Περί του Αββά Ποιμένος.
α΄. Πήγε κάποτε ο Αββάς Ποιμήν, όταν ήταν νεώτερος, σ’ ένα γέροντα, να τον ρωτήσει για τρεις λογισμούς. Όταν λοιπόν έφθασε στον γέροντα, ξέχασε τον ένα από τους τρεις. Και γύρισε στο κελλί του. Αλλά μόλις έβαλε το χέρι να ξεκλειδώσει την πόρτα, θυμήθηκε τον λησμονημένο λογισμό. Και άφησε το κλειδί και γύρισε στον γέροντα.
Και του λέει ο γέροντας: «Γρήγορα ξαναγύρισες, αδελφέ».
Και του ιστόρησε: «Όταν πήγα να πιάσω το κλειδί, θυμήθηκα τον λογισμό οπού αποζητούσα και δεν άνοιξα, γι’ αυτό γύρισα».
Και το μάκρος του δρόμου ήταν παρά πολύ μεγάλο.
Του έλεγε δε ο γέροντας: «Στους Αγγέλους ανήκεις, Ποιμένα. Και το όνομα σου θα γίνει ξακουστό σε όλη την Αίγυπτο».
[Αββάς Αμμωνάς]
β΄. Κάποτε, ο αδελφός του Αββά Ποιμένος Παΐσιος σχετίσθηκε με κάποιους έξω από το κελλί του, πράγμα οπού ο Αββάς Ποιμήν δεν το ήθελε. Σηκώθηκε λοιπόν, πήγε στον Αββά Αμμωνά και του λέει: «Ο αδελφός μου ο Παΐσιος κάνει συντροφιά με κάποιους και έχασα την ειρήνη μου».
Του λέει ο Αββάς Αμμωνάς: «Ποιμένα, ακόμη ζεις; Πήγαινε, μείνε στο κελλί σου. Και βάλε στην καρδιά σου ότι έχεις ήδη ένα έτος μέσα στο μνήμα.
γ΄. Ήλθαν κάποτε πρεσβύτεροι από τον κόσμο στις Μονές οπού ήταν ο Αββάς Ποιμήν. Και πήγε στο κελλί του ο Αββάς Ανούβ και του λέει: «Ας καλέσουμε εδώ σήμερα τους πρεσβυτέρους».
Και ενώ έμεινε για πολύ, δεν του έδωσε απόκριση. Λυπήθηκε λοιπόν και βγήκε.
Του λένε αυτοί οπού έμεναν κοντά του: «Αββά, γιατί δεν του αποκρίθηκες;».
Και τους απαντά ο Αββάς Ποιμήν: «Τι να του πω; Εγώ είμαι νεκρός. Και ο νεκρός δεν μιλά. Ας μη με λογαριάσουν ότι βρίσκομαι εδώ μέσα μαζί τους».
δ΄. Ήταν ένας γέροντας στην Αίγυπτο, πριν έλθουν εκείνοι που ήταν μαζί με τον Αββά Ποιμένα. Και είχε γνώση και τιμή πολλή. Όταν λοιπόν ανέβηκαν ο Αββάς Ποιμήν και οι δικοί του από τη Σκήτη, τον άφησαν οι άνθρωποι και έρχονταν στον Αββά Ποιμένα. Και φθονούσε ο γέροντας και τους κακολογούσε. Άκουσε λοιπόν ο Αββάς Ποιμήν και λυπήθηκε.
Και λέει στους αδελφούς του: «Τι θα κάνουμε μ’ αυτόν τον μεγάλο γέροντα; Γιατί σε θλίψη μας έριξαν οι άνθρωποι, με το να παρατήσουν τον γέροντα και να προσέχουν εμάς οπού δεν είμαστε τίποτε. Πώς λοιπόν μπορούμε να καλοκαρδίσουμε τον γέροντα;».
Και τους λέει ύστερα: «Ετοιμάστε λίγο φαγητό και πάρετε και ένα φλασκί κρασί. Και ας πάμε, να φάμε μαζί του. Ίσως έτσι τον καλοκαρδίσουμε».
Πήραν λοιπόν τα φαγώσιμα και πήγαν. Και σαν έκρουσαν τη θύρα, τους ακούει ο μαθητής του και ρωτά: «Ποιοι είστε;».
Και αυτοί είπαν: «Πες στον Αββά, ότι ο Ποιμήν είναι και θέλει να πάρει την ευλογία του».
Το ανακοίνωσε ο μαθητής, αλλά εκείνος αποκρίθηκε: «Πήγαινε, δεν ευκαιρώ».
Αλλά εκείνοι έκαναν υπομονή μέσα στο λιοπύρι, λέγοντας: «Δεν φεύγουμε, αν δεν μας κάνει τη χάρη ο γέροντας να μας δεχθεί».
Ο δε γέροντας, βλέποντας την ταπείνωση και την υπομονή του Αββά Ποιμένος, κατανύχθηκε και τους άνοιξε. Μπήκαν λοιπόν και έφαγαν μαζί του. Ενώ δε έτρωγαν, έλεγε: «Αληθινά, δεν είναι μόνο ό,τι άκουσα για σας, αλλά εκατονταπλάσια είδα στη συμπεριφορά σας».
Και έγινε φίλος τους από εκείνη τη μέρα.
ε΄. Θέλησε κάποτε ο άρχοντας της χώρας εκείνης να δει τον Αββά Ποιμένα και δεν ήθελε ο γέροντας. Τότε, με πρόφαση ότι ήταν κακοποιός, έπιασε τον γιο τής αδελφής του και τον έριξε στη φυλακή, λέγοντας: «Θα τον απολύσω όταν έλθει ο γέροντας και παρακαλέσει γι’ αυτόν».
Και ήλθε η αδελφή του κλαίγοντας μπροστά στη θύρα. Αυτός όμως δεν της αποκρινόταν. Εκείνη δε τον κατηγορούσε, λέγοντας: «Σκληρόκαρδε, λυπήσου με, μονάκριβο τον έχω».
Και εκείνος έστειλε και της μήνυσε: «Ο Ποιμήν παιδιά δεν έκανε».
Και έτσι έφυγε. Ακούγοντας το ο άρχοντας, του μήνυσε: «Έστω και με απλό σου πρόσταγμα, τον αφήνω ελεύθερο».
Αλλά ο γέροντας του αντιμήνυσε, λέγοντας: «Εξέτασε σύμφωνα με τους νόμους. Και αν είναι άξιος θανάτου, ας πεθάνει. Αν όχι, κάνε όπως θέλεις».
Ο δε άρχοντας, αφού το άκουσε, τότε τον άφησε ελεύθερο.
στ΄. Έπεσε σε αμαρτία κάποτε ένας αδελφός, σε Κοινόβιο. Ήταν δε σ’ εκείνους τους τόπους ένας αναχωρητής. Και για πολύ καιρό, δεν πρόβαλε.
Πήγε δε ο Αββάς του Κοινοβίου στον γέροντα και του ανέφερε για τον πεσμένο. Και εκείνος είπε: «Να τον διώξετε».
Βγήκε λοιπόν ο αδελφός από το Κοινόβιο, εισήλθε σε χαράδρα και έκλαιγε εκεί. Έτυχε δε να περάσουν από εκεί κάποιοι αδελφοί, πηγαίνοντας στον Αββά Ποιμένα και άκουσαν τον αδελφό να κλαίει. Και πλησιάζοντας τον, τον βρήκαν σε θλιβερό κατάντημα. Και του ζήτησαν να τον πάνε στον γέροντα.
Και δεν ήθελε, λέγοντας: «Εδώ εγώ θα πεθάνω».
Φθάνοντας δε στον Αββά Ποιμένα, του το διηγήθηκαν. Τους παρακάλεσε και τους έστειλε, λέγοντας: «Πείτε του ότι ο Αββάς Ποιμήν σε φωνάζει».
Και ήλθε σ’ αυτόν ο αδελφός.
Βλέποντας τον δε ο γέροντας θλιμμένο, σηκώθηκε και τον ασπάσθηκε. Και μιλώντας του χαρωπά, τον παρακάλεσε να φάει. Έστειλε δε ο Αββάς Ποιμήν έναν από τους αδελφούς του στον αναχωρητή, λέγοντας: «Από πολλά χρόνια επιθυμούσα να σε δω, ακούγοντας τα σχετικά με σένα. Και από οκνηρία και των δυο μας δεν συναντηθήκαμε. Τώρα λοιπόν, μια και το θέλει ο Θεός και υπάρχει αιτία, κόπιασε έως εδώ, να ιδωθούμε».
Και συνήθιζε να μη βγαίνει από το κελλί του. Και ακούγοντας, έλεγε: «Αν ο Θεός δεν πληροφόρησε στην καρδιά του τον γέροντα, δεν θα μου μηνούσε».
Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε σ’ αυτόν. Και αφού ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλο με χαρά, κάθισαν. Του είπε δε ο Αββάς Ποιμήν: «Δυο άνθρωποι ήταν σ’ ένα τόπο και είχαν και οι δυο νεκρούς. Άφησε δε ο ένας τον δικό του νεκρό και πήγε να κλάψει τον νεκρό του άλλου».
Ακούγοντας δε ο γέροντας, κατανύχθηκε απ’ αυτά τα λόγια και θυμήθηκε τι έκανε και είπε: «Ποιμήν, είσαι πολύ ψηλά στον ουρανό, ενώ εγώ είμαι πολύ χαμηλά στη γη».
ζ΄. Πήγαν κάποτε γέροντες πολλοί στον Αββά Ποιμένα. Και να, ένας συγγενής του Αββά Ποιμένος είχε παιδί και το πρόσωπο του, από ενέργεια του πονηρού, στράφηκε προς τα πίσω. Και βλέποντας ο πατέρας του το πλήθος των γερόντων, πήρε το παιδί και καθόταν έξω από το Μοναστήρι κλαίγοντας. Έτυχε δε κάποιος γέροντας να βγει.
Και βλέποντας τον, του λέει: «Τι κλαις, άνθρωπε μου;».
Και εκείνος του αποκρίθηκε: «Συγγενής είμαι του Αββά Ποιμένος. Και να, συνέβη στο παιδί μου αυτός ο πειρασμός. Και θέλοντας στον γέροντα να το φέρουμε, φοβηθήκαμε. Γιατί δεν θέλει να μας δει. Τώρα λοιπόν, αν μάθει ότι εδώ είμαι, στέλνει και με διώχνει. Αλλά εγώ, βλέποντας τη δική σας παρουσία, τόλμησα να έλθω. Λυπήσου με λοιπόν, Αββά, αν θέλεις και πάρε το παιδί μέσα και προσευχηθείτε γι’ αυτό».
Πήρε ο γέροντας το παιδί, μπήκε και χρησιμοποίησε φρόνιμο τρόπο. Δηλαδή δεν το παρουσίασε ευθύς στον Αββά Ποιμένα. Αλλά, αρχίζοντας από τους νεώτερους αδελφούς, έλεγε: «Σταυρώστε το παιδί».
Αφού δε τους έβαλε όλους να σταυρώσουν το παιδί ο ένας μετά τον άλλο, το έφερε ύστερα στον Αββά Ποιμένα. Αυτός όμως δεν ήθελε να το πλησιάσει. Οι άλλοι, ωστόσο, τον παρακαλούσαν, λέγοντας: «Ό,τι όλοι, κάνε και συ, πάτερ».
Στέναξε τότε, σηκώθηκε και προσευχήθηκε, λέγοντας: «Θεέ μου, κάνε καλά το πλάσμα σου, για να μη κυριευθεί από τον εχθρό».
Και αφού το σταύρωσε, ευθύς το θεράπευσε και το γύρισε στον πατέρα του έχοντας την υγεία του.
η΄. Πήγε κάποτε ένας αδελφός από τα μέρη του Αββά Ποιμένος σε ξένο τόπο. Και κατέληξε σ’ έναν αναχωρητή εκεί. Γιατί είχε αγάπη και πολλοί πήγαιναν σ’ αυτόν. Του μίλησε δε ο αδελφός σχετικά με τον Αββά Ποιμένα. Και εκείνος, ακούγοντας την αρετή του, πόθησε να τον δει. Αφού δε ο αδελφός γύρισε στην Αίγυπτο, ύστερα από λίγο καιρό σηκώθηκε ο αναχωρητής και ήλθε από τον ξένο τόπο στην Αίγυπτο, στον αδελφό οπού κάποτε τον είχε επισκεφθεί. Γιατί του είχε πει που έμενε. Βλέποντας τον δε εκείνος, θαύμασε και πολύ χάρηκε.
Του λέει τότε ο αναχωρητής: «Κάνε μου τη χάρη και πήγαινε με στον Αββά Ποιμένα».
Τον πήρε και τον έφερε στον γέροντα. Και του ανακοίνωσε τα σχετικά μ’ αυτόν, λέγοντας ότι μεγάλος άνθρωπος είναι και έχει πολλή αγάπη και πολλή τιμή στη χώρα του. Και πρόσθεσε: «Του μίλησα για σένα και ήλθε επιθυμώντας να σε δει».
Τον δέχθηκε λοιπόν μετά χαράς. Και αφού ασπάσθηκαν ο ένας τον άλλο, κάθισαν. Και άρχισε ο ξένος να μιλά από τη Γραφή για πνευματικά και ουράνια. Απέστρεψε δε ο Αββάς Ποιμήν το πρόσωπο του και δεν του έδωσε απόκριση.
Βλέποντας τότε εκείνος ότι δεν του μιλούσε, βγήκε λυπημένος. Και λέει στον αδελφό οπού τον είχε φέρει: «Μάταια έκανα όλο αυτό το ταξίδι. Ήλθα στον γέροντα και να, ούτε να μιλήσει μαζί μου δεν θέλει».
Μπαίνει ο αδελφός στο κελλί του Αββά Ποιμένος και του λέει: «Αββά, για σένα ήλθε ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, οπού έχει τόση δόξα στον τόπο του. Και γιατί δεν του μίλησες;».
Του αποκρίνεται ο γέροντας: «Αυτός στα άνω ανήκει και επουράνια λέει. Εγώ όμως είμαι των κάτω και επίγεια λέω. Αν μου μιλούσε για πάθη της ψυχής, θα του αποκρινόμουν. Μου μίλησε όμως για πνευματικά και εγώ δεν τα γνωρίζω».
Βγήκε λοιπόν ο αδελφός και του λέει: «Ο γέροντας δεν μιλά εύκολα από τη Γραφή. Αν όμως κάποιος του μιλήσει για πάθη της ψυχής, του αποκρίνεται».
Τότε εκείνος, έχοντας κατανυχθεί, μπήκε στο κελλί του γέροντα και του λέει: «Τι να κάνω, Αββά, οπού με κατακυριεύουν τα πάθη της ψυχής;».
Τον κοίταξε λοιπόν ο γέροντας χαίροντας και είπε: «Αυτή τη φορά, καλά έκανες και ήλθες. Τώρα, άνοιξε το στόμα σου γι’ αυτά και θα το γεμίσω με αγαθά».
Και εκείνος, έχοντας πολύ ωφεληθεί, έλεγε: «Όντως, αυτή είναι η αληθινή οδός».
Και ευχαριστώντας τον Θεό, γιατί καταξιώθηκε να συναντήσει τέτοιον άγιο, γύρισε στη χώρα του.
θ΄. Συνέλαβε κάποτε ο άρχοντας της χώρας έναν άνθρωπο από την κώμη του Αββά Ποιμένος. Και ήλθαν όλοι παρακαλώντας τον γέροντα, να πάει και να τον απολύσει. Αυτός τότε τους είπε: «Αφήστε τρεις μέρες και κατόπιν πηγαίνω».
Προσευχήθηκε λοιπόν ο Αββάς Ποιμήν στον Κύριο, λέγοντας: «Κύριε, μη μου δώσεις αυτή τη χάρη. Γιατί δεν θα με αφήσουν να μείνω σ’ αυτόν τον τόπο».
Πήγε λοιπόν ο γέροντας παρακαλώντας τον άρχοντα. Και εκείνος του είπε: «Για ληστή με παρακαλείς, Αββά;». Και ο γέροντας χάρηκε οπού δεν πέτυχε χάρη απ’ αυτόν.
ι΄. Διηγήθηκαν μερικοί, ότι κάποτε ο Αββάς Ποιμήν και οι αδελφοί του έφτιαχναν κερωμένο σχοινί. Και δεν προχωρούσε το έργο, γιατί δεν είχαν να αγοράσουν λινάρια. Οπότε, κάποιος φίλος τους διηγήθηκε το γεγονός σ’ ένα πιστό πραγματευτή. Ο δε Αββάς Ποιμήν δεν ήθελε να παίρνει από κανέναν τίποτε, για την όχληση. Ο πραγματευτής όμως, θέλοντας να εξυπηρετήσει τον γέροντα, προφασιζόταν ότι είχε ανάγκη από κερωμένα σχοινιά. Και έφερε την καμήλα και τα πήρε.
Ήλθε κατόπιν ο αδελφός στον Αββά Ποιμένα. Έμαθε τι έκανε ο πραγματευτής και θέλοντας να τον επαινέσει, είπε: «Αληθινά, Αββά, παρ’ όλα οπού δεν τα χρειαζόταν, τα πήρε για να μας εξυπηρετήσει».
Ακούγοντας τότε ο Αββάς Ποιμήν ότι τα πήρε χωρίς να τα έχει ανάγκη, είπε στον αδελφό: «Σήκω, μίσθωσε καμήλα και φέρε τα. Αν δεν τα φέρεις, ο ποιμένας δεν θα μείνει εδώ μαζί σας. Δεν θέλω να αδικήσω άνθρωπο, οπού, ενώ δεν έχει ανάγκη, ζημιώνεται για να κερδίσω εγώ».
Και έφυγε ο αδελφός του με πολύ κόπο και τα έφερε πίσω. Αλλοιώς, ο γέροντας θα τους άφηνε μόνους. Μόλις λοιπόν τα είδε, χάρηκε σαν να είχε βρει μεγάλο θησαυρό.
ια΄. Άκουσε κάποτε ο πρεσβύτερος του Πηλουσίου για μερικούς αδελφούς, ότι συνεχώς στην πόλη ήταν και λούζονταν και αμελούσαν την ψυχή τους. Και πηγαίνοντας στη σύναξη, τους αφαίρεσε το μοναχικό σχήμα. Ύστερα όμως, ένοιωσε τύψεις στην καρδιά του και μεταμελήθηκε. Πάλι πήγε στον Αββά Ποιμένα με ζαλισμένους τους λογισμούς, κρατώντας και τα ράσα των αδελφών. Και ανακοινώνει το ζήτημα στον γέροντα.
Και του λέει ο γέροντας: «Δεν έχεις συ κάτι από τον παλαιό άνθρωπο; Τον ξεντύθηκες;».
Λέει ο πρεσβύτερος: «Μετέχω στον παλαιό άνθρωπο»
Και ο γέροντας τότε του λέει: «Να λοιπόν οπού και συ είσαι σαν τους αδελφούς. Έστω και λίγο να μετέχεις στα παλαιά, είσαι υποκείμενος στην αμαρτία».
Τότε έφυγε ο πρεσβύτερος, φώναξε τους αδελφούς, οπού ήταν ένδεκα, και τους ζήτησε συγχώρηση. Ύστερα, τους φόρεσε το μοναχικό σχήμα και τους έστειλε στο καλό.
ιβ΄. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Έκανα αμαρτία μεγάλη και θέλω να μείνω σε μετάνοια επί τρία έτη».
Του λέει ο γέροντας: «Πολύ είναι».
Και τον ρωτά ο αδελφός: «Αρκεί ένα έτος;».
Και είπε πάλι ο γέροντας: «Πολύ είναι».
Οι δε παριστάμενοι έλεγαν: «Ίσαμε σαράντα μέρες;».
Και ξανά είπε: «Πολύ είναι».
Προσέθεσε δε: «Εγώ λέω, ότι, αν με όλη του την καρδιά μετανοήσει κάποιος και δεν συνεχίσει πλέον να αμαρτάνει, ακόμη και σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός».
ιγ΄. Είπε πάλι: «Η θαυμαστή δύναμη του μοναχού, στους πειρασμούς φαίνεται».
ιδ΄. Είπε πάλι: Όπως ο σπαθάριος τού βασιλέως τού παραστέκεται πάντα έτοιμος, έτσι πρέπει και η ψυχή να είναι έτοιμη απέναντι στον δαίμονα της σαρκικής αμαρτίας».
[Αββάς Ανούβ]
ιε΄. Ρώτησε ο Αββάς Ανούβ τον Αββά Ποιμένα για τους ακάθαρτους λογισμούς, οπού γεννά η καρδιά του ανθρώπου, καθώς και για τις μάταιες επιθυμίες. Και του λέει ο Αββάς Ποιμήν: «Μήπως θα δοξασθεί η αξίνα χωρίς εκείνον οπού τη χρησιμοποιεί για να κόβει; Και συ μη τους αφήσεις τόπο, μήτε να γλυκαθείς μαζί τους και μένουν σε αδράνεια».
ιστ΄. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν: «Αν ο Ναβουζαρδάν ο αρχιμάγειρας δεν ερχόταν, δεν θα καιγόταν ο ναός του Κυρίου. Και αυτό σημαίνει: Αν η άνεση από τη γαστριμαργία δεν ερχόταν στην ψυχή, δεν θα έπεφτε νικημένος ο νους στον πόλεμο του εχθρού».
ιζ΄. Έλεγαν για τον Αββά Ποιμένα, ότι, σαν τον καλούσαν να φάει χωρίς να το θέλει, πήγαινε δακρύζοντας, για να μη παρακούσει τον αδελφό του και τον λυπήσει.
ιη΄. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν: ««Μη κατοικήσεις σε τόπο οπού βλέπεις μερικούς να έχουν ζήλο εναντίον σου. Αλλιώς δεν προοδεύεις».
ιθ΄. Ανέφεραν κάποιοι στον Αββά Ποιμένα για ένα μοναχό, ότι δεν έπινε κρασί. Και είπε: «Το κρασί αποκλείεται για τους μοναχούς».
[Αββάς Ησαΐας]
κ΄. Ρώτησε ο Αββάς Ησαΐας τον Αββά Ποιμένα για τους ρυπαρούς λογισμούς. Και του λέει ο Αββάς Ποιμήν: «Όπως τα άπλυτα οπού γεμίζουν το κοφίνι, αν τα αφήσει κάποιος και περάσει καιρός, σαπίζουν, έτσι και οι λογισμοί. Αν δεν τους μεταβάλουμε σε πράξη, με τον και το αφανίζονται σαν να σαπίζουν».
[Αββάς Ιωσήφ]
κα΄. Ρώτησε ο Αββάς Ιωσήφ για το ίδιο ζήτημα. Και του είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Όπως, όταν βάλει κάποιος σε σταμνί ένα φίδι και ένα σκορπιό και το φράξει, οπωσδήποτε θα ψοφήσουν με το πέρασμα του καιρού, έτσι και οι αμαρτωλοί λογισμοί, οπού βλασταίνουν από τους δαίμονες, με την υπομονή πηγαίνουν χαμένοι».
[Αββάς Ανούβ]
κβ΄. Ένας αδελφός ήλθε στον Αββά Ποιμένα και του λέει: «Σπέρνω το χωράφι μου και κάνω απ’ αυτό αγάπη».
Του λέει ο γέροντας: «Καλά κάνεις».
Και έφυγε με προθυμία και αύξησε την αγάπη. Και άκουσε ο Αββάς Ανούβ τον λόγο και λέει στον Αββά Ποιμένα: «Δεν φοβάσαι τον Θεό, έτσι μιλώντας στον αδελφό;».
Και σιώπησε ο γέροντας.
Και ύστερα από δυο μέρες, φώναξε ο Αββάς Ποιμήν τον αδελφό. Και του λέει, ενώ άκουγε ο Αββάς Ανούβ: «Τι μου είπες προχθές; Γιατί είχα αλλού τον νου μου».
Του λέει ο αδελφός: «Είπα ότι σπέρνω το χωράφι μου και κάνω απ’ αυτό αγάπη».
Και του είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Νόμιζα ότι για τον αδελφό σου τον λαϊκό μίλησες. Αν όμως συ είσαι οπού κάνεις αυτό το έργο, δεν ταιριάζει σε μοναχό».
Και εκείνος, ακούγοντας, λυπήθηκε και είπε: «Άλλο έργο κανένα δεν ξέρω και δεν μπορώ να μη σπέρνω το χωράφι μου».
Όταν λοιπόν έφυγε εκείνος, έβαλε μετάνοια στον Αββά Ποιμένα ο Αββάς Ανούβ, λέγοντας: «Συγχώρησε με».
Και του αποκρίνεται: «Και εγώ από την αρχή ήξερα ότι δεν είναι έργο μοναχού. Αλλά σύμφωνα με τον λογισμό του, τού μίλησα και του έδωσα προθυμία στην προκοπή της αγάπης. Τώρα όμως έφυγε λυπημένος και πάλι το ίδιο θα κάνει».
κγ΄. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Αν αμαρτήσει κάποιος και αρνηθεί ότι αμάρτησε, μη τον ελέγξεις. Γιατί, αλλοιώς, του βγάζεις την προθυμία. Αν όμως του πεις: ‘‘Αδελφέ, μη πέσεις σε αθυμία, αλλά φυλάξου από εδώ και πέρα’’, διεγείρεις την ψυχή του σε μετάνοια».
κδ΄. Είπε πάλι: «Καλή είναι η πείρα. Γιατί αυτή κάνει τον άνθρωπο πιο δοκιμασμένο».
κε΄. Είπε πάλι: «Άνθρωπος οπού διδάσκει, αλλά δεν κάνει όσα διδάσκει, μοιάζει με βρύση, οπού όλους τους ποτίζει και τους πλένει, αλλά τον εαυτό της δεν μπορεί να τον καθαρίσει».
κστ΄. Περνώντας κάποτε ο Αββάς Ποιμήν στην Αίγυπτο, είδε μια γυναίκα να κάθεται σε μνήμα και να κλαίει πικρά. Και λέει: «Όλες οι χαρές του κόσμου τούτου και αν έλθουν, δεν θα βγάλουν την ψυχή της από το πένθος. Έτσι και ο μοναχός. Πρέπει πάντοτε να έχει μέσα του το πένθος».
κζ΄. Είπε πάλι: «Είναι άνθρωπος οπού φαίνεται να σιωπά και όμως η καρδιά του κατακρίνει άλλους. Αυτός πάντα μιλά. Και είναι άλλος οπού από το πρωί έως το βράδυ μιλά και όμως κρατά σιωπή. Δηλαδή, εκτός από ωφέλεια, τίποτε δεν λέει».
κη΄. Ένας αδελφός ήλθε στον Αββά Ποιμένα και του λέει: «Αββά, πολλούς λογισμούς έχω και κινδυνεύω απ’ αυτούς».
Και τον βγάζει ο γέροντας στο ύπαιθρο. Και του λέει: «Άπλωσε τον κόρφο σου και κράτησε τους ανέμους».
Και εκείνος είπε: «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό».
Και του λέει ο γέροντας: «Αν αυτό δεν μπορείς να το κάνεις, ούτε και τους λογισμούς σου μπορείς να εμποδίσεις να έλθουν. Αλλά έχεις χρέος να τους αντισταθείς».
κθ΄. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Ζουν τρεις μαζί· και ο ένας ησυχάζει καλά και ο άλλος είναι άρρωστος και ευχαριστεί, ο δε τρίτος υπηρετεί με καθαρό λογισμό. Όλοι τους το ίδιο έργο κάνουν».
λ΄. Είπε πάλι: «Είναι γραμμένο: ‘‘Όν τρόπο επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθεί η ψυχή μου προς σε, ο Θεός’’. Τα ελάφια στην έρημο πολλά καταπίνουν ερπετά. Και καθώς κατακαίγονται από το φαρμάκι, επιθυμούν να έλθουν στα νερά. Πίνοντας δε, βρίσκουν ανακούφιση από το φαρμάκι των ερπετών. Έτσι και οι μοναχοί. Ζώντας στην έρημο, καίγονται από το φαρμάκι των πονηρών δαιμόνων και επιποθούν το Σάββατο και την Κυριακή, για να έλθουν στις πηγές των υδάτων, δηλαδή στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, και να καθαρισθούν από την πίκρα του πονηρού».
[Αββάς Ιωσήφ]
λα΄. Ρώτησε ο Αββάς Ιωσήφ τον Αββά Ποιμένα, πώς πρέπει να νηστεύει κάποιος.
Και του λέει ο Αββάς Ποιμήν: «Εγώ προτιμώ αυτόν οπού τρώει κάθε μέρα, να τρώει λίγο, ώστε να μη χορταίνει».
Του λέει ο Αββάς Ιωσήφ: «Όταν ήσουν νεότερος, δεν νήστευσες επί δυο μέρες, Αββά;».
Και είπε ο γέροντας: «Βέβαια και επί τρεις και επί τέσσερις και επί μια εβδομάδα. Και όλα αυτά τα δοκίμασαν οι πατέρες, σαν δυνατοί οπού ήταν. Και βρήκαν ότι καλό είναι να τρώει κάποιος κάθε μέρα, αλλά λίγο. Και μας παρέδωσαν τη βασιλική οδό, γιατί είναι ελαφρή».
λβ΄. Έλεγαν για τον Αββά Ποιμένα, ότι, σαν επρόκειτο να έλθει σε σύναξη, καθόταν μόνος του, εξετάζοντας τους λογισμούς του, κάπου μια ώρα. Και κατόπιν έβγαινε.
λγ΄. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Μου άφησαν κληρονομιά. Τι να την κάνω;».
Του λέει ο γέροντας: «Έλα μετά τρεις μέρες για να σου πω».
Ήλθε δε καθώς του όρισε.
Και είπε ο γέροντας: «Τι να σου πω, αδελφέ; Αν σου πω, δος τα στην εκκλησία, εκεί φτιάχνουν ψωμί. Αν σου πω, δος τα σε συγγενή σου, δεν θα έχεις αμοιβή. Και αν σου πω, δος τα στους φτωχούς, μένεις αμέριμνος. Ό,τι λοιπόν θέλεις, κάνε. Εμένα δεν μου πέφτει λόγος».
λδ΄. Τον ρώτησε άλλος αδελφός, λέγοντας: «Τι σημαίνει το να αποδώσεις κακό αντί κακού;».
Του λέει ο γέροντας: «Αυτό το πάθος τέσσερις έχει τρόπους. Πρώτα, από την καρδιά. Δεύτερον, από την όψη. Τρίτον, από τη γλώσσα. Τέταρτον, το να μη κάνεις κακό αντί κακού. Αν μπορείς να καθαρίσεις την καρδιά σου, δεν έρχεται στην όψη. Αν όμως έλθει στην όψη, φυλάξου να μη μιλήσεις. Αν δε και μιλήσεις, γρήγορα απόκλεισε το να κάνεις κακό αντί κακού».
λε΄. Είπε ο Αββάς Ποιμήν: «Το να επιτηρεί κάποιος τον εαυτό του και να τον προσέχει και η διάκριση, αυτές οι τρεις αρετές είναι οδηγοί της ψυχής».
λστ΄. Είπε πάλι: «Το να εμπιστευθείς τον εαυτό σου στον Θεό, το να μη έχεις μεγάλη ιδέα για λόγου σου και το να αφήνεις πίσω σου το δικό σου θέλημα, αυτά είναι τα μέσα της ψυχικής προκοπής».
λζ΄. Είπε πάλι: «Κάθε κόπο οπού θα σου συμβεί, τον νικάς με το να σιωπάς».
λη΄. Είπε πάλι: «Βδέλυγμα είναι στον Κύριο κάθε σωματική άνεση».
λθ΄. Είπε πάλι: «Το πένθος διπλό είναι. Εργάζεται και φυλάει».
μ΄. Είπε πάλι: «Αν σου έλθει λογισμός για τις αναγκαίες του σώματος χρείες και συμμορφωθείς μια φορά και πάλι έλθει και συμμορφωθείς για δεύτερη φορά, την τρίτη φορά οπού θα έλθει, μη του δώσεις σημασία. Γιατί περιττός είναι».
[Αββάς Αλώνιος]
μα΄. Είπε πάλι, ότι ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Αλώνιο, λέγοντας: «Τι είναι εξουδένωση;».
Και είπε ο γέροντας: «Το να είσαι κάτω από τα ζώα και να ξέρεις ότι εκείνα δεν έχουν να δώσουν λόγο».
μβ΄. Είπε πάλι: «Αν θυμηθεί κάποιος το ρητό της Γραφής, ότι ‘‘ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ, καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ’’ (Ματθ. 12, 37), προτιμά μάλλον να σιωπά».
μγ΄. Είπε πάλι: «Αρχή των κακών είναι ο περισπασμός».
[Αββάς Ισίδωρος ο πρεσβύτερος]
μδ΄. Είπε πάλι ότι ο Αββάς Ισίδωρος, ο πρεσβύτερος της Σκήτης, μίλησε κάποτε στους μοναχούς και τους είπε: «Αδελφοί, δεν ήλθαμε εδώ για να βρούμε κόπο; Και τώρα, δεν είναι πλέον κόπος. Εγώ λοιπόν παίρνω την προβιά μου και πηγαίνω όπου είναι κόπος και εκεί βρίσκω ανάπαυση».
με΄. Ένας αδελφός είπε στον Αββά Ποιμένα: «Αν δω κάτι, εγκρίνεις να το πω;».
Του λέει ο γέροντας: «Είναι γραμμένο: ‘‘ὃς ἀποκρίνεται λόγον πρὶν ἀκοῦσαι, ἀφροσύνη αὐτῷ ἐστι καὶ ὄνειδος’’ (Παροιμ. 18, 13). Αν ρωτηθείς, πες. Αλ λοιώς, ας σιωπάς».
[Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός]
μστ΄. Ρώτησε κάποιος αδελφός τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Μπορεί ο άνθρωπος να έχει πεποίθηση για ένα μόνο έργο του;».
Και του είπε ο γέροντας: «Ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός έλεγε: ‘‘Εγώ θέλω να πάρω λίγο από όλες τις αρετές’’».
μζ΄. Είπε πάλι ο γέροντας: «Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Παμβώ αν είναι καλό να επαινεί κάποιος τον πλησίον.
Και του αποκρίθηκε: ‘‘Καλύτερα είναι να σιωπά».
μη΄. Είπε πάλι ο Αββάς Ποιμήν, ότι, αν κάνει ο άνθρωπος καινούργιο ουρανό και καινούργια γη, δεν μπορεί να αμεριμνήσει.
μθ΄. Είπε πάλι, ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη την ταπεινοφροσύνη και τον φόβο του Θεού, όπως την πνοή οπού βγαίνει από τη μύτη του.
ν΄. Ένας αδελφός ρώτησε τον Αββά Ποιμένα, λέγοντας: «Τι να κάνω;».
Του λέει ο γέροντας: «Ο Αβραάμ, όταν εισήλθε στη γη της επαγγελίας, αγόρασε για τον εαυτό του μνήμα και με τον τάφο κληρονόμησε τη γη».
Λέει ο αδελφός: «Τι είναι τάφος;».
Και του απαντά ο γέροντας: «Τόπος κλαυθμού και πένθους».
Είπε Γέρων…Το Γεροντικόν σε νεοελληνική απόδοση.
υπό Βασιλείου Πέντζα
εκδ. Αστήρ, Αθήνα 1999
Πηγή Ελληνική Πατρολογία
