Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διονύσιος Σολωμός - Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

 

Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι


Επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου, Εκδόσεις Στιγμή


ΑΠΟ ΤΟ Β' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ




I


Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·


λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.


Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·


στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:


«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;


οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».



II


Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,


κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.


................................................................................


Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.


Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,


που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·

το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.


Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·

η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.


Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:

«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».



III


«Σάλπιγγα, κοψ’ του τραγουδιού τα μάγια με <τή> βία,

γυναικός, γέροντος, παιδιού, μήν κόψουν την αντρεία».


Χαμένη, αλίμονο, κι οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·

αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και καθ’ ηχώ ξυπνάει;

Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,

κι η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·

και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,

τ' αράθυμο, το δυνατό, κι όλο ψυχές γιομάτο,

βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,

τον όμορφο τρικύμισε καί ξάστερον αέρα·


τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,

τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.



IV


Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων: «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος». Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδεί τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μεσ’ από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμει πολλή ώρα.



V


. . . . . . . . . . Στην πεισμωμένη μάχη

σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι οί βράχοι,


και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,


κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν εβγούν τ' αστέρια.

Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,

κι οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται καί λένε:

«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς, μολύβι,


πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι».



VI


- «Κρυφή χαρά ΄στραψε σ΄ έσέ· κάτι καλο ΄χει ο νους σου·

πές, να το ξεμυστηρευτείς θες τ’ άδελφοποιτού σου;».


-«Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ’ το λέω:

Θαυμάζω τες γυναίκες μας και στ’ όνομά τους μνέω.


Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν και τες επαρατήρησα αδιάκοπα.


Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ’ αυτές, η νεώτερη, επήγε να τα κλείσει, αλλά μία άλλη τής ειπε: "Όχι, παιδί μου· άφησε νά ΄μπει η μυρωδιά απο τα φαγητά· είναι χρεία να συνηθίσουμε".

Κι έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα κι εγιόμισε το δωμάτιο.


Και η πρώτη είπε: "Και το αεράκι μας πολεμάει".

Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.

Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθεί καθεμία τ' ονειρό της.


Και μία είπε: "Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποιά μικρά, ποιά μεγάλα, κι ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κι έπειτα εφθάναμε μαζί στη θάλασσα με πολλή ορμή".


Και μία δεύτερη είπε:



Εγώ 'δα δάφνες. - Κι εγώ φως ..............................


- Κι εγώ σ’ φωτιά μιαν όμορφη π’ αστράφταν τα μαλλιά της.


Και αφού όλες εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη πού ΄χε το παιδί ετοιμοθάνατο είπε: "Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τή θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα". Και όλες οι άλλες εσυμφώνησαν κι ετριγυρίσαν με αγάπη το παιδί της πού 'χε ξεψυχήσει.


Ιδού, αυτές οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυτές είναι μεγαλόψυχες, καί λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μολονότι τους επάρθηκε η ελπίδα που είχαν να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυτές και να τες λατρεύουμε έως την ύστερη ώρα.

Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύνθηκες ταραγμένος;».



VII


Εχαμογέλασε πικρά κι ολούθενε κοιτάζει·


κι ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν:


-«Εκεί 'ρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου·


με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός τού κόπου χάμου.


Φωνή 'πε: "Ο δρόμος σου γλυκός καί μοσχοβολισμένος·


στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος·


παλληκαρά καί μορφονιέ, γειά σου, καλέ, χαρά σου!


Άκου, νησιά, στεριές της γης, εμάθαν τ' όνομά σου!


Τούτος, αχ, που 'ν' ο δοξαστός κι η θεϊκιά θωριά του;


Η αγκάλη μ' έτρεμ' ανοιχτή κατά τα γόνατά του".


Έριξε χάμου τα χαρτιά με τσ' είδησες του κόσμου


η κορασιά τρεμάμενη ................................


Χαρά της έσβιε τη φωνή που 'ν' τώρα αποσβημένη·


άμε, χρυσ' όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη!


Εδώ 'ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου,


πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κι εγ' όλη την πνοή μου·


τα λίγα απομεινάρια της πείνας καί τσ' αντρείας,


............................................................................


που μ' έκραξαν μ' απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα,


γκόλφι να τα 'χω στο πλευρό και να τα βγάλω περα.


Δρόμο αστραφτά να σχίσω τους σ'εχθρούς καλά θρεμμένους,


σ' εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους·


να μείνεις, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι·


η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.


Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,


όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες».



VIII


Και συχνά του 'π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του:


«Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια,


μάνα καλή παληκαριών, και κάμε τη δική σου.


Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κι η ντροπή μου!».



IX


Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει·


ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.


Στά μάτια καί στο πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους·


τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους.


Αγάπη κι έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν·


τα σπλάχνα τους κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.


Γλυκειά κι ελεύθερ' η ψυχή σα νά 'τανε βγαλμένη,


κι υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη.



XII


Ιδού, σεισμός καί βροντισμός, κι εβάστουναν ακόμα,

που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό στο στόμα·

κι εσκίστη αμέσως, κι έβαλε στης Μάνας τα ποδάρια,

της πείνας, του <μαρτύριου> τα λίγα απομεινάρια·

τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα,

τα γόνατα και τα σπαθιά τα 'ματοκυλισμένα.




ΑΠΟ ΤΟ Γ' ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ


I


Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,


κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου


με λογισμό και μ' όνειρο, τι χάρ' έχουν τα μάτια,


τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,


που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια


(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!


Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·


ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πόχει,


που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη 'ναι κρυμμένα!


Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου,


κι ευθύς εγώ τ' ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;


Δόξα 'χ' η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.



II


Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,


και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σαν πληθύνουν,


ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.


«Αραπιάς άτι, Γάλλου νούς, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!


Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,


κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!


Αθάνατή 'σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ήσυχάζεις;».


Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τουτά 'π' ο ξένος ναύτης.


Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν καί κλαίνε,


και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους


ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.


(Παραλλαγή)


Μες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,


κι όταν θολώσουν τα νερά, κι όταν πληθύνουν τ' άστρα,


ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.


Γέρος μακριά, π' απίθωσε στ' αγκίστρι τη ζωή του,


το πέταξε, τ' αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:


«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου!


Πέλαγο μέγ', αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι·


σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!


Αθάνατή 'σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;».



IV


Αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,


από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,


ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα


τα παλληκάρια τα καλά, μ' απάνου τή σημαία,


που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει


παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.


Κι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε·


κάθε φωνή κινούμενη κατά το φώς μιλούσε,


κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:


«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».



V


Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ΄ αργοπορώντας,


κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,


σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,


που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.



VI


Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,


κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,


και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους


ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.


Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,


χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,


και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,


κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,


τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.


Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ' γή, σ' ουρανό, σε κυμα.


Αλλά στης λίμνης το νερό, π' ακίνητό 'ναι κι άσπρο,


ακίνητ' όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ' ως τον πάτο,


με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,


που 'χ' ευωδίσει τσ' ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.


- «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι 'δες;».


- «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!


Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,


ουδ' όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,


γύρου σε κάτι ατάραχο π' ασπρίζει μες στη λίμνη,


μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,


κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».



VIII


«Άγγελε, μόνο στ' όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;

Στ' όνομ' Αυτού που σ' τα 'πλασε, τ' αγγειό τσ' ερμιάς τα θέλει.


Ιδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,


χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!


Τα θέλω γω, να τα 'χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,


εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».



XII


Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες


γύρου στη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν


μ' αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,


ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ·

και γγιζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.


Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.


Είν' έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων

δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν


εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.


Τουφέκια τούρκικα, σπαθιά


το ξεροκάλαμο περνά.




ΑΠΟ ΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ


Μάρθα:


«Il perchι di tanto guardare, di tanto sommesso parlare del mondo che a me d' innanzi passava, mi fu rivelato dalla grande e soave ricchezza dell' amor vostro. Ed ora non so come tutto questo mi s' affaccia come ombra. Tutti gli oggetti che una volta inafferrabili nella loro altezza mi si mostravano, ora mi si affacciano, come a chi θ piantato sopra alta montagna, s' affaccia nel basso mare 1αΑ sua imagine. Cos¨¬ non tutto ¨¨ perduto per noΙο ¦©¦Ο ho cessato di guardare in questo frutto del mio grembo un' imagine come quella che fanno sul petto i marinari coll' ago, ho cessato d' invidiare l' uccelletto che trov¨° un granello e canΜava. ¦¬a co uccello, mentre l' ardore estivo infuoca la natura, trova il suo bene nell' ombra fresca e l' accoglie colla piccola anima e con qualche suono fuggevole, cosμ io dal vortice degli armati che mi cingono numerosi, strepitanti, trionfanti, mi ricovro in luogo dove sono raccolti tutti i troni della terra - Ιο parlo di te, ο benefica Mina dell' alba».


(ΑΕ 478 Β. Ανήκει στο Γ' σχεδίασμα)


(Μετάφραση)


Μάρθα :


«Η αιτία τόσου κοιτάγματος, τόσης χαμηλόφωνης ομιλίας του κόσμου που περνούσε εμπρός μου, μου αποκαλύφθηκε από τον μεγάλο και γλυκό πλούτο της αγάπης σας. Και τώρα όλα αυτά που μας συμβαίνουν μου παρουσιάζονται σαν σκιές. Όλα όσα κάποτε μου φαίνονταν ασύλληπτα μακριά και ψηλά, τώρα μοιάζουν για μένα όπως όταν βλέπει κανείς από την ψηλή όχθη την εικόνα του κάτω στην επιφάνεια του νερού. Δέν χάθηκαν λοιπόν όλα για μας. Έπαψα να βλέπω αυτό το αδυνατισμένο παιδί μου σαν μιά ζωγραφιά πού κάνουν στο στήθος τους οι


θαλασσινοί με το βελόνι. Έπαψα να ζηλεύω το πουλάκι που βρήκε ένα μικρό σπόρο και τραγούδησε. Αλλά όπως αυτό το πουλί, όταν η καλοκαιρινή ζέστη φλογίζει τη φύση, βρίσκει την ευτυχία του στη δροσερή σκιά και τη δέχεται με τη μικρή ψυχή του και μ' ένα φευγαλέο κελάϊδημα, έτσι κι εγώ, από τη δίνη των οπλισμένων εχθρών που με κυκλώνουν, πολυάριθμοι, θορυβώδεις, θριαμβευτικοί, βρίσκω καταφύγιο σ' αυτόν εδώ το χώρο όπου έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι θρόνοι της γης - μιλώ για σένα, ώ ευεργετικό όρυγμα που θα ανατιναχτείς τα ξημερώματα».


(Il confessore:)


«E questi implacabili nemici furono uniti nelle mie lagrime. Dolce fiato della notte stellata, un sorriso nelle aque e nelle campagne da per tutto... Il tremuoto fece nella forte pietra profonda spaccatura che si coperse di fiori, che tremolavano all' aura ed al sole...


Se mai fosse qualche cosa di non afferrabile, il martirio, il sangue lo scorterΰ, perchι mi par impossibile come possa passare al di lΰ uno solo di noi...


Come ombra erra το κοπαδάκι μου sotto la stellifera notte fresca dalle preghiere, tranquilla come se il cielo avesse piovuto il pane».


(Μετάφραση)


Ο Πνευματικός:


«Kι αυτοί οι ανελέητοι εχθροί ενώθηκαν στα δακρυά μου. Γλυκειά πνοή της ξάστερης νύχτας, ένα χαμόγελο πάνω στα νερά και παντού στην εξοχή... Ο σεισμός άνοιξε στο σκληρό βράχο βαθύ χάσμα που σκεπάστηκε με λουλούδια που έτρεμαν στην αύρα και στον ήλιο...


Αν τύχει να γίνει κάτι απ' αυτό που τώρα μοιάζει ανέφικτο, θα το συνοδέψει το μαρτύριο καί το αίμα. Γιατί μου φαίνεται αδύνατο να μπορέσει να περάσει απέναντι και ένας μόνο από μας.


Σαν σκιά πλανιέται το κοπαδάκι μου μέσα στη νύχτα με τ' άστρα, νύχτα δροσερή από τις προσευχές, γαλήνια σαν να είχε βρέξει ψωμί ο ουρανός».

Πηγή https://www.myriobiblos.gr/texts/greek/1821_eleftheroi_poliorkimenoi.html

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 7997 - Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

  Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος. Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν. Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη. Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς ...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο Άγιος Παΐσιος και οι νέοι Αγιορείτες Άγιοι της Εκκλησίας μας, Παπά – Τύχων και Χατζηγεώργης

  Πνευματική χαρά σκόρπισε στην Αθωνική Πολιτεία αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο η αναγγελία της αναγραφής στις Αγιολογικές Δέλτους δύο μεγάλων ασκητικών μορφών του αγιορείτικου μοναχισμού, οι οποίοι, από την “έρημο της ησυχίας”, πλέον βρίσκονται στις τάξεις των Αγίων της Εκκλησίας μας.  Πρόκειται για τον Παπά – Τύχωνα, τον πνευματικό και τον Γεώργιο Χατζηγεώργη, τον αγιορείτη ασκητή του 19ου αιώνα με καταγωγή από την Καππαδοκία. Δύο ακόμη αγιοκατατάξεις επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ ο οποίος – στα 35 έτη της Πρωθιεραρχικής του διακονίας στην Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως – έχει ταυτίσει το όνομά του με αγιοκατατάξεις μεγάλων σύγχρονων Αγίων της εποχής μας. Εκτός από το προσωνύμιο του “πράσινου Πατριάρχη” δικαίως λαμβάνει και το προσωνύμιο του “αγιόφιλου Πατριάρχη”. Οι δύο νέοι Άγιοι της Εκκλησίας μας συνδέονται ωστόσο στενά και με έναν άλλο σύγχρονο Άγιο, τον Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο νέων Όσιος Τύχων υπήρξε πνευμ...

Οἱ Ἁγίες Ὀλυμπία καὶ Εὐφροσύνη οἱ Ὁσιομάρτυρες 11 Μαΐου

  Οἱ Ὁσίες Ὀλυμπία ἢ Ὀλυμπιὰς καὶ Εὐφροσύνη ἔζησαν τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἡ Ἁγία Ὀλυμπία γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ἦταν ἱερέας καὶ ἡ μητέρα της θυγατέρα ἱερέως. Ἡ οἰκογένεια τῆς Ἁγίας ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατοίκησε στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἡ Ὀλυμπία ἔχασε τοὺς γονεῖς της καὶ οἱ οἰκεῖοι της τὴν ἔστειλαν στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν τῆς Θέρμης Λέσβου, τὴ σημερινὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, στὴν ὁποία ἦταν ἡγούμενη ἡ θεία της, μοναχὴ Δωροθέα. Ἐκεῖ, σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν ἡ Ἁγία ἐκάρη μοναχὴ καὶ σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ὅταν ἡ θεία της πέθανε, ἔγινε ἡγουμένη. Μετὰ παρέλευση δέκα ἐτῶν, τὸ 1235, πειρατὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Οἱ μοναχὲς διασκορπίσθηκαν καὶ ὅσες δὲν πρόλαβαν νὰ φύγουν, τὶς κακοποίησαν. Ἡ ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ μοναχὴ Εὐφροσύνη βασανίσθηκαν ἀνηλεῶς. Τὴν Εὐφροσύνη, ἀφοῦ τὴν κρέμασαν σὲ δένδρο, τὴν ἔκαψαν. Τὴν Ὀλυμπία τὴν ἔκαψαν σὲ ὅλο τὸ σῶμα μὲ λαμπάδες, διαπέρασαν τὰ αὐτιά ...

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη 24 Φεβρουαρίου

  Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό. Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς ...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος  

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)

  Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές. Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ...

Οἱ Ἅγιοι Πάντες

  Πραγματικὰ εἶναι θαυμαστὸς ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους του. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πὼς μὲ ἀσθενὴ σάρκα καταντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὴ κακία, πὼς ἔμειναν ἀναίσθητοι στὶς ὀδύνες καὶ στὰ τραύματα, καθὼς ἀγωνίζονταν μὲ σώματα πρὸς φωτιά, πρὸς τὸ ξίφος, πρὸς ποικίλα καὶ θανατηφόρα εἴδη βασάνων καὶ ἀντιπαρατάσσονταν μὲ καρτερία, ἐνῶ τοὺς ἔκοβαν τὶς σάρκες, τοὺς διάλυαν τοὺς ἁρμοὺς καὶ τοὺς συνέτριβαν τὰ ὀστά, ὅμως διαφύλαξαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ σώα καὶ ἀδιάσπαστη, ἀκεραία καὶ ἀκλόνητη, ποὺ γι’ αὐτὸ τοὺς χαρίσθηκε καὶ ἡ ἀναντίρρητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων. Ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πὼς ὑπέφεραν μὲ τὴ θέλησή τους σὰν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες ἀσιτίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ἄλλες ποικίλες κακώσεις τοῦ σώματος, καὶ ἀντιτάχθηκαν ἕως τὸ τέλος πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ τόσα εἴδη ἁμαρτίας, πρὸς τὸν ἐσωτερικό μας ἀόρατο πόλεμο, πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, ἐνῶ ἔλειωναν καὶ ἀχρηστεύονταν ἐξω...

Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996)

 Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996) Ἑορτάζει στὶς 28 Ἰουνίου. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.  «Τόν ἐν Ἄθωνι ὀφθέντα ἄρτι διαυγέστατον χαρίτων σκεῦος καί ἀστέρα εὐσεβείας νεόφωτον πανευλαβῶς εὐφημήσωμεν Ἄνθιμον ὡς ἀγωγῆς καθαρᾶς ἄνθος ἥδιστον πόθω κράζοντες· χορείας ἀγγέλων σύσκηνε, Χριστόν ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει πάντοτε.» Ὁ μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος γράφει περὶ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος: «Ὁ Γέροντας Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης ἦταν ἀπὸ τοὺς τελευταίους παλαιοὺς Ἁγιορεῖτες, ποὺ στὸ πρόσωπό του συγκέντρωσε τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀσκήσεως, τὴν ἐμμονὴ στὴ μοναχικὴ παράδοση καὶ τὴν ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ἦταν ὁ ἐκφραστὴς τοῦ γνησίου Ἁγιορείτικού μοναχικοῦ πνεύματος...». Κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Κωνσταντῖνος Ζαφειρόπουλος τοῦ Χαραλάμπους καὶ τῆς Βασιλικῆς. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Καλλιάνοι τῆς Κορινθίας τὸ 1913. Μόλις πέντε ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς. Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον ...

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης 20 Μαρτίου

  Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος καὶ ἦταν δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος ἦταν σεμνὸς καὶ σώφρων καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἐργαζόμενος ὡς ράπτης στὸ Ἡράκλειο συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν φθονοῦσαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία Τουρκοπούλα. Στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ἀπέρριψε ἀπολογούμενος τὴ συκοφαντία, ἀλλὰ ἐτέθη σὲ αὐτὸν δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Μάρτυρας Μύρων ἀποκρίθηκε μὲ παρρησία ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτή, τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὅτι θέλει νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανός. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν διὰ ἀγ...

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 10 Μαρτίου

  Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν...