Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κυριακή ΙΑ´ Ματθαίου

 Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα


(Ματθ. ιη´ 23-35)

Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα ἔχει, καὶ ἀποδοθῆναι. πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων, Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα ἀποδώσω σοι. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων, Ἀπόδος εἴ τι ὀφείλεις. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων, Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι. ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. ἰδόντες οὖν οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ, Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς κἀγὼ σὲ ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον. Οὕτως καὶ ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν.


Θεία Εὐχαριστία καί ζωή


«οὐκ ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι τόν σύνδουλόν σου, ὡς καί ἐγώ σε ἠλέησα;» (Ματθ. ιη´, 33)


Ἡ παραβολή τοῦ ἀχαρίστου καί σκληροῦ δούλου μᾶς δείχνει τήν μεγάλη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί τήν μεγάλη ἀπανθρωπία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνῶ ὁ Θεός μέ τήν ἀγάπη Του συγχωρεῖ ὅλα τά μεγάλα πταίσματά μας, ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά συγχωρήσουμε τά μικρά πταίσματα τῶν ἀδελφῶν μας.


 Μερικές πτυχές αὐτῆς τῆς ἀλήθειας θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε στήν συνέχεια.


* * *


Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς συγκρίνοντας τήν περικοπή τῆς Δευτέρας Παρουσίας μέ τήν παραβολή τοῦ ἀχαρίστου δούλου, τοῦ ὀφειλέτου τῶν μυρίων ταλάντων, λέγει ὅτι ἡ πρώτη ἀναφέρεται στό μελλοντικό δικαστήριο, ἐνῶ τά γεγονότα τῆς δευτέρας «τοῦ παρόντος ἐστιν αἰῶνος». Πράγματι, ἡ ἄφεση τοῦ χρέους τοῦ δούλου, ἡ σκληροκαρδία του πρός τόν σύνδουλό του, ἡ ἐκ νέου τιμωρία του κλπ. δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφέρωνται στό φοβερό, ἀδέκαστο καί τελεσίδικο δικαστήριο.


Ἐξηγώντας ὁ θεῖος Γρηγόριος πῶς τά γεγονότα τῆς παραβολῆς ἀναφέρονται στήν παροῦσα ζωή, λέγει ὅτι ὁ Ἱερός Ναός εἶναι οὐρανός καί μέσα στό καταπέτασμα –ἱερό Βῆμα– ὑπάρχει ὁ δεσποτικός θρόνος, ἐπάνω στόν ὁποῖο κάθεται ὁ Βασιλεύς τοῦ παντός καί «συναίρει λόγον ἀοράτως μετά τῶν δούλων αὐτοῦ». Ὅλοι ἐμεῖς πού εἰσήλθαμε στόν Ἱερό Ναό βρισκόμαστε μπροστά στόν Χριστό. Ἀπ᾿ ὅσα λέγονται κατά τήν διάρκεια τῆς λατρείας καί τῆς θείας Λειτουργίας ἀντιλαμβανόμαστε τό μεγάλο χρέος πού ἔχουμε ἀπέναντι στό Δεσπότη Χριστό. Συγχρόνως, βλέπουμε τίς κολάσεις καί τίς τιμωρίες πού μᾶς περιμένουν. Ὅμως, βρισκόμενοι στόν Ναό μετανοοῦμε, πέφτουμε κάτω στήν γῆ, προσευχόμαστε στόν Θεό, δίνουμε ὑπόσχεση ὅτι θά ἀλλάξουμε διαγωγή καί θά ζήσουμε θεαρέστως κατά τόν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας. Τότε ὁ Χριστός συγχωρεῖ ὅλο τό χρέος μας. Ὅμως ἐμεῖς συνήθως, ἐξερχόμενοι τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ, «βαρεῖς αὐτοῖς (τοῖς ἀδελφοῖς μας) ἐσμέν καί ἀνηλεεῖς καί ἀμείλικτοι», σκεπτόμενοι τό μικρό τους χρέος πού ὀφείλουν σέ μᾶς. Ἔτσι, ὁ Χριστός βλέποντας τό πρός «τούς ὁμοφύλους ἀσυμπαθές ἡμῶν καί ἀνένδοτον ὀργίζεται καθ᾿ ἡμῶν δικαίως» καί μᾶς παραδίδει στούς βασανιστάς. Δηλαδή, μᾶς παραδίδει ἀφ᾿ ἑνός μέν στούς τωρινούς πειρασμούς, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ στήν αἰώνια καί ἀτελεύτητη κόλαση.


Αὐτή ἡ εὐχαριστιακή ἀνάλυση ἔχει βαθύ νόημα καί ἀποκτᾶ μεγάλη ἐπικαιρότητα. Στήν θεία Λειτουργία βιώνουμε τήν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ καρδιά μας συλλαμβάνει τό ἔλεος καί τήν εὐσπλαγχνία Του. Εἶναι πολύ χαρακτηριστικό ὅτι ὅλα τά τροπάρια τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας μας ζητοῦν τό ἔλεος ἤ καταλήγουν μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη ἡ ἀδιάλειπτη κραυγή τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι τό «Κύριε ἐλέησον».


Ἔτσι, ἐξερχόμενοι ἀπό τήν θεία Λειτουργία πρέπει νά εἴμαστε ἐλεήμονες στούς ἀδελφούς μας. Νά μήν ἐνθυμούμαστε τό τί μᾶς ἔκαναν οἱ ἄλλοι. Πρέπει ὅλα νά εἶναι μεταμορφωμένα. Ὄχι μόνον νά «παρακολουθοῦμε» τήν θεία Λειτουργία, ἀλλά νά φεύγουμε λειτουργημένοι καί νά συνεχίζουμε τήν θεία Λειτουργία στήν ζωή μας. Ὅ,τι λειτουργεῖται, αὐτό λειτουργεῖ σωστά καί ὅ,τι προσφέρεται αὐτό προσφέρει. Ἡ περίπτωση Χριστιανῶν, πού φεύγουν ἀπό τήν Ἐκκλησία μέ τό μίσος καί τήν ἐκδίκηση φανερώνει ὅτι δέν ἔχουν λειτουργηθῆ. Ἔμειναν λίγες ὧρες στόν Ναό, χωρίς νά καταλάβουν τίποτε.


* * *


Ἡ παραβολή τοῦ ἀχαρίστου δούλου δείχνει καθαρά τό περιεχόμενο τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Ὅταν λέμε ἦθος δέν ἐννοοῦμε ἁπλῶς τήν «ἠθική» τήν ὁποία πολλοί ἐπιμένουν μονομερῶς νά τονίζουν, οὔτε τούς ἐξωτερικούς καλούς τρόπους συμπεριφορᾶς, ἀλλά τήν στάση πού πρέπει νά τηροῦμε ἀπέναντι στόν Θεό καί ἀπέναντι στόν συνάνθρωπο. Ἀπό τήν στάση αὐτή δείχνουμε κατά πόσο ἔχουμε ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό φρόνημα. Μποροῦμε νά ποῦμε μέ βεβαιότητα, ὅτι αὐτή συνδέεται στενά μέ τό ἔλεος. Στεκόμαστε μπροστά στόν Θεό γιά νά ζητήσουμε ἔλεος γιά τό πλῆθος τῶν παραπτωμάτων μας, γιά τήν ἐκδαπάνηση τῶν πολλῶν χαρισμάτων, πού μᾶς ἔδωσε, καί πλησιάζουμε τούς ἀδελφούς μας γιά νά προσφέρουμε ἔλεος. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅσοι ἔχουν αἰσθήσεις πνευματικές καί αἰσθάνονται τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, αὐτοί σκορπᾶνε ἔλεος συνεχῶς στούς ἀδελφούς τους. Οἱ φιλόθεοι εἶναι καί φιλάνθρωποι.


Ἐμεῖς ὅμως δέν ἔχουμε ὀρθόδοξο ἦθος καί κάνουμε δυστυχῶς τό ἀντίθετο. Δέν πλησιάζουμε τόν Θεό γιά νά ζητήσουμε ἔλεος οὔτε πλησιάζουμε τούς ἀδελφούς μας γιά νά προσφέρουμε ἔλεος. Ἀπομακρυσμένοι ἀπό τόν Θεό, εἴμαστε ἀπομακρυσμένοι καί ἀπό τόν ἀδελφό. Ἔτσι ἐξηγεῖται τό ὅτι εἴμαστε σκληροί καί ἀνάλγητοι πρός τούς ἀδελφούς μας. Τό δέ φοβερότερο εἶναι ὅτι κάποτε καί αὐτοί πού φωνάζουν γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα καί εἶναι οἱ «καθώς πρέπει» ἄνθρωποι, εἶναι οἱ πιό σκληροί. Δέν συγκινοῦνται ἀπό τά ἀτομικά ἤ ὁμαδικά ἐγκλήματα, ἀφοῦ ἐξυπηρετοῦνται τά δικά τους συμφέροντα.


Αὐτό τό κακό ἔχει, δυστυχῶς, μεταφερθῆ καί μέσα στόν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Πολλοί ἀπό μᾶς πού αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά ἐκκλησιασθοῦμε, δέν ἔχουμε ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικό ἦθος. Ἡ πορεία μας πρός τόν Θεό γίνεται μᾶλλον γιά νά ἐπιβραβεύση τίς «ἀρετές» πού νομίζουμε ὅτι ἔχουμε. Καί ἡ πορεία μας πρός τόν ἀδελφό γίνεται γιά νά ἐπιβληθοῦμε. Διαρκῶς ζητοῦμε ἤ δίνουμε ἐξηγήσεις, κάνουμε μεγάλες συζητήσεις, μέ σκοπό νά δικαιολογοῦμε τόν ἑαυτό μας καί νά ἐπιβάλλουμε τίς ἀπόψεις μας. Ἐνῶ λέμε πολλές ὀρθόδοξες, πατερικές ἀπόψεις δέν ἔχουμε μετάνοια καί ἀληθινή ταπείνωση. Δέν ἀγαποῦμε τόν ἀδελφό. Δέν εἴμαστε διατεθειμένοι νά συγχωρήσουμε ὅ,τι μᾶς ἔκανε. Ὁπότε δέν ἔχουμε ὀρθόδοξο ἦθος.


* * *


Ἡ περίπτωση τοῦ ἀχαρίστου δούλου φανερώνει καί μιά ἄλλη πλευρά. Ὁ δοῦλος ἦταν σκληροκάρδιος. Δέν εἶχε καθόλου εὐαίσθητη καρδιά γιά νά συγκινηθῆ ἀπό τόν πόνο τοῦ ἄλλου. Στήν σύγχρονη κοινωνία γίνεται πολύς λόγος γιά εὐαισθησία. Ἐπειδή οἱ νέοι ζοῦν σέ μιά «λογική» κοινωνία, πού εἶναι γεμάτη σκληρότητα καί συμφέρον, ἀναζητοῦν κάτι εὐαίσθητο. Κάνουν μιά προσπάθεια γιά νά ξεφύγουν ἀπό τόν σκληρό κλοιό τῆς ὑποκρισίας καί ἀπανθρωπίας. Θέλουν νά γίνουν εὐαίσθητοι ἄνθρωποι. Καί τό ἐπιχειροῦν μέ πολλούς τρόπους, μέ ἀποτέλεσμα νά πέφτουν σέ διάφορες πλάνες.


Ὅταν ὅμως μιλᾶμε γιά εὐαισθησία δέν ἐννοοῦμε μιά συναισθηματική κατάσταση ἤ ὅταν λέμε καρδιά δέν ἐννοοῦμε ἕνα συναίσθημα καθώς ἐπίσης ὅταν μιλᾶμε γιά διαφυγή ἀπό τήν ψυχρότητα τῆς λογικῆς δέν ἐννοοῦμε ἕνα πέρασμα στή χώρα τοῦ ὀνείρου καί τῶν ψευδαισθήσεων, οὔτε τήν κίνηση στόν χῶρο στόν ὁποῖο βρισκόμασταν πρίν ἔλθουμε στήν ὕπαρξη, γιατί αὐτό εἶναι αὐτοκτονία καί αὐτοκαταστροφή. Ἐννοοῦμε κυρίως τήν ἔλευση τῆς θείας Χάριτος στήν καρδιά. Ἡ καρδιά ὅταν καθαρίζεται, γίνεται τρομερά εὐαίσθητη, συλλαμβάνει ὅλα τά προβλήματα τοῦ κόσμου καί μέ πόνο, πού εἶναι συνδεδεμένος μέ τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη, προσεύχεται γιά ὅλο τόν κόσμο. Σάν πομπός συλλαμβάνει τόν πόνο τοῦ κόσμου καί διά τῆς προσευχῆς προσφέρει ἀποτελεσματική βοήθεια.


Ὅταν αἰσθανθοῦμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ τότε θά γίνουμε πραγματικοί ἐλεήμονες. Θά ἔχουμε πνευματική εὐαισθησία, θά βιώνουμε τό ὀρθόδοξο ἦθος καί δέν θά εἴμαστε ἀχάριστοι καί σκληροί δοῦλοι.


* * * 


Ὁ ὀφειλέτης τῶν μυρίων ταλάντων, ἐνῶ δέχθηκε τήν φιλανθρωπία τοῦ κυρίου του, αὐτός δέν ἀντιμετώπισε φιλάνθρωπα τόν σύνδουλό του πού τοῦ χρωστοῦσε «ἑκατόν δηνάρια». Ζητοῦσε τήν ἄμεση ἀπόδοση τοῦ ποσοῦ μέ τρόπο πολύ σκληρό: «καί κρατήσας αὐτόν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἰ τι ὀφείλεις» (Ματθ. ιη´, 28). Δέν δίστασε ἀκόμη νά τόν ρίξη στήν φυλακή ἕως ὅτου ἐπιστρέψει ὅλο τό ποσό.


Πολλή σκληρή διαγωγή τοῦ δούλου αὐτοῦ πρός τόν σύνδουλό του. Στό ἐρώτημα, γιατί συμπεριφέρεται τόσο ἀπάνθρωπα, μιά ἀπάντηση ὑπάρχει. Γιατί ὁ ἴδιος βιώνει τό πρόβλημα τῆς ἐνοχῆς. ῏Ηταν καί αὐτός ὀφειλέτης, μεγάλου μάλιστα ποσοῦ, καί ἡ συνείδησή του τόν ἐλέγχει. Πωρωμένος ἀκόμη δέν μπορεῖ νά ἐκτιμήση τήν φιλανθρωπία τοῦ κυρίου του, πού τόν συνεχώρησε γιά τήν κατάχρηση τῶν «μυρίων ταλάντων». Αὐτή ἡ διαγωγή εἶναι ἀποκαλυπτική καί γιά τήν σημερινή ἐποχή ἡ ὁποία, σύν τοῖς ἄλλοις, χαρακτηρίζεται σκληρή καί ἀπάνθρωπη.


Πράγματι, σήμερα δέν συγκινούμαστε ἀπό τήν ἀδικία, ἀπό τό κλάμα τοῦ πτωχοῦ, τόν πόνο τοῦ ἀρρώστου, τήν ὀδύνη τοῦ ψυχικά τραυματισμένου ἀνθρώπου. Δέν εἴμαστε διατεθειμένοι νά συγχωρήσουμε τόν συνάνθρωπό μας γιά ὅ,τι μᾶς ἔκανε. Ἐπί πλέον συνεχῶς ἐλέγχουμε τήν διαγωγή τῶν ἄλλων, τούς κατακρίνουμε, σχολιάζουμε κριτικά τό ὑπάρχον σύστημα καί γενικά φερόμαστε σκληρά στούς ἄλλους. Πόσες φορές καί μεῖς δέν πνίγουμε τόν ἀδελφό μας; Πόσες φορές δέν τοῦ στεροῦμε τήν ἐλευθερία του; Γίνεται αὐτό γιατί βιώνουμε προσωπικές ἐνοχικές καταστάσεις, γιατί εἴμαστε γεμάτοι ἀπό συμπλέγματα. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὅσο εἴμαστε δέσμιοι ἐσωτερικά, δοῦλοι τῶν παθῶν μας, τόσο πνίγουμε τόν ἄλλον καί ἐπιδιώκουμε μέ κάθε τρόπο νά τοῦ στερήσουμε τήν ἐλευθερία καί νά τόν κλείσουμε στούς δικούς μας κανόνες σκέψεως καί ζωῆς.


Εἶναι ἀπόσταγμα πατερικῆς σοφίας καί ἐπιστημονικῆς ἀκόμη ἀναλύσεως, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὅσο εἶναι ἁμαρτωλός, τόσο εἶναι ἐπιθετικός. Συνήθως αὐτοί πού ἔχουν ἐσωτερικά προβλήματα καί ἐσωτερική ἀνασφάλεια ἐπιτίθενται συνεχῶς ἐναντίον τῶν ἄλλων. Αὐτό τό βλέπουμε καί στόν Φαρισαῖο τῆς Παραβολῆς. Ὑποκριτής καί τρομερά ἐγωϊστής δέν περιορίζεται στό νά καυχηθῆ γιά τίς «ἀρετές» του, ἀλλά ἐπιτίθεται καί ἐναντίον τοῦ Τελώνου: «οὐκ εἰμί ὥσπερ οἱ λοιποί τῶν ἀνθρώπων... ἤ ὡς οὗτος ὁ τελώνης» (Λουκ. ιη´, 11) ἔλεγε.


Ἀντίθετα ὅσοι εἶναι ἐσωτερικά ἐλεύθεροι δέν περιορίζουν τόν ἄλλον. Σέβονται ἀπόλυτα τήν ἐλευθερία του. Τέτοιοι εἶναι οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ. Πλησιάζεις ἕναν ἅγιο καί αἰσθάνεσαι τήν ἀπέραντη φιλανθρωπία του ἤ μᾶλλον καλύτερα τήν φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ διά τῶν ἁγίων φανερώνεται ἡ Εἰκών τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, πού εἶναι τό ἀρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἅγιος σέ πλησιάζει, ὅταν θελήσης καί ὅσο ἀντέχεις καί μόλις καταλάβει πώς δέν τόν θέλεις, διακριτικά ἀποχωρεῖ. Ὅταν ἀναλαμβάνη πνευματική ἐγχείρηση δέν προχωρεῖ περισσότερο ἀπό ὅσο ἀντέχει ὁ πνευματικός μας ὀργανισμός. Μᾶς μιλᾶ στήν γλώσσα μας. Μᾶς καταλαβαίνει καί τόν καταλαβαίνουμε.


Ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς μας δέν λείπει ἡ «ἐλευθερία», ἀλλά ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ πραγματική ἐλευθερία, ζωή καί ἀλήθεια. Αὐτή τήν ἐνυπόστατη Ἐλευθερία μᾶς τήν φανερώνουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πού καί σήμερα ὑπάρχουν.


ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο Ὅσοι Πιστοί




Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 7997 - Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

  Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος. Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν. Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη. Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς ...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο Άγιος Παΐσιος και οι νέοι Αγιορείτες Άγιοι της Εκκλησίας μας, Παπά – Τύχων και Χατζηγεώργης

  Πνευματική χαρά σκόρπισε στην Αθωνική Πολιτεία αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο η αναγγελία της αναγραφής στις Αγιολογικές Δέλτους δύο μεγάλων ασκητικών μορφών του αγιορείτικου μοναχισμού, οι οποίοι, από την “έρημο της ησυχίας”, πλέον βρίσκονται στις τάξεις των Αγίων της Εκκλησίας μας.  Πρόκειται για τον Παπά – Τύχωνα, τον πνευματικό και τον Γεώργιο Χατζηγεώργη, τον αγιορείτη ασκητή του 19ου αιώνα με καταγωγή από την Καππαδοκία. Δύο ακόμη αγιοκατατάξεις επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ ο οποίος – στα 35 έτη της Πρωθιεραρχικής του διακονίας στην Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως – έχει ταυτίσει το όνομά του με αγιοκατατάξεις μεγάλων σύγχρονων Αγίων της εποχής μας. Εκτός από το προσωνύμιο του “πράσινου Πατριάρχη” δικαίως λαμβάνει και το προσωνύμιο του “αγιόφιλου Πατριάρχη”. Οι δύο νέοι Άγιοι της Εκκλησίας μας συνδέονται ωστόσο στενά και με έναν άλλο σύγχρονο Άγιο, τον Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο νέων Όσιος Τύχων υπήρξε πνευμ...

Οἱ Ἁγίες Ὀλυμπία καὶ Εὐφροσύνη οἱ Ὁσιομάρτυρες 11 Μαΐου

  Οἱ Ὁσίες Ὀλυμπία ἢ Ὀλυμπιὰς καὶ Εὐφροσύνη ἔζησαν τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἡ Ἁγία Ὀλυμπία γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ἦταν ἱερέας καὶ ἡ μητέρα της θυγατέρα ἱερέως. Ἡ οἰκογένεια τῆς Ἁγίας ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατοίκησε στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἡ Ὀλυμπία ἔχασε τοὺς γονεῖς της καὶ οἱ οἰκεῖοι της τὴν ἔστειλαν στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν τῆς Θέρμης Λέσβου, τὴ σημερινὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, στὴν ὁποία ἦταν ἡγούμενη ἡ θεία της, μοναχὴ Δωροθέα. Ἐκεῖ, σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν ἡ Ἁγία ἐκάρη μοναχὴ καὶ σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ὅταν ἡ θεία της πέθανε, ἔγινε ἡγουμένη. Μετὰ παρέλευση δέκα ἐτῶν, τὸ 1235, πειρατὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Οἱ μοναχὲς διασκορπίσθηκαν καὶ ὅσες δὲν πρόλαβαν νὰ φύγουν, τὶς κακοποίησαν. Ἡ ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ μοναχὴ Εὐφροσύνη βασανίσθηκαν ἀνηλεῶς. Τὴν Εὐφροσύνη, ἀφοῦ τὴν κρέμασαν σὲ δένδρο, τὴν ἔκαψαν. Τὴν Ὀλυμπία τὴν ἔκαψαν σὲ ὅλο τὸ σῶμα μὲ λαμπάδες, διαπέρασαν τὰ αὐτιά ...

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη 24 Φεβρουαρίου

  Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό. Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς ...

Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996)

 Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996) Ἑορτάζει στὶς 28 Ἰουνίου. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.  «Τόν ἐν Ἄθωνι ὀφθέντα ἄρτι διαυγέστατον χαρίτων σκεῦος καί ἀστέρα εὐσεβείας νεόφωτον πανευλαβῶς εὐφημήσωμεν Ἄνθιμον ὡς ἀγωγῆς καθαρᾶς ἄνθος ἥδιστον πόθω κράζοντες· χορείας ἀγγέλων σύσκηνε, Χριστόν ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει πάντοτε.» Ὁ μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος γράφει περὶ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος: «Ὁ Γέροντας Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης ἦταν ἀπὸ τοὺς τελευταίους παλαιοὺς Ἁγιορεῖτες, ποὺ στὸ πρόσωπό του συγκέντρωσε τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀσκήσεως, τὴν ἐμμονὴ στὴ μοναχικὴ παράδοση καὶ τὴν ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ἦταν ὁ ἐκφραστὴς τοῦ γνησίου Ἁγιορείτικού μοναχικοῦ πνεύματος...». Κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Κωνσταντῖνος Ζαφειρόπουλος τοῦ Χαραλάμπους καὶ τῆς Βασιλικῆς. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Καλλιάνοι τῆς Κορινθίας τὸ 1913. Μόλις πέντε ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς. Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον ...

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)

  Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές. Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ...

Οἱ Ἅγιοι Πάντες

  Πραγματικὰ εἶναι θαυμαστὸς ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους του. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πὼς μὲ ἀσθενὴ σάρκα καταντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὴ κακία, πὼς ἔμειναν ἀναίσθητοι στὶς ὀδύνες καὶ στὰ τραύματα, καθὼς ἀγωνίζονταν μὲ σώματα πρὸς φωτιά, πρὸς τὸ ξίφος, πρὸς ποικίλα καὶ θανατηφόρα εἴδη βασάνων καὶ ἀντιπαρατάσσονταν μὲ καρτερία, ἐνῶ τοὺς ἔκοβαν τὶς σάρκες, τοὺς διάλυαν τοὺς ἁρμοὺς καὶ τοὺς συνέτριβαν τὰ ὀστά, ὅμως διαφύλαξαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ σώα καὶ ἀδιάσπαστη, ἀκεραία καὶ ἀκλόνητη, ποὺ γι’ αὐτὸ τοὺς χαρίσθηκε καὶ ἡ ἀναντίρρητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων. Ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πὼς ὑπέφεραν μὲ τὴ θέλησή τους σὰν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες ἀσιτίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ἄλλες ποικίλες κακώσεις τοῦ σώματος, καὶ ἀντιτάχθηκαν ἕως τὸ τέλος πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ τόσα εἴδη ἁμαρτίας, πρὸς τὸν ἐσωτερικό μας ἀόρατο πόλεμο, πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, ἐνῶ ἔλειωναν καὶ ἀχρηστεύονταν ἐξω...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος  

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 10 Μαρτίου

  Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν...

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης 20 Μαρτίου

  Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος καὶ ἦταν δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος ἦταν σεμνὸς καὶ σώφρων καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἐργαζόμενος ὡς ράπτης στὸ Ἡράκλειο συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν φθονοῦσαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία Τουρκοπούλα. Στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ἀπέρριψε ἀπολογούμενος τὴ συκοφαντία, ἀλλὰ ἐτέθη σὲ αὐτὸν δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Μάρτυρας Μύρων ἀποκρίθηκε μὲ παρρησία ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτή, τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὅτι θέλει νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανός. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν διὰ ἀγ...