Ἦταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Γότθων, ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθεῖ πέραν τοῦ Ἴστρου ποταμοῦ, στὰ χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου. Ἀπὸ παιδὶ ὁ Νικήτας διδάχθηκε τὴν ἁγία πίστη ἀπὸ τὸ Γότθο ἐπίσκοπο Θεόφιλο, ὁ ὁποῖος συχνὰ ὑπενθύμιζε στὸ Νικήτα τὰ λόγια του Ἀπ. Παύλου: ‘Μένε ἐν οἲς ἔμαθες... ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενα σὲ σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ». Δηλαδή, μένε ἀκλόνητος σ’ ἐκεῖνα ποὺ ἔμαθες. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ γνωρίζεις τὶς Ἅγιες Γραφές, ποὺ μποροῦν νὰ σοῦ μεταδώσουν τὴν ἀληθινὴ σοφία, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία διὰ μέσου τῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Καὶ ἔτσι ἔγινε. Ὅταν ὁ ἡγεμόνας Ἀθανάριχος συνέλαβε τὸ Νικήτα καὶ τὸν ἀπείλησε γιὰ νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, αὐτὸς ἔμεινε ἀμετακίνητος σ’ αὐτὰ ποὺ ἔμαθε ἀπὸ παιδί. Ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὸν Χριστὸ μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος ὅταν τὸν ἄκουσε ἐξαγριώθηκε πολύ. Διέταξε ἀμέσως καὶ τοῦ ἔσπασαν τὰ κόκαλα μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο Ἄλλα τὸ μίσος τῶν Βαρβάρων ἦταν τόσο, ὥστε μετὰ τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά, ὅπου βρῆκε τὸ θάνατο. ...
Ὁ Ἅγιος Βησσαρίων γεννήθηκε στὴν Πόρτα Παναγιὰ Τρικάλων τὸ 1490, ἤτοι λίγα χρόνια μετὰ τὴν ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ἂν καὶ οἱ συνθῆκες ἦταν πολὺ δύσκολες, γαλουχήθηκε καὶ ἀνατράφηκε ἀπὸ τοὺς εὐλαβεῖς γονεῖς του μὲ τὰ ἱερὰ νάματα τῆς ἁγίας πίστεώς μας καὶ τὰ ἰδεώδη τοῦ Γένους μας σὲ ἕνα γεμάτο θεοσέβεια οἰκογενειακὸ περιβάλλον. Ἀπὸ τὴν νεανική του ἡλικία διακρινόταν γιὰ τὴν εὐφυΐα καὶ τὴ σύνεσή του ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐθύτητα τοῦ χαρακτῆρος του, τὴν ἁγνότητα καὶ σωφροσύνη του, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν βαθειὰ πίστη του, τὴν ἀπέραντη ἀγάπη του. Νεότατος γίνεται μοναχὸς καὶ χειροτονεῖται διαδοχικὰ διάκονος καὶ πρεσβύτερος. Τὸ 1517 ἐκλέγεται ἐπίσκοπος Ἐλασσῶνος καὶ τὸ 1521 ἀναλαμβάνει τὴν διοίκηση τῆς ἐπισκοπῆς Σταγών. Τὸ 1527 ἀναβιβάζεται στὸν θρόνο τῆς Μητροπόλεως Λαρίσης καὶ ἀκτινοβολεῖ μὲ τὴν ἁγιότητα τῆς ζωῆς του καὶ τὴν καταπληκτικὴ ἀγαθοεργὸ δράση του, ἐνῶ συγχρόνως ὑπομένει μὲ θαυμαστὴ ἀνεξικακία συκοφαντίες καὶ σκληρὲς δοκιμασίες στὶς ὁποῖες ἔλαμψε «ὡς ...