Ἡ Ὅσια Ἀναστασία ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ρώμη. Ὅταν πέθαναν οἱ πλούσιοι γονεῖς της, διαμοίρασε τὴν περιουσία ποὺ κληρονόμησε στοὺς φτωχοὺς καὶ ἀποσύρθηκε σὲ μοναστήρι. Ὅταν τὴν συνέλαβε ὁ ἡγεμόνας Πρόβος, ὑπενθύμισε στὴν Ἀναστασία τὴν ἀνθηρὴ νεότητά της, γιὰ τὴν ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Τότε, δυναμικὴ ὑπῆρξε ἡ ἀπάντηση τῆς Ἀναστασίας: «Ἐγώ, εἶπε, μία ὡραιότητα καὶ νεότητα γνωρίζω, ἐκείνη ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς στὶς πιστὲς καὶ γενναῖες ψυχές, ποὺ προτιμοῦν γι’ Αὐτὸν τὸν θάνατο ἀντὶ ἄλλων ἐγκόσμιων ἀγαθῶν, ὅταν αὐτὰ προτείνονται γιὰ τὴν προδοσία τοῦ Θεοῦ τους. Πλούτη εἶχα ἄφθονα. Δὲν τὰ θέλησα. Ἀλλὰ τὸν Χριστό μου τὸν θέλω καὶ ἀπ’ Αὐτὸν καμία δύναμη δὲν θὰ μπορέσει νὰ μὲ χωρίσει. Ἂν ἀμφιβάλλεις, δοκίμασε». Ἐξαγριωμένος ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ὁ Πρόβος, τὴν μαστίγωσε στὸ πρόσωπο καὶ τὴν ἅπλωσε σὲ ἀναμμένα κάρβουνα. Ἔπειτα, τὴν κρέμασε καὶ τῆς ἔσκισε τὸ σῶμα. Μετὰ ἔκοψε τοὺς μαστούς της, ξερίζωσε τὰ νύχια της καὶ τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε. Ἔτσι, ἡ Ἀνα...
Στο παρεκκλήσιο της αγίας Σωρού, που βρισκόταν στην νότια πλευρά του ναού των Βλαχερνών της Κωνσταντινουπόλεως, φυλάσσονταν η Αγία εσθήτα, ο πέπλος και μέρος της τιμίας ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σε μια αγρυπνία αυτού του παρεκκλησίου, μετείχε και ο Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός (έζησε επί αυτοκράτορος Λέοντος του μεγάλου, 4ος αιών Μ. Χ. περίπου), με τον μαθητή του Επιφάνιο, και έναν ακόλουθό του Επιφανίου. Ο μακάριος Ανδρέας μάλιστα, είχε την συνήθεια να παραμένει στην αγρυπνία όση ώρα μπορούσε, άλλοτε μέχρι τα μεσάνυκτα κι άλλοτε μέχρι το πρωί. Ήταν η ώρα περίπου Τετάρτη νυκτερινή (με το βυζαντινό ωρολόγιο), οπότε βλέπει ο μακάριος Ανδρέας τη Θεοτόκο Μαρία να προχωρεί απ’ τις βασιλικές πύλες προς το Θυσιαστήριο. Φαινόταν πολύ υψηλή, και είχε λαμπρή τιμητική συνοδεία λευκοφόρων αγίων. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν ο τίμιος Πρόδρομος και ο Θεολόγος Ιωάννης, που παράστεκαν δεξιά κι αριστερά τη Θεοτόκο. Από τους λευκοφόρους, άλλοι προπορεύονταν και άλλοι ακολουθούσαν ψάλλοντας ύμνο...