Στην αρχή του χρόνου συγκεντρώθηκαν τα ταγκαλάκια, όπως τα αποκαλούσε ο Άγιος Παΐσιος, και αποφάσισαν να κάνουν μια φάρσα με τους ανθρώπους. Ένα από αυτά είπε: -Τι θα λέγατε να κάναμε λίγη «πλάκα» με τους ανθρώπους, αφαιρώντας τους κάτι; -Και τι μπορούμε να τους αφαιρέσουμε; είπε κάποιο άλλο. Μετά από πολλή σκέψη το πιο μικρό είπε: Ας τους πάρουμε την ευτυχία. Το πρόβλημα όμως είναι πού να την κρύψουμε, ώστε να μην τη βρούνε. Κάποιο πρότεινε: Να την κρύψουμε στην κορυφή του ψηλότερου βουνού του κόσμου. -Όχι. Είπε κάποιο άλλο. Οι άνθρωποι διαθέτουν τεράστια δύναμη. Κάποιος θα μπορούσε να πάει να τη βρει και τότε όλοι θα μπορούσαν να ξέρουν πού να την αναζητήσουν. -Τότε να την κρύψουμε στο βυθό της θάλασσας, πρότεινε ένα άλλο ταγκαλάκι. -Όχι, έχουν υπερσύγχρονα υποβρύχια και πολύ σύντομα θα τη βρούνε, αντέτεινε το πρώτο. -Να τη φυγαδέψουμε σε ένα μακρινό πλανήτη, πρότειναν εν χορώ κάποια άλλα. -Τα διαστημόπλοια πάνε κι έρχονται στο διάστημα. Θα την ανακαλύψουν και θα επαίρονται και...
Εξάψαλμος Ἀρχόμεθα τοῦ Ἑξαψάλμου ἐν πάσῃ σιωπῇ καί κατανύξει, καί μετ’ εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ. Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία. (Τρὶς) Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν σου. (Δὶς) Ψαλμός Γ’ (3) Κύριε τὶ ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ’ ἐμέ. Πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. Σὺ δὲ Κύριε ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα, ἐξηγέρθην ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. Οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. Ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με ὁ Θεός μου. Ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. Τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου. Καὶ πάλιν· Ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. Ψαλμός ΛΖ΄ (37) Κύριε μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με. ...