Διότι καὶ αὐτός, νοῦς κτισθεὶς παρὰ τοῦ Θεοῦ πρότερον, ἁπλοῦς καὶ ἀσχημάτιστος καὶ ἀφάνταστος, ὡς οἱ λοιποὶ θεῖοι ἄγγελοι, ὕστερον ἠγάπησεν τὰ σχήματα καὶ τὴν φαντασίαν καὶ φαντασθεὶς νὰ θήση τὸν θρόνον του ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ γίνει ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ, ἀπὸ ἀγγέλου φωτεινοῦ, ἔγινεν διάβολος σκοτεινός.... ». (Συμβουλευτικὸν ἐγχειρίδιον, σελ. 104).
2). «Ἀπὸ τὴν πολλάκις ρηθεῖσαν κακίαν τῆς φιλαυτίας, δηλαδὴ τῆς ἀγάπης καὶ ὑπολήψεως καὶ τιμῆς, ποὺ ἔχομεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, γεννᾶται μία ἄλλη κακία ποὺ μᾶς προξενεῖ βαρυτάτην ζημίαν.
Αὕτη εἶναι ἡ αὐθάδης κρίσις καὶ κατάκρισις ποὺ κάνομεν εἰς τὸν πλησίον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάκρισιν ἐρχόμεθα εἰς τὸ νὰ ἐξευτελίζωμεν ἀδελφούς, νὰ τοὺς περιφρονοῦμεν καὶ νὰ τοὺς ταπεινώνωμεν. (Ἀόρατος πόλεμος, σελ. 158).
3). «Εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ μὲ κατεσκήνωσεν: Τόπος χλόης εἶναι ἡ πρακτικὴ ἀρετή, ὕδωρδε ἀναπαύσεως εἶναι ἡ θεωρητικὴ φιλοσοφία, κατὰ τὸν Ἅγιον Μάξιμον.
Ἐκεῖ λοιπὸν λέγει ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς, θέλει μὲ κατασκηνώσει ὁ Κύριος, ὅπου εἶναι τόπος χλόης. Ἐπέμεινε δὲ εἰς τὴν μεταφορᾶν τοῦ ποιμένειν, ἐπειδὴ χλόη καὶ νερόν, αὐτὰ εἶναι ἡ εὐτυχία τοῦ ποιμνίου.
Θέλει νὰ εἰπῇ δὲ ὅτι κατέστησε ὁ Κύριος εἰς ἀπόλαυσιν νομῆς καὶ πνευματικῶν ἀγαθῶν. Νοεῖται δὲ καὶ ἄλλως, ὅτι τόπος χλόης εἶναι ἡ ἐκκλησία, χλόη δὲ εἶναι οἱ Χριστιανοί, ὁποὺ ἀνθοῦν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν κατὰ τὴν ἀρετήν.
Ἢ χλόην θέλεις νοήσεις τὴν πίστιν τῶν Χριστιανῶν, διὰ τί νεάζει καὶ ἀνθεῖ πάντοτε ὡσὰν τὴν χλόην, ἐπειδὴ ἡ τῶν Ἑλλήνων πλάνη ἐγήρασεν ὡσὰν τὸ χορτάρι καὶ ἐξηράνθη». (Ἑρμηνεία εἰς τοὺς Ψαλμούς, τόμ. Α΄, σελ. 344).
4). ...Φανερὸν εἶναι λοιπόν, ὅτι ἀφῆκε νὰ νοοῦμεν ἡμεῖς, πὼς ὁ Μέγας Βασίλειος μεταχειρίζεται τὴν Ἀκρίβειαν, αὐτὴ δέ, καὶ ἡ Οἰκουμενικὴ β΄, ἐμεταχειρίστηκαν τὴν Οἰκονομίαν, καὶ οὕτω δὲν φαίνεται καμμία ἀντίφασις, ἢ ἐναντιότης ἀνάμεσά των.
Καὶ οὗτος μὲν ὁ λόγος τῆς Οἰκονομίας εἶναι ἡ πρώτη καὶ κυριωτέρα αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν αἱ σύνοδοι αὗται, ἄλλων μὲν αἱρετικῶν ἐδέχθησαν τὸ βάπτισμα, καὶ ἄλλων ὄχι. Κοντὰ δὲ εἰς τὸν λόγον τῆς Οἰκονομίας ἐστάθη καὶ δευτέρα αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν οὕτως ἐποίησαν.
Αὕτη δὲ εἶναι διότι, ἐκεῖνοι μὲν οἱ αἱρετικοί, τῶν ὁποίων ἐδέχθησαν τὸ βάπτισμα, ἐφύλαττον ἀπαράλλακτον καὶ τὸ εἶδος, καὶ τὴν ὕλην τοῦ βαπτίσματος τῶν ὀρθοδόξων, καὶ ἐβαπτίζοντο κατὰ τὸν τύπον τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας.
Ἐκεῖνοι δὲ οἱ αἱρετικοί, τῶν ὁποίων τὸ βάπτισμα δὲν ἐδέχθησαν, ἐπαραχάραξαν τὴν τελετὴν τοῦ βαπτίσματος καὶ διέφθειραν, ἢ τὸν τρόπον τοῦ εἴδους, ταυτὸν εἰπεῖν τῶν ἐπικλήσεων, ἢ τὴν χρῆσιν τῆς ὕλης, ταυτὸν εἰπεῖν τῶν καταδύσεων καὶ ἀναδύσεων ». (ΠΗΔΑΛΙΟΝ, Σχόλιο στὸν ΜΣΤ΄κανόνα τῶν Ἁγίων ἀποστόλων, σελ. 54).
5). Ἡ Κυριακὴ εἶναι ὀγδόη: Διότι μετὰ τὴν ἑβδόμην ἀριθμεῖται καὶ ὑπεραναβένηκε τὸν ἐβδοματικὸν καὶ ἰουδαϊκὸν σαββατισμόν, κατὰ τὸν Ἀθανάσιον κατὰ τὸν Βασίλειον, καὶ κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον.
Διότι καὶ ἡ ἐν τῇ Κυριακῇ γενομένη Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ὀγδόη ἐστίν, ἀριθμουμένη μετὰ τὰς ἑπτὰ Ἀναστάσεις, τὰς γενομένας πρὸ τῆς Ἀναστάσεως Αὐτοῦ, κατὰ τὸν Θεσσαλονίκης Γρηγόριον.
Ὀγδόη λέγεται ὅτι ὁ Κύριος ἀναστὰς κατὰ τὴν ὀγδόην καὶ φανεῖς εἰς τοὺς Ἀποστόλους, πάλιν μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐφάνη εἰς αὐτούς, παρόντος καὶ τοῦ Θωμᾶ.
Διατὶ αἱ μὲν ἄλλαι Δεσποτικαὶ ἑορταὶ μίαν μόνην φορὰν τὸν χρόνον ἑορτάζονται, ἡ δὲ Κυριακὴ ἑορτάζεται εἰς κάθε ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ ἀκολούθως ἑορτάζεται πενηνταδύω φοραῖς τὸν χρόνον. Ἰδιοῦ πόσον ἀνωτέρα καὶ ὑπερέχουσα τῶν ἄλλων ἑορτῶν εἶναι ἡ Κυριακή...»
