράσινο τοῦ βουνοῦ, τὰ ζῶα τους, τοὺς καρποὺς τῆς γῆς τους, τὴν οἰκογένειά
τους.
Ὁ πατέρας ἔμεινε ἔκθαμβος ἀπὸ τὶς ἀπαντήσεις του γιοῦ του...
Καὶ ὁ γιὸς ὁλοκλήρωσε μὲ τὴ φράση:
«Σ’ εὐχαριστῶ, μπαμπᾶ, ποὺ μᾶς δίδαξες πόσο φτωχοὶ εἴμαστε...»
Πηγὴ Βῆμα Ὀρθοδοξίας.
