Ἡ Ἁγία Μεγαλομάρτυς Μαρίνα καταγόταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας, ἦταν θυγατέρα τοῦ ἱερέως τῶν εἰδώλων Αἰδεσίου καί ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κλαυδίου Β’ (268 – 270 μ.Χ.). Μετά τόν θάνατο τῆς μητέρας της, σέ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν, παραδόθηκε ἀπό τόν πατέρα της σέ γυναίκα, ἡ ὁποία κατοικοῦσε στήν ἀγροτική περιοχή τῆς Πισιδίας. Μετά ἀπό λίγο, ἡ γυναίκα αὐτή προσῆλθε στόν Χριστιανισμό καί ἀπό τή νεοφώτιστη πίστεψε στόν Χριστό καί ἡ Μαρίνα, ἡ ὁποία καί ἔλαβε τό θεῖο Βάπτισμα. Δέν πέρασαν παρά μόνο τρία ἔτη ἀπό τό βάπτισμά της, κατά τά ὁποῖα διδάχθηκε διά τοῦ κηρύγματος στήν Ἐκκλησία καί μέσα ἀπό τίς κατ’ οἶκον κατηχήσεις, κατά τό ἀποστολικό σύστημα, κατέστη τέλεια γνώστης τῶν χριστιανικῶν δογμάτων καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Τότε νόμισε ὅτι ἦταν καιρός νά ἀποκαλύψει στόν πατέρα της τήν ἔνταξή της στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά προσπαθήσει νά ἑλκύσει καί αὐτόν. Κατάπληκτος ὁ πατέρας της ἀπό τήν ἀποκάλυψη αὐτή, ἀφοῦ μάταια μέ ὑποσχέσεις καί ἀπειλές προσπάθησε νά τήν ...