Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ: ένας από τους μάρτυρες της εξόδου της Ιεράς πόλεως του Μεσολογγίου – Κώστα Δ. Παπαδημητρίου


Στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας γεννήθηκε το 1776 ο Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. Άγνωστο έμεινε μέχρι σήμερα και το πατρογονικό του δέντρο και το κατά κόσμον όνομα του. Και νέος μπήκε στο χώρο της ιερωσύνης- μα δεν έγινε ένας απ’ τους συνηθισμένους ιερωμένους.


Ο μαρτυρικός θάνατος του συμπατριώτη του Ρήγα του ταρακούνησε όλη του την ύπαρξη, όπως ταρακουνά η ανεμοθύελλα το δέντρο. Η θυσία του Ρήγα κατέκλυσε κυριολεκτικά τη συνείδηση του. Και αυτό τον βοήθησε να ιδεί γρήγορα πως ο προορισμός του ιερωμένου στην τουρκοκρατία δεν περιορίζεται στην άσκηση των ιερατικών καθηκόντων. Και χρησιμοποιούσε τον άμβωνα και ως ορμητήριο του υπόδουλου Γένους, απ’ όπου θα ξεκινούσε ο ζωογόνος άνεμος του μεγάλου Αγώνα.


Σωστή κιβωτός γεμάτη απαρασάλευτη πίστη και μεστός πατριωτικών φρονημάτων που του χάριζε η κατά καιρούς συντροφιά του με τον Θύμιο Παπαβλαχάβα και άλλους αρματολούς και κλέφτες, έγινε πρώτα ιερέας στην Τσαρίτσανη. Και ύστερα, με το τέλος του 1820, χειροτονιέται επίσκοπος Ρωγών (Αμβρακίας).


Γεμάτος αρετές, από κείνες που κοσμούν τους άξιους επισκόπους «νηφάλιος, σώφρων , φιλάνθρωπος, σοφός, διδακτικός, μη πάροινος, μη πλήκτης, μη αισχροκερδής- αλλ’ επιεικής, αφιλάργυρος, αντεχόμενος του κατά την διδαχήν πιστού λόγου, ίνα δυνατός ή», όπως γράφει ο βιογράφος του Ν. Αφεντάκης, ανέβηκε στο υψηλό αξίωμα του επισκόπου. Και γυρίζει σ’ όλα τ’ απόμακρα χωριά του Βάλτου και του Ξηρόμερου για να σπείρει το σπόρο του Ευαγγελίου, αλλά και να στρατολογήσει νέους άνδρες για τον Αγώνα.


Τα εχθρικά κανονιοστάσια ρίχνουν βροχή τις βόμπες στο Μεσολόγγι και ο επίσκοπος Ιωσήφ εκτελεί χωρίς διακοπή τα αρχιερατικά του καθήκοντα. Μαζί του και όλος ο κλήρος. Τον σταυρό Τον υψώνει στην Ωραία Πύλη και στους προμαχώνες και το ξίφος ζώνεται, όταν υπάρχει ανάγκη.

Ζει στο Μεσολόγγι ως ο φτωχότερος ίσως όλων των κατοίκων. Τα ρακένδυτα ιμάτια του είναι σε όλους η γνωστή μαρτυρία της μεγάλης του φτώχειας. Αλλά κανέναν δεν κατηγορεί γι’ αυτό και σε κανέναν δεν παραπονιέται. Μένει απ’ τα πρώτα βήματα του μέχρι την τελευτή του ο ταπεινός και φτωχός ιερέας του Χριστού. Και μόλις λίγο πριν απ’ το μαρτυρικό του θάνατο, η κυβέρνηση «πληροφορηθείσα τας απ’ αρχής προς την πατρίδα εκδουλεύσεις του και τους ακάματους κόπους του εις την παρούσαν και τας προλαβούσας πολιορκίας του Μεσολογγίου, επαινούσα τον ένθερμον πατριωτισμόν και τα γενναία φρονήματα του επισκόπου Ιωσήφ, θα του χορηγήσει «διακόσια γρόσια μηνιαίως».


Ήρθε στο μεταξύ και ο Ιμπραήμ με τ’ ασκέρια του στο Μεσολόγγι. Η Ιερή Πόλη κλείστηκε στενότερα και οι βομβαρδισμοί έγιναν πιο επικίνδυνοι. Η μοίρα της αφρούρητης πόλης διαγραφόταν πια ζοφερή. Θα άρχιζε σε λίγο το ψυχομαχητό της. Μα οι κλεισμένοι δεν το βάζουν κάτω. Και ανάμεσα στους πρώτους που τους δίνει κουράγιο είναι ο επίσκοπος Ιωσήφ. Την ομόνοια και την ενότητα βλέπει σαν ασπίδα και ψυχή της άμυνας. Και εργάζεται νυχτόημερα συμβουλεύοντας και παρακινώντας, αλλά και πρωτοστατώντας στο κάθε τι καλό.


Μια απ’ τις εγκυκλίους του που διαβάστηκε σ’ όλες τις εκκλησιές της πόλης είναι και η παρακάτω:

«Ευλαβέστατοι ιερείς, εντόπιοι και ξένοι, ιερομόναχοι, μοναχοί, ευλογημένοι χριστιανοί της Θεοσώστου ταύτης πόλεως, χάρις είη πάσιν υμίν και ειρήνη από Θεού: παρ’ ημών δε ευχή, ευλογία και συγχώρησις!

Όλοι κοινώς γνωρίζετε ότι εις την κατάστασιν όπου είναι το φρούριόν μας, κατά το παρόν, δεν ημπορεί ν’ αντιπαραταχθή και ν’ ανθέξη εις πρώτην και μόνην ορμήν του εχθρού, όστις εδυναμώθη πολύ τώρα με τον ερχομόν των Αράβων και μολονότι όλον το στρατιωτικόν μας από μεγάλου έως μικρόν είναι πρόθυμον να πολεμήση και τώρα καθώς και προτήτερα, με πατριωτισμόν μέγαν, δια το σεσαθρωμένον φρούριόν μας, έχει υποψίαν μην εισχώρηση ο εχθρός από κανέν των κρημνισθέντων μερών του φρουρίου, και έσται η εσχάτη πλάνη χειρών της πρώτης. «Όθεν ως αρχιερεύς ταπεινός, οπού ευρέθην εδώ και κινδύνευσα μαζί σας, ως το ηξεύρετε, κατά το χρέος σας συμβουλεύω, αύριον, μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, οι μεν ιερείς, ιερομόναχοι και μοναχοί να συνταχθήτε εις την κατοικίαν μου, δια να πηγαίνωμεν εις την μεγάλην τάμπιαν, οι δε Πρόκριτοι, εντόπιοι και ξένοι, με όλον τον λαόν, χωρίς να φροντίσουν καφέδες και ρακία, να τρέξουν εις την ιδίαν τάμπιαν με όλην την προθυμίαν, ο μεν με τσαπίο, ο δε με φτυάρι, και άλλος με καλάθι, όποιος έχει, και να δουλεύσωμεν όλοι με πατριωτισμόν καθώς και άλλοτε, διορθώνοντας αυτήν την τάμπιαν, ή την άλλην κρημνισμένην, δια να ιδή το στρατιωτικόν μας και την από μέρους μας δυνατήν προθυμίαν και δούλευσιν, και διπλασιάση τον πατριωτισμόν και ηρωισμόν του, όστις θέλει μας απαλλάξει και από τούτον τον κίνδυνον, ως και από πολλούς άλλους, με την δύναμιν του τιμίου και ζωοποιού σταυρού.


Αν όμως δεν ακούσετε την αρχιερατικήν συμβουλήν μου, και μερικοί πηγαίνουν μεν εις την τάμπιαν χωρίς όρεξιν, ως εις αγγαρείαν, άλλοι δε κρυφθούν εις τα σπίτια των και άλλοι πηγαίνουν εις ιδικά των ιντερέσια, μηδέν λογιζόμενοι τον προφανή της Πατρίδος κίνδυνον, εκείνους οπού άκουσαν την συμβουλήν μου ο Θεός να ευλόγηση αυτούς τε και τας οικογένειας των, εκείνους δε οπού κάμουν παρακοήν και δεν πηγαίνουν εις την μεγάλην τάμπιαν, ευθύς μετά την λειτουργίαν, τους καταρώμαι εκ βάθους ψυχής αυτούς και τας οικογενείας των – εκτός γερόντων, γραιών, γυναικών αδυνάτων, παρθένων και ανηλίκων παίδων – ως αναξίους της ελπιζομένης ελευθερίας και αναίσθητους της περιστάσεως αυτής της φρικώδους.

Ακούσατε, λοιπόν, άπαντες την συμβουλήν μου την Αρχιερατικήν, δια να λάβητε ευλογίαν και όχι κατάραν, να λάβητε τον έπαινον παρά των ανθρώπων.

1825 Δεκεμβρίου 19, Μεσολόγγιον

Ο Ρωγών Ιωσήφ και εν Χριστώ ευχέτης πάντων υμών».


Κόντευε το Μεσολόγγι να φτάσει στις τελευταίες του μέρες και ο σεπτός ιεράρχης Ιωσήφ στις δικές του. Το Βασιλάδι, ο Ντολμάς, και το Αιτωλικό, προγεφυρώματα του Μεσολογγίου, έπεσαν στα χέρια του εχθρού. Και ο Ιμπραήμ στέλνει νέους ανθρώπους του στη φρουρά και της προτείνει να παραδοθεί. Οι στρατιωτικοί και πολιτικοί άρχοντες ρωτούν τον επίσκοπο Ιωσήφ, τι να κάμουν. Και κείνος τους απαντά:

«Θάνατον (προτιμείστε) με τα όπλα ανά χείρας».

Και οι αρχηγοί απάντησαν στον Ιμπραήμ:

«Αποθνήσκομεν, αλλά δεν προσκυνούμεν. Οχτώ χιλιάδες αιματοβαμμένα άρματα δεν παραδίδονται. Θα γίνη ό,τι απεφάσισεν ο Θεός, τον οποίον δεν ηξεύρετε ούτε η υψηλότης σας, ούτε εμείς».

Η πείνα όμως και η φρίκη οργιάζει. «Οι στρατιώται αυθαδίαζαν και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάταν εύρισκαν εις τον δρόμον» και την μαγείρευαν, γράφει ο Κασομούλης. Και συνεχίζει ο ίδιος: «Άλογα δεν είχαν μείνει άλλα παρά εν άτι, του στρατηγού Γεωργάκη Κίτζιου, ο περίφημος Αλαμπάτζιας, κι εν σαμαριάρικον, το οποίον είχε ο Ν. Στορνάρης… Αρχίσαμεν τις πικραλήθρες, χορτάρι της θαλάσσης- το βράζαμεν πέντε φορές, έως ότου έβγαινεν η πικράδα και ετρώγαμεν με ξίδιν ωσάν σαλάτα, αλλά και με ζουμί από καβούρους ανακατωμένον και τούτο. Εδόθηκαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτο ευτυχής όστις εδύνατο να

πιάση έναν. Βατράχους δενείχαμεν, κατά δυστυχίαν…».


Και ο Ιωσήφ «με μεγάλην καρτερίαν και γενναιότητα υπέφερεν όλα της πολιορκίας τα δεινά, χάριν του Μεσολογγίου και της πατρίδος». Βασανίζεται από την πείνα αλλά δε λυγίζει. Κρατώντας στα χέρια του τον Τίμιο Σταυρό, τρέχει «με τη ρακώδη ενδυμασίαν του, εμψυχώνων και παρήγορων άπασαν την εν Μεσολογγίω φρουράν, και εν γένει τους εν εσχάτη πολιορκίαν διαμένοντας».

Και μόνο όταν η δρεπάνη του λιμού και των νόσων εθέριζε νυχτόημερα τους κλεισμένους και μόνον όταν, όπως γράφει ο Τρικούπης, «οι πολιορκούμενοι ρακοφορούντες, τετραχηλισμένοι, αυχμηροί και υπό της πείνης και της κακουχίας κατασκελετευμένοι, δισδιάγνωστοι και φασματώδεις… έπιπταν κατά γης λιποθυμούντες, ασθενείς και τραυματίαι, εστερούντο πάσης θεραπείας, πτώματα έκειντο εν τοις οδοίς και οι ζώντες ανάπνεαν την αποφοράν των» και κάθε ελπίδα βοηθείας χάθηκε, ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφάσεων.


Έφτασε η 10 Απριλίου, η τελευταία μέρα της πολιορκίας. Από το πρωί οι αρχηγοί της φρουράς, της πόλης και της εκκλησίας, συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του Γ. Τζαβέλα «να σκεφθούν ωρίμως, πως έπρεπε να οικονομήσωμεν τον λαόν, ώστε οι εχθροί να μην μας καταλάβουν. Εις ταύτην την συνεδρίασιν ήτον μόνον οι ανώτεροι Αξιωματικοί, αι τοπικοί Αρχαί και ο Αρχιερεύς Ιωσήφ Ρωγών.».

Έγιναν απανωτές συναντήσεις ως το μεσημέρι. Και η τελευταία έγινε το μεσημέρι της ίδιας μέρας στη Μεγάλη ντάπια. Εκεί στο σύνορο της ζωής και του θανάτου των αδελφών απ’ τη μεριά και του χάρου από την άλλη, συζητούν, εξομολογούνται, θεωρούν σαν έργο Θεού την απόφαση της εξόδου τους.

«Η έξοδος«, λέει ο Παπαδιαμαντόπουλος, «είναι πράξις αρεστή στο Θεό και στους ανθρώπους». «Τι λέγεις εσύ, Άγιε Δεσπότη»; ρωτούν τον Ιωσήφ.

-«Μάρτυρας, απαντά, διαισθανόμενος το τέλος του, κι εγώ των αγώνων σας, θέλω ομολογήσει μετά θάνατον την αλήθειαν των δεινών σας και την αρετήν της φρουράς. Είη το όνομα Κυρίου Ευλογημένον».

«Αποφάσισαν όλοι – γράφει ο Κασομούλης – να φονεύσωμεν όλες τις γυναίκες, ανεξαρτήτως, και τα μικρά παιδιά, επί λόγω να μην προδοθούμεν από τας κραυγάς των, και τότε, δεν μείνει κανένας μας ζωντανός, και να μη μείνουν αιχμάλωτοι εις τους εχθρούς- δια να αποφύγωμεν δε την φιλόστοργον συμπάθειαν των πατέρων και αδελφών, απεφασίσθη να σφάξη ο ένας του αλλουνού την οικογένειαν. Όλοι με μίαν φωνήν το αποφάσισαν και ήσαν έτοιμοι να κινηθούν και να ειδοποιήσουν το στράτευμα, να αρχίση».


Γενναία η απόφαση τους, μα σκληρή και απάνθρωπη. Δεν ήταν δυνατό να την ανεχθεί ο επίσκοπος Ιωσήφ. Σηκώνεται όρθιος, και αγέρωχος τους κατακεραυνώνει όλους λέγοντας:

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι Αρχιερεύς- αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον θυσιάσατε εμένα! και σας αφήνω την κατάραν του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων – και το αίμα των αθώων να πέση εις τα κεφάλια σας!».

«Εκφώνησεν τούτο, εκάθισεν και άρχισεν να κλαίγη».

«Με τις κατάρες του και παρατηρήσεις, εμπόδισεν την ορμήν των Αξιωματικών και ούτως, άρχισαν να σκέπτωνται πως (άλλως) δύνανται να προφυλαχθούν από τα αίτια της ενδεχόμενης προδοσίας».

«Εμείναμεν έως μισή ώρα σιωπώντες- ένας είπεν: Καθένας να υποσχεθή δια τους εδικούς του… Άλλοι άλλο συζητούντες, αποφάσισαν να μη θανατωθούν μεν, πλην οι υπανδρεμένοι και οι συγγενείς να πείσουν τας οικογενείας των ότι (κατά την έξοδον) να τρέξουν κοντά τους… τα δε μικρά παιδιά να ποτίσουν αψιόνι κατά τηνώραντης εξόδου, να κοιμηθούν και να μην κλαίγουν. Και όποιος έχη την τύχην να γλυτώση, καλώς-όποιος πεθάνη, ας πάγη εις το καλόν: κανένα βάρος εις κανένα δε μένει».

Και έγινε η ηρωική έξοδος. Λίγοι γλίτωσαν. Και η Ιερή Πόλη του Μεσσολογγίου έγινε τόπος θυσίας και ολοκαυτώματος. «Όλη η πεδιάς – γράφει ο Κασομούλης που την έβλεπε από κάποιο ριζοβούνι του Ζυγού, όπου βρέθηκε με άλλους βγαίνοντας – έβραζεν από την ανταυγάζουσαν φωτιάν, έχουσαν την πηγήν της από την χώραν, η δε λαμπάδα αυτή του Μεσολογγίου διέδιδε το φως εκείνο το οποίον εσκορπίζετο έως το Βασιλάδι, Κλείσοβαν και εις όλην την πεδιάδαν, και βαστούσεν έως ημάς. Ο δε παντού ανά την πάλιν δουκεφισμός, εφαίνετο ωσάν πλήθος κωλοφωτιών. Από Μεσολόγγι ακούετο ο βρασμός των φωνών γυναικών, δουφεκιών, εκρηγνυομένων πυριτοθηκών και υπονόμων, ένας συγκεχυμένος και απερίγραπτος τρομερός ήχος. Φούρνος αναμμένος εφαίνετο η πόλις, από το ακατάπαυστον πυρ…».


Αλλά η κορωνίδα της πάλης και του ολοκαυτώματος, η κορυφαία λάμψη, εκτός απ’ το σπίτι του Καψάλη, υψώθηκε στον Ανεμόμυλο, το μαρμαρένιο αλώνι της αχείρωτης πόλης. Ο Επίσκοπος Ιωσήφ μαζί με άλλους πολεμιστές, ύστερα από ολονύχτια μάχη, υποχώρησε και πέρασε στη νησίδα του Ανεμόμυλου. Ο Γ. Τζαβέλας προτείνει να φύγουν από παραλιακό μονοπάτι προς το Ευηνοχώρι. Ο Ιωσήφ αρνείται. Θέλει να μείνει με το ποίμνιο του και την τελευταία ώρα του έσχατου κινδύνου. «Ο ποιμήν ο πιστός, ο την ψυχήν αυτού θέμενος υπέρ των προβάτων”. Και παραμένει μπαίνοντας στον προμαχώνα του Ανεμόμυλου, που στάθηκε περίλαμπρο σύμβολο της συμπαράστασης της εκκλησίας στους υπερασπιστές της πατρίδος.

Ξημερώνει η 11 Απριλίου 1826 και οι βάρβαροι εξαπολύουν κύματα λυσσωδών επιθέσεων κατά του Ανεμόμυλου, φουντώνει και ο ηρωισμός και η αυτοθυσία των κλεισμένων σ’ αυτόν. Δυο μερόνυχτα κρατεί αγώνας τραχύς, δραματικός, απεγνωσμένος και άνισος.

Οι κλεισμένοι, σκελετωμένοι από την πείνα και την αγρύπνια, δεν το βάζουν κάτω. Ανάμεσα τους και ο Ιωσήφ. Αλλά φτάνει η ψυχή τους στην τελευταία της πνοή. Και πάλι αντί να πέσουν, συγκεντρώνουν όση μπαρούτη τους έχει απομείνει. Και ο επίσκοπος Ιωσήφ της βάζει φωτιά, ψιθυρίζοντας:

«Ο δε Κύριος, αποθανόντας ημάς υπέρ του αυτού νόμου, εις αιώνιον αναβίωσιν ζωής ημάς αναστήση».

Και στη στιγμή «από την γην, την θάλασσαν, από τον βυθόν των φλογών, εξεχέοντο στρόβιλοι ψυχών, πιπτουσών εις την άβυσσον ή ιπταμένων εις τους ουρανούς», όπως θα ψάλει ο Β. Ουγκώ. Σύννεφο καπνού με βροντές υψώνονται πάνω απ’ τον Ανεμόμυλο. Και η λάμψη της φωτιάς φώτισε τον ορίζοντα της πόλης, της Ελλάδας, της οικουμένης, ως το πιο λαμπρό σήμα της λευτεριάς.


Οι βάρβαροι ρίχτηκαν να σκυλέψουν τους νεκρούς. Ανάμεσα απ’ τα ερείπια ανασύρουν τον πανσεβάσμιο επίσκοπο Ιωσήφ μισοκαμένον και αιμόφυρτον. Τον αναγνώρισαν και τον πήγαν στον Ιμβραήμ. Εκείνος πρόσταξε να στηθεί αγχόνη μπροστά στον Ανεμόμυλο. Και σε λίγο ο σεπτός ιεράρχης, με γαληνεμένη όψη, ελεύθερη την ψυχή και το φρόνημα, ανέβηκε μετά τις Θερμοπύλες του στο πήγμα εκείνο της αγχόνης.

Παράδωσε την άγια ψυχή του στα χέρια του Πλάστη, αφού υπόφερε τα πάνδεινα.


Σήμερα, σαν μόνη επιτάφια λαμπάδα, καίει ο μισοκαμένος Ανεμόμυλος. Τον τυλίγει σαν σεντόνι η θαλασσινή αύρα και τον θρηνεί ο σιγηλός φλοίσβος του κύματος. Τον θωπεύουν, όμως, και τα αγήρατα αισθήματα της ευγνωμοσύνης και του θαυμασμού όλων των Ελλήνων.


Από το βιβλίο του Κώστα Δ. Παπαδημητρίου: «ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΩΡΕΣ -ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ των ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ του 21.» Αθήνα, Φλεβάρης 1993.

Πηγή https://www.orp.gr/wordpress/?p=7385

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 7997 - Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

  Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος. Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν. Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη. Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς ...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο Άγιος Παΐσιος και οι νέοι Αγιορείτες Άγιοι της Εκκλησίας μας, Παπά – Τύχων και Χατζηγεώργης

  Πνευματική χαρά σκόρπισε στην Αθωνική Πολιτεία αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο η αναγγελία της αναγραφής στις Αγιολογικές Δέλτους δύο μεγάλων ασκητικών μορφών του αγιορείτικου μοναχισμού, οι οποίοι, από την “έρημο της ησυχίας”, πλέον βρίσκονται στις τάξεις των Αγίων της Εκκλησίας μας.  Πρόκειται για τον Παπά – Τύχωνα, τον πνευματικό και τον Γεώργιο Χατζηγεώργη, τον αγιορείτη ασκητή του 19ου αιώνα με καταγωγή από την Καππαδοκία. Δύο ακόμη αγιοκατατάξεις επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ ο οποίος – στα 35 έτη της Πρωθιεραρχικής του διακονίας στην Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως – έχει ταυτίσει το όνομά του με αγιοκατατάξεις μεγάλων σύγχρονων Αγίων της εποχής μας. Εκτός από το προσωνύμιο του “πράσινου Πατριάρχη” δικαίως λαμβάνει και το προσωνύμιο του “αγιόφιλου Πατριάρχη”. Οι δύο νέοι Άγιοι της Εκκλησίας μας συνδέονται ωστόσο στενά και με έναν άλλο σύγχρονο Άγιο, τον Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο νέων Όσιος Τύχων υπήρξε πνευμ...

Οἱ Ἁγίες Ὀλυμπία καὶ Εὐφροσύνη οἱ Ὁσιομάρτυρες 11 Μαΐου

  Οἱ Ὁσίες Ὀλυμπία ἢ Ὀλυμπιὰς καὶ Εὐφροσύνη ἔζησαν τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἡ Ἁγία Ὀλυμπία γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ἦταν ἱερέας καὶ ἡ μητέρα της θυγατέρα ἱερέως. Ἡ οἰκογένεια τῆς Ἁγίας ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατοίκησε στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἡ Ὀλυμπία ἔχασε τοὺς γονεῖς της καὶ οἱ οἰκεῖοι της τὴν ἔστειλαν στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν τῆς Θέρμης Λέσβου, τὴ σημερινὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, στὴν ὁποία ἦταν ἡγούμενη ἡ θεία της, μοναχὴ Δωροθέα. Ἐκεῖ, σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν ἡ Ἁγία ἐκάρη μοναχὴ καὶ σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ὅταν ἡ θεία της πέθανε, ἔγινε ἡγουμένη. Μετὰ παρέλευση δέκα ἐτῶν, τὸ 1235, πειρατὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Οἱ μοναχὲς διασκορπίσθηκαν καὶ ὅσες δὲν πρόλαβαν νὰ φύγουν, τὶς κακοποίησαν. Ἡ ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ μοναχὴ Εὐφροσύνη βασανίσθηκαν ἀνηλεῶς. Τὴν Εὐφροσύνη, ἀφοῦ τὴν κρέμασαν σὲ δένδρο, τὴν ἔκαψαν. Τὴν Ὀλυμπία τὴν ἔκαψαν σὲ ὅλο τὸ σῶμα μὲ λαμπάδες, διαπέρασαν τὰ αὐτιά ...

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη 24 Φεβρουαρίου

  Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό. Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς ...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος  

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)

  Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές. Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ...

Οἱ Ἅγιοι Πάντες

  Πραγματικὰ εἶναι θαυμαστὸς ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους του. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πὼς μὲ ἀσθενὴ σάρκα καταντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὴ κακία, πὼς ἔμειναν ἀναίσθητοι στὶς ὀδύνες καὶ στὰ τραύματα, καθὼς ἀγωνίζονταν μὲ σώματα πρὸς φωτιά, πρὸς τὸ ξίφος, πρὸς ποικίλα καὶ θανατηφόρα εἴδη βασάνων καὶ ἀντιπαρατάσσονταν μὲ καρτερία, ἐνῶ τοὺς ἔκοβαν τὶς σάρκες, τοὺς διάλυαν τοὺς ἁρμοὺς καὶ τοὺς συνέτριβαν τὰ ὀστά, ὅμως διαφύλαξαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ σώα καὶ ἀδιάσπαστη, ἀκεραία καὶ ἀκλόνητη, ποὺ γι’ αὐτὸ τοὺς χαρίσθηκε καὶ ἡ ἀναντίρρητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων. Ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πὼς ὑπέφεραν μὲ τὴ θέλησή τους σὰν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες ἀσιτίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ἄλλες ποικίλες κακώσεις τοῦ σώματος, καὶ ἀντιτάχθηκαν ἕως τὸ τέλος πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ τόσα εἴδη ἁμαρτίας, πρὸς τὸν ἐσωτερικό μας ἀόρατο πόλεμο, πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, ἐνῶ ἔλειωναν καὶ ἀχρηστεύονταν ἐξω...

Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996)

 Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996) Ἑορτάζει στὶς 28 Ἰουνίου. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.  «Τόν ἐν Ἄθωνι ὀφθέντα ἄρτι διαυγέστατον χαρίτων σκεῦος καί ἀστέρα εὐσεβείας νεόφωτον πανευλαβῶς εὐφημήσωμεν Ἄνθιμον ὡς ἀγωγῆς καθαρᾶς ἄνθος ἥδιστον πόθω κράζοντες· χορείας ἀγγέλων σύσκηνε, Χριστόν ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει πάντοτε.» Ὁ μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος γράφει περὶ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος: «Ὁ Γέροντας Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης ἦταν ἀπὸ τοὺς τελευταίους παλαιοὺς Ἁγιορεῖτες, ποὺ στὸ πρόσωπό του συγκέντρωσε τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀσκήσεως, τὴν ἐμμονὴ στὴ μοναχικὴ παράδοση καὶ τὴν ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ἦταν ὁ ἐκφραστὴς τοῦ γνησίου Ἁγιορείτικού μοναχικοῦ πνεύματος...». Κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Κωνσταντῖνος Ζαφειρόπουλος τοῦ Χαραλάμπους καὶ τῆς Βασιλικῆς. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Καλλιάνοι τῆς Κορινθίας τὸ 1913. Μόλις πέντε ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς. Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον ...

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης 20 Μαρτίου

  Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος καὶ ἦταν δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος ἦταν σεμνὸς καὶ σώφρων καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἐργαζόμενος ὡς ράπτης στὸ Ἡράκλειο συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν φθονοῦσαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία Τουρκοπούλα. Στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ἀπέρριψε ἀπολογούμενος τὴ συκοφαντία, ἀλλὰ ἐτέθη σὲ αὐτὸν δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Μάρτυρας Μύρων ἀποκρίθηκε μὲ παρρησία ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτή, τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὅτι θέλει νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανός. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν διὰ ἀγ...

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 10 Μαρτίου

  Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν...