Ὁ Ἀπόστολος Ἰούδας, ἕνας ἐκ τῶν 12 Μαθητῶν καὶ Ἀποστόλων τοῦ Κυρίου, ἦταν υἱὸς τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ μνήστορος Ἰωσὴφ Ἀλφαίου καὶ τῆς συγγενοῦς τῆς Θεοτόκου Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ τοῦ ἐπίσης Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ ἐπιλεγομένου Ἀδελφοθέου. Πρὸς διάκριση ἐκ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου, στὸ μὲν τὸ κατὰ Λουκᾶ Εὐαγγέλιο (6, 16) καὶ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (1, 13) ἀποκαλεῖται Ἰούδας Ἰακώβου (ἀδελφὸς δηλαδὴ τοῦ Ἰακώβου), στὸ δὲ τὸ κατὰ Ματθαῖο (10, 3) καὶ Μάρκο (Γ’, 18) ὀνομάζεται Θαδδαῖος ἢ Λεββαῖος. Ὁ συγγραφέας τῆς Ἐπιστολῆς Ἰούδα χαρακτηρίζεται σαφῶς «Ἰούδας... ἀδελφὸς δὲ τοῦ Ἰακώβου». Ἡ ζωή του κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς γῆς παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς ἦταν ὅμοια μὲ αὐτὴ τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων. Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ὅμως, ὅταν ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατῆλθε ἐπὶ τῶν Ἀποστόλων, ὁ Ἰούδας, ἀφοῦ γιὰ ἀρκετὸ χρονικὸ διάστημα παρέμεινε ἐργαζόμενος στὰ Ἱεροσόλυμα, κοπιῶν ὑπὲρ τῆς ἐκεῖ Ἐκκλησίας, μετέβη ἀκολούθως στὶς γειτονικὲς χῶρες, κηρύττων τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς ἐν Σαμαρείᾳ καὶ Μεσοποταμίᾳ ὁμοεθ...
Ὁ Ὅσιος καὶ Θεοφόρος Πατέρας μας Παΐσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ἀπὸ γονεῖς εὔπορους, ἐνάρετους καὶ εὐσεβεῖς Χριστιανοὺς καὶ ἄκμασε κατὰ τὸ β’ ἥμισυ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατρός του, νέος ἀκόμη στὴν ἡλικία, ὑπὸ θείου ζήλου κινούμενος, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ κατέφυγε στὴν ἔρημο, ὅπου ἔγινε μαθητὴς τοῦ περιώνυμου ἐρημίτου ἀσκητοῦ Παμβὼ († 18 Ἰουλίου), ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ ὁποίου προέκοψε σὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς καὶ τὴ βαθιὰ γνώση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ διδασκάλου του, έπιθυμῶν πλέον ἥσυχη καὶ ἐρημικὴ ζωή, γιὰ αὐστηρότερη ἄσκηση, κατέφυγε στὸ ἐσωτερικὸ τῆς ἐρήμου, ὅπου ἐγνωρίσθηκε καὶ συνδέθηκε διὰ στενοτάτης φιλίας μετὰ τοῦ ἐπίσης μεγάλου ἀσκητοῦ Ὁσίου Παύλου († 15 Ἰανουαρίου). Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του ἄρχισε ταχέως νὰ διαδίδεται, πολλοὶ δὲ πιστοὶ προσέτρεχαν πρὸς αὐτόν, ἐξαιτοῦντες τὴν εὐλογία καὶ τοὺς σοφοὺς παρηγορητικοὺς λόγους του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάσθηκε Μέγας. Γέροντας πλέον, μετὰ ἀπὸ παρακκλήσεις πολλῶν ἀδελφῶν, ἐγκατέλειψε τὴν ἔ...