π. Δημητρίου Μπόκου Ένας πατέρας έφερε το παιδί του στον Χριστό, λέγοντάς του ότι σεληνιάζεται. Ο Χριστός έδειξε ότι το παιδί διακατεχόταν από δαιμόνιο. Δεν το επηρέαζε σε τίποτε η σελήνη ή τα άστρα, όπως νόμιζαν και νομίζουν πολλές φορές οι άνθρωποι. Και φυσικά ο Χριστός θεράπευσε το παιδί, επιτιμώντας και βγάζοντας το δαιμόνιο. Στους μαθητές του, που απέτυχαν να βγάλουν το πονηρό πνεύμα, καταλόγισε έλλειψη πίστης, προσευχής και νηστείας (Κυριακή Ι΄ Ματθαίου). Το δυναμικό αυτό τρίπτυχο (πίστη, προσευχή, νηστεία), είναι κάτι που δεν ηχεί ευχάριστα στα αυτιά μας σήμερα. Απαιτεί προϋποθέσεις που δεν είμαστε διατεθειμένοι να παράσχουμε. Κατ’ αρχήν ο άνθρωπος δεν ικανοποιείται με την πίστη. Θέλει βεβαιότητες ατράνταχτες, σιγουριά ψηλαφητή για το καθετί. Αγκιστρώνεται πιο πολύ στη λογική του, δέχεται συνήθως μόνο ό,τι αυτή μπορεί να επεξηγήσει. Πραγματικότητες πέραν της λογικής, όπως ο Θεός, γίνονται αποδεκτές με αγνωστικισμό, μια και δεν υπάρχουν γι’ αυτές λογικές, δηλαδή...
Πῶς ὁ Ματθίας κατατάχθηκε στὸ χορὸ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Μετὰ τὴν προδοσία καὶ τὸν ἀπαγχονισμὸ τοῦ Ἰούδα καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, οἱ ἕντεκα μαθητὲς μὲ τὴν Παναγία βρίσκονταν στὸ ὑπερῷον. Τότε ὁ Πέτρος πρότεινε νὰ ἐκλεγεῖ ἄλλος ἀντὶ τοῦ Ἰούδα, ἀπὸ τοὺς ἄνδρες ποὺ ἀκολουθοῦσαν ὑπηρετῶντας τὸν Χριστό. Ἡ πρόταση ἔγινε δεκτὴ καὶ τέθηκαν δύο ὑποψήφιοι: ὁ Ἰωσὴφ ὁ καλούμενος Βαρσαββᾶς καὶ ὁ Ματθίας. Τότε ἔβαλαν κλῆρο, καὶ δίνοντας σὲ ὅλους ἐμᾶς παράδειγμα ἐναπόθεσης κάθε ἐκλογῆς μας στὸ Θεό, προσευχήθηκαν ὅλοι μαζὶ ὡς ἑξῆς: «Σὺ Κύριε, καρδιογνῶστα πάντων, ἀνάδειξαν ὂν ἐξελέξω ἐκ τούτων τῶν δύο ἕναν, λαβεῖν τὸν κλῆρον τῆς διακονίας ταύτης καὶ ἀποστολῆς». Δηλαδή: «Σὺ Κύριε, ποὺ γνωρίζεις τὶς καρδιὲς ὅλων, φανέρωσε καθαρὰ ἐκεῖνον ποὺ ἐξέλεξες, ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δύο, γιὰ νὰ ἐπωμισθεῖ τὸ ἀξίωμα τῆς ἀποστολικῆς διακονίας». Στὴν συνέχεια ὁ κλῆρος ἔπεσε στὸ Ματθία. Καὶ ἔτσι προστέθηκε στοὺς ἕντεκα Ἀποστόλους. Ἀπὸ τὴ μετέπειτα ζωὴ τοῦ Ματθία...