Γεννήθηκε στὶς Λιθίνες Σητείας ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς τὸ ἔτος 1799. Ἂν καὶ δὲν σπούδασε ἐξ αἰτίας τῆς τουρκικῆς δουλείας, λόγῳ τῆς μεγάλης του εὐφυΐας, ἔμαθε ὁλόκληρη τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη. Ζοῦσε ἁπλᾶ, μὲ εὐσέβεια καὶ φόβο Θεοῦ μαζὶ μὲ τὴ γυναῖκα του καὶ τὰ τέσσερα παιδιά του. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, τὸν ἐπισκίασε καὶ θαυματουργικὴ θεία δύναμη ἐνεργοῦσε δι αὐτοῦ καὶ θεράπευε κάθε ἀρρώστια. Τόση εἶναι ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ τὸν ὁδήγησε στὴ Μονὴ Καψά, τὴν ὁποία καὶ ἀνακαίνισε. Στὸν τόπο αὐτὸ ἔζησε «ὁσίως καὶ δικαίως» μέχρι τὸ 75ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὁπότε ἐκοιμήθη στὶς 6 Αὐγούστου «καὶ προσετέθη τὸ τίμιον αὐτοῦ σκῆνος τοῖς ἀπ αἰῶνος ἁγίοις». Τὴν 7η Μαΐου 1876 ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του, τὰ ὁποῖα ἀκόμη καὶ σήμερα «ἐνεργοῦν θαύματα καὶ πηγάζουν ἰάματα».
Πηγὴ ἀπὸ τὸ βιβλίο Συναξάριον Πάντων τῶν Ἁγίων των ἐν Κρήτῃ Διαλαμψάντων σελίδα 87.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον λόγον.
Τῆς μονῆς τοῦ Προδρόμου τὸν νέον κτίτορα, ἀσκητικῆς ἐποφθέντα ἐν τὴ ἐρήμω Καψὰ ἀγωγῆς ἀρτίως ἄστρον παμφαέστατον, στέψωμεν ἄνθεσιν ᾠδῶν καὶ προσπέσωμεν αὐτοῦ λειψάνοις τοὶς πανιέροις, ταὶς πρεσβείαις σου ἐκβοῶντες σῶσον ἠμᾶς ἐκ πειρασμῶν, Ἰωσήφ.
