Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει, εν τη σκηνή του Ιωσήφ σπουδή επέστη, ο Ασώματος λέγων τη Απειρογάμω. Ο κλίνας τη καταβάσει τους ουρανούς, χωρείται αναλλοιώτως όλος εν Σοί. Όν και βλέπων εν μήτρα Σου, λαβόντα δούλου μορφήν, εξίσταμαι κραυγάζων Σοι,
Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.
Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια. Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια. Αναγράφω Σοι η πόλις Σου, Θεοτόκε. Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον. Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσων, ίνα κράζω Σοι,
Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.
Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη, ειπείν τή Θεοτόκω τό Χαίρε (γ’) καί σύν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων πρός αυτήν τοιαύτα.
Χαίρε, δι’ ής η χαρά εκλάμψει,
χαίρε, δι’ ής η αρά εκλείψει.
Χαίρε, τού πεσόντος , Αδάμ η ανάκλησις,
χαίρε τών δακρύων τής Εύας η λύτρωσις.
Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς,
χαίρε, βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς.
Χαίρε, ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαίρε, ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα.
Χαίρε, αστήρ εμφαίνων τόν Ήλιον,
χαίρε, γαστήρ ενθέου σαρκώσεως.
Χαίρε, δι’ ής νεουργείται η κτίσις,
χαίρε, δι’ ής βρεφουργείται ο Κτίστης.
Χαίρε, Νύμφη Ανύμφευτε.
