Απόστολος Τίτος
Ο Απόστολος Τίτος είναι ο οργανωτής και ο πρώτος Επίσκοπος της Εκκλησίας της Κρήτης. Στο ιστορικό προσκήνιο εμφανίζεται για πρώτη φορά περί το 49 μ.Χ. ως συνοδός του Αποστόλου Παύλου και του Βαρνάβα, στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων. Έκτοτε ακολουθεί τον Παύλο ως πιστός κα αφοσιωμένος μαθητής στις αποστολικές του περιοδείες στην Ασία και την Ευρώπη. Ο Παύλος αναφέρεται στον Τίτο με εκφράσεις που μαρτυρούν το στενό σύνδεσμο των δύο ανδρών.
Τον χριστιανικό Ευαγγελισμό της Κρήτης επιχείρησε ο Παύλος περί το 62-63 μ.Χ. κατά την δεύτερη αποστολική περιοδεία του. Η παραμονή του Παύλου στην Κρήτη ήταν σύντομη και το δυσχερές έργο της οργάνωσης της πρώτης κρητικής Εκκλησίας το ανέθεσε στον Τίτο, στον οποίο γράφει "Τούτου χάριν κατέλιπόν σε εν Κρήτη, ίνα τα λείποντα επιδιορθώση, και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην " (Τίτ. α΄, 5).
Η δράση του Τίτου στην Κρήτη δεν είναι επαρκώς γνωστή, γιατί δεν σώθηκαν αρχαίες επίσημες και εξακριβωμένες πληροφορίες για την πρώτη περίοδο της Κρητικής Εκκλησίας. Στους μεταγενέστερους χρόνους δημιουργήθηκε στην Κρήτη πλούσια συναξαριακή παράδοση για τον πρώτο επίσκοπο και πάτρωνα της τοπικής Εκκλησίας. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, ο Τίτος ήταν Κρητικός, από γένος επισημότατο, που ανήγε την αρχή του στο μυθικό βασιλιά της Κνωσού, το Μίνωα.
Ήταν συγγενής του Ρωμαίου ανθυπάτου της νήσου Ρουστίλλου (Ρουστούλου), έλαβε γενναία μόρφωση και βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα, όπου έγινε αυτόπτης μάρτυς των παθών και της αναστάσεως του Χριστού. Ως επίσκοπος, αργότερα, στην πατρίδα του ίδρυσε εννέα επισκοπές, στην Κνωσό, την Ιεράπυτνα, την Κυδωνία, τη Χερσόνησο, την Ελεύθερνα, τη Λάμπη, την Κίσαμο, την Κάντανο, και τη Γόρτυνα. Σύμφωνα με την ίδια συναξαριακή παράδοση, ο Τίτος πέθανε σε ηλικία 94 ετών, περί το 105 μ.Χ.
Στην Γόρτυνα, που ήταν το πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της νήσου, ιδρύθηκε ήδη από τις αρχές του 6ου αιώνα μεγαλοπρεπής ξυλόστεγη βασιλική, που αναδείχθηκε σε παγκρήτιο κέντρο λατρείας του Αποστόλου. Εδώ, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, φυλασσόταν και το ιερό λείψανο του. Ο ναός του Αγίου ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα λατρείας σε όλη την Ανατολή.
Κατά την περίοδο της Αραβοκρατίας στην Κρήτη (824 - 961), δεν έχουμε καμία πληροφορία για την λατρεία του Αγίου. Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τον Νικηφόρο Φωκά το 961 μ.Χ., το πολιτικό και Θρησκευτικό κέντρο της Κρήτης μεταφέρθηκε στο Χάνδακα (Ηράκλειο), όπου κτίσθηκε πάλι μεγαλοπρεπής Μητροπολιτικός ναός αφιερωμένος στον Απόστολο Τίτο, στην ίδια θέση που και σήμερα βρίσκεται. Στο κτίσμα εκείνο είχε μεταφερθεί και η Κάρα του Αγίου.
Πηγή: Ενημερωτικό έντυπο Ι. Ναού Αγίου Τίτου Ηρακλείου.
ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, στο χωριό Μέλαμπες της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης,
γεννήθηκαν οι Άγιοι Τέσσερις Νεομάρτυρες. Τα ονόματά τους ήταν Αγγελής, Μανουήλ που ήταν
αδέλφια, υιοί Ιωάννου Ρετζέπη, και Γεώργιος, υιός Κων/νου Ρετζέπη, και Νικόλαος, υιός Ιωάννου
Ρετζέπη, που ήταν εξάδελφοι των πρώτων. Το επώνυμό τους ήταν Βλατάκη.
Ήταν έγγαμοι, ενάρετοι στο βίο και οι πρόγονοί τους ήταν Κρυπτοχριστιανοί. Οι Τούρκοι είχαν κάψει εφτά φορές το χωριό τους, καιοι κάτοικοι για να κερδίσουν την συμπάθεια των Τούρκων αναγκάζονταν να ομολογούν πίστη στο Ισλάμ. Με αυτόν τον τρόπο σταμάτησαν τις επιδρομές οι Τούρκοι και το χωριό ξαναχτίστηκε. Όμως ποτέ δεν έπαψαν να είναι χριστιανοί, να εκτελούν τα
θρησκευτικά καθήκοντά τους σε απόμακρα μέρη και να βαφτίζουν τα παιδιά τους.
Οι Τέσσερις Νεομάρτυρες, όταν ξέσπασε η επανάσταση το 1821 πήραν τα όπλα ενάντια στους βάρβαρους Τούρκους, και πολέμησαν γενναία υπέρ πίστεως και πατρίδος. Όμως ως γνωστόν, το 1824 κατεστάλη η επανάσταση στην Κρήτη, με τη βοήθεια Αιγυπτιακών στρατευμάτων
και η Τουρκική κυριαρχία επανήλθε στο Νησί.
Έτσι οι Τούρκοι συνέλαβαν όλους τους επαναστάτες και υποκινη-τές της επανάστασης. Αμέσως συνέλαβαν τους Αγίους Μάρτυρες, τους έδεσαν και μετά από πεζοπορία 12 ωρών τους οδήγησαν στον Μεχμέτ Πασά του Ρεθύμνου.
Ο Πασάς προσπάθησε με υποσχέσεις κατ’ αρχήν και στη συνέχεια με τετράμηνη φυλάκιση και σκληρά βασανιστήρια να τους πείσει να ασπαστούν τον Μωαμεθανισμό. Οι Άγιοι παρά τα φοβερά μαρτύρια που περνούσαν απάντησαν με παρρησία και γενναιότητα στον Πασά ότι:
«Ἐμεῖς Χριστιανοί γεννηθήκαμε καί Χριστιανοί θά μείνομε μέχρι θανάτου».
Ο Μεχμέτ Πασάς είδε ότι οι προσπάθειές του πήγαν χαμένες, και αποφάσισε να τους εκτελέσει και να κάψει το χωριό τους τις Μέλαμπες.
Ο Βάρβαρος Πασάς όμως ήθελε πιο πολύ ακόμα να τους εξευτελίσει στα μάτια των Χριστιανών, και γι’ αυτό έβαλε έναν τελάλη την παραμονή του αποκεφαλισμού τους, να καλεί τον κόσμο για να δει το αποτρόπαιο θέαμα. Με αυτόν τον τρόπο νόμιζε ότι οι υπόλοιποι χριστιανοί θα
φοβόντουσαν και δεν θα σήκωναν κεφάλι εναντίον του, και θα ασπαζόντουσαν το Ισλάμ.
Ο τελάλης έλεγε «Αύριο τα λαδομάγαζα και τα ντουκιάνια να ‘ναι κλειστά, να ‘ρθείτε Τούρκοι και Ρωμιοί στη Μεγάλη Πόρτα, γιατί θα σφάξουμε γκιαούρηδες», όπως και έγινε.
Στις 28 Οκτωβρίου 1824 ο δήμιος τους έκοψε τα κεφάλια, στη θέση Μεγάλη Πόρτα στο κέντρο του Ρεθύμνου. Εκεί στη Μεγάλη Πόρτα άφησαν τα κεφάλια τους για να κερδίσουν τις ψυχές τους. Εκεί έδωσαν το κορμί τους για την πίστη τους.
Εκεί έμεινε η τελευταία αναπνοή τους, για να εισπνέουν οι επερχόμενες γενεές την αύρα της χριστιανικής χαραυγής. Εκεί έγινε η ομολογία τους: «Χρισθιανοί εγεννηθήκαμενε και χρισθιανοί θα
ποθάνομενε».
Τα Άγια Σώματά του παρέμειναν άταφα για τρεις ημέρες, τα οποία ανέδυαν φως, ορατό και για τους Χριστιανούς αλλά και για τους Τούρκους. Οι Χριστιανοί με επικεφαλή τον διερμηνέα του Πασά Μανουήλ Παπαδάκη, ζήτησαν την Άδεια από το Μεχμέτ για να ενταφιάσουν τα λείψανα.
Τότε κάτοικοι των Περιβολίων (Γεώργιος Λαγός και Αντώνης Πουρδούνης) μαζί με άλλους χριστιανούς, πήραν και ενταφίασαν πλάι στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου στα Περιβόλια τα λείψανα των Αγίων Τεσσάρων, σημείο στο οποίο υπάρχει μέχρι σήμερα ο τάφος τους. Μετά
την εκταφή τους, το 1827 τα μεν Ιερά Λείψανα των Αγίων φυλάχτηκαν στην Ιερά Μονή Αρκαδίου, ενώ οι κάρες τους στο Ρέθυμνο. Σήμερα Ιερά Λείψανα των Αγίων έχουν μεταφερθεί σε πλείστους Ιερούς ναούς της Κρήτης και της Ελλάδος προς αγιασμό και ευλογία.
Αξίζει να αναφέρουμε κάποια θαύματα των Αγίων Τεσσάρων Νεομαρτύρων τις πρώτες κιόλας μέρες τις κοιμήσεώς τους. Πρώτο είναι το θαύμα με το φως που φαινόταν αναμμένο πάνω στα λείψανα των Αγίων στον τόπο του αποκεφαλισμού τους. Δεύτερο θαύμα έγινε με το αίμα τους, στο μαχαίρι του Δημίου. Ο Δήμιος γυρνώντας στο σπίτι του σκούπισε το μαχαίρι μ’ ένα πανί και
πήγε στο ντουκιάνι (καφενείο). Η μητέρα του ήταν τυφλή και ενώ σηκώθηκε να πλυθεί, σκουπίστηκε χωρίς να το ξέρει με το πανί που είχε το αίμα των Αγίων. Αμέσως είδε το φως της, και γυρίζοντας από το καφενείο ο γιος της είδε το θαύμα και την ρώτησε πώς είδε το φως της.
Αυτή του είπε πως σκουπίστηκε με εκείνο το πανί, και αυτός της ομολόγησε ότι πάνω στο πανί υπήρχε το αίμα τεσσάρων χριστιανών που είχε σφάξει, αυτή του είπε ότι είναι Άγιοι αφού μόλις σκουπίστηκε με το αίμα τους έγινε καλά. Το Μαχαίρι που έκοψε τις Άγιες Κεφαλές των 4
Μαρτύρων, βρίσκεται στον Άγιο Νικόλαο της Σπλάντζια στα Χανιά.
Οι νεομάρτυρες τιμήθηκαν ως άγιοι, στη συνείδηση του κόσμου από την πρώτη στιγμή. Σήμερα υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες που βεβαιώνουν ότι οι Άγιοι τιμήθηκαν για πρώτη φορά στις 25/10/1825 ( ένα χρόνο μετά τη θυσία τους) και στη μνήμη τους έψαλαν την Ακολουθία
των Αγίων Πάντων, όπως γίνεται και σε παρόμοιες περιπτώσεις Αγίων που δεν υπάρχει ακολουθία.
Χαρακτηριστικό σημάδι Αγιότητος αποτελεί η Εικόνα των Αγίων του 1836, που σήμερα φυλάσσεται στο Μητροπολιτικό Ναό. Επίσης έγγραφο του 1837 βεβαιώνει ότι οι Τέσσερις Μάρτυρες γιορτάστηκαν στις 28 Οκτωβρίου της χρονιάς αυτής, στην Εκκλησία των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Πιθανότατα την ίδια χρονιά το 1837 να γράφτηκε η πρώτη Ακολουθία προς τιμή τους από τον Επίσκοπο Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Καλλίνικο Νικολετάκη και το Μητροπολίτη Κρήτης Μελέτιο Νικολετάκη.
Με αυτά τα δεδομένα συμπεραίνουμε ότι τουλάχιστον σε επίπεδο Κρήτης η επίσημη αναγνώριση των Νεομαρτύρων ως Αγίων ήταν γεγονός.
Ωστόσο, η επίσημη αναγνώριση και Ανακήρυξη των Αγίων σε πανορθόδοξο επίπεδο, άργησε πολύ. Χρειάστηκαν δυναμικές παρεμβάσεις του αείμνηστου Μητροπολίτου Ρεθύμνης κυρού Τίτου, για
να γίνει. Ο οποίος στις 15 Μαρτίου το 1977 έστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο επίσημη επιστολή, με την οποία, αφού αναφερόταν στη ζωή και στο μαρτυρικό τέλος των Αγίων, καθώς και στο σεβασμό που έτρεφαν κλήρος και λαός του Ρεθύμνου, ζητούσε την επίσημη ένταξή τους στο
Αγιολόγιο της Εκκλησίας.
Ο Πατριάρχης Δημήτριος απάντησε τον ίδιο χρόνο με δυο έγγραφα.
Το πρώτο, ήταν μια επιστολή προς το Μητροπολίτη Ρεθύμνης. Και το δεύτερο ήταν η επίσημη ένταξη των Τεσσάρων Μαρτύρων στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας. Έτσι χρειάστηκαν συνολικά 153 χρόνια από το μαρτύριό τους για να αποκτήσει η μνήμη τους πάνδημο χαρακτήρα, με την Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Οι Άγιοι Τέσσερις Μάρτυρες ενέπνευσαν πολύ και την Βυζαντινή τέχνη, Αγιογραφία, υμνολογία και την λαϊκή μας παράδοση και άφησαν έτσι το δικό τους ανεξίτηλο αποτύπωμα στις ψυχές του Κρητικού λαού, ο οποίος καυχάται για τους Αγίους Τέσσερις Νεομάρτυρες Αγγελή,
Μανουήλ, Γεώργιο και Νικόλαο.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τῆς Κρήτης γεννήματα, καί Λάμπης θρέμματα, τούς τετραρίθμους
Νεομάρτυρας ἀνευφημήσωμεν, Γεώργιον, Ἀγγελήν, Μανουήλ καί Νικόλαον.
Οὗτοι γάρ διά πίστιν, τοῦ Κυρίου σφαγέντες, τό αἷμα αὐτῶν ἐθελουσίως, ἐν
τῇ Ρεθύμνῃ ἐξέχεαν διό καί παρρησίαν ἔχοντες πρός Χριστόν, πρεσβεύουσιν
ἀεί, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Ἅγιος Μύρων, Επίσκοπος Κρήτης
(†) 8 Αυγούστου
Μύρων ο θείος, άρετῆς μύρου πνέων,
Ευωδίας πρόσεισιν οσμή Κυρίω.
Ο Άγιος Μύρων γεννήθηκε στην Κρήτη επί Δεκίου κατά τα Acta Sanctorum. Ως προς τον τόπο γεννήσεως του Αγίου δεν υπάρχει ομοφωνία στις πηγές. Συγκεκριμένα ο Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι ο Αγιος γεννήθηκε στην πόλη Αυρακία, η οποία ευρίσκετο πλησίον της Κνωσού.
Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και σε άλλους συναξαριστές καθώς και στο Μηναίον της Η’ Αυγούστου. Από τον Codex Sancti Sepuleri, αρ. 17, της Πατριαρχικής βιβλιοθήκης των Ιεροσολύμων, που ανάγεται στον ιβ’ αιώνα και στον οποίο περιέχεται “Βίος του οσίου πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κρήτης του θαυματουργού” πληροφορούμαστε ότι ο Αγιος γεννήθηκε στην πόλη Ραύκια. Στα Acta Sanctorum ως τόπος γέννησης του Αγίου αναφέρεται η πόλη Ραύκια. Η ίδια πληροφορία παρέχεται και από τον Σωφρόνιο Ευστρατιάδη. Η ΘΗΕ αναφέρει ότι Αγιος “εγεννήθη εν τη κώμη Ραύκω (ή κατ’ άλλους Ραυκεία)”, η οποία ευρίσκετο νοτιοδυτικά της Κνωσού. Αξιοσημείωτη είναι η πληροφορία του Lambecius, ο οποίος αναφέρει ότι ο Αγιος μαρτύρησε επί Δεκίου.
Ο Αγιος καταγόταν από ευγενή οικογένεια. Ο Codex αναφέρει ότι οι γονείς του Αγίου ήταν “θεοφιλείς άμα και χριστεπώνυμοι”.
Ο Αγιος ήταν γεωργός στο επάγγελμα και πρόσφερε ένα μεγάλο μέρος της σοδειάς του στους φτωχούς. Ο Συναξαριστής αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όσο ο Αγιος ελεούσε τους φτωχούς τόσο και οι καρποί των αγρών του αυξάνονταν. Ο Αγιος Μύρων ήταν έγγαμος με “γυναίκα νόμιμον” κατά τον Νικόδημο Αγιορείτη.
Βασικές αρετές του Αγίου ήταν η ευσέβεια, η ευσπλαχνία και η υπομονή. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό της σύλληψης επ’ αυτοφώρω των 10 κλεφτών (κατ’ άλλους επρόκειτο για 12). Οι κλέφτες από την πλεονεξία τους είχαν γεμίσει τόσο πολύ τα σακιά με σίτο ώστε δεν μπορούσαν να τα σηκώσουν. Ο Αγιος όχι μόνο δεν είχε την αναμενόμενη αντίδραση αλλά και τους βοήθησε έναν - έναν να σηκώσουν τα σακιά τους και τους παρακάλεσε να μην αναφέρουν σε κανένα το περιστατικό.
Μετά τον πρόωρο θάνατο της συζύγου του, ο όσιος εντάχθηκε στον ιερό κλήρο και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος κατά την περίοδο των διωγμών του Δεκίου. Ακολούθως ο Αγιος χειροτονείται “ψήφω παντός λαού” επίσκοπος Κνωσού από τον επίσκοπο Πινύτου στη Ραυκία. Κατ’ άλλους, ο Αγιος κατέστη Αρχιερεύς της Κρήτης και “πρόεδρος Κρήτης” (ήτοι αρχ. Γορτύνης). Η άποψη ότι ο Αγιος διετέλεσε επίσκοπος Κρήτης, έχει απορριφθεί ήδη από το 1966 για τους εξής λόγους: α) κατά το χρόνο που φέρεται ο Αγιος αρχιερατεύων ως πρώτος στην Μεγαλόνησο, αναφέρεται άλλος ως κατέχων τον θρόνο, β) η τοπική παράδοση θεωρεί τον Αγιο Μύρωνα ως επίσκοπο Κνωσού και όχι Γορτύνης. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του εκδότη των ακολουθιών των Κρητων Αγίου επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Ιλαρίωνος, που εξεδόθηκαν το 1877 στην Αθήνα: “Ακολουθία του εν αγίοις πατρός ημών Μύρωνος επισκόπου Κνωσού Κρήτης του θαυματουργού”. Στη εν λόγω ακολουθία ο Άγιος εξυμνείται ως επίσκοπος Κνωσού στον οίκο, στο συναξάριο και σε ένα μεγαλυνάριο. Η γνώμη του αρχιεπισκόπου Φινλανδίας Σεργίου (Πλήρες Μηνολόγιον, Β’ τμήμα β, σελ. 316 γραμμένο ρωσσιστί) ότι ο Αγιος διετέλεσε επίσκοπος Ραύκου δεν ευσταθεί διότι πουθενά στις πηγές δεν αναφέρεται τέτοια επισκοπή. Πιθανότατα λοιπόν ο Αγιος διετέλεσε επίσκοπος Κνωσού γεγονός με το οποίο συμφωνεί και η τοπική παράδοση αλλά και δεδομένου ότι η γενέτειρά του, όπου και ετάφη, ορίσθηκε ως έδρα της επισκοπής Κνωσού.
Παρά το υψηλό του αξίωμα ο Αγιος παραμένει φιλάνθρωπος και ταπεινόφρων: “του θρόνου τοίνυν επιβάς άρα προς οφρύν έβλεψεν, οία δη φιλεί γίνεσθαι τοις πολλοίς αρ’ υπερόπτης εγένετο και υπέρογκος; Ου μεν ουν αλλά και λίαν ταπεινότερος του προτέρου και μετριώτερος και προς άπαν οτιούν των καλών σπουδαιότερος” (Codex 17). Ετσι, “επιρρεί τούτω του πνεύματος η ενέργεια και θαυμαστά πλείστα τελεί”. Στις πηγές αναφέρονται δυο θαύματα (εκδίωξη δράκοντος, έλεγχος των υδάτων του ποταμού Τρίτωνος): “εδίωξεν ένα δράκοντα, ο οποίος έβλαπτε την χώραν εκείνην εις την οποίαν εφώλευεν”, “ποταμού ρείθρον έστησε της ορμής τω όξει της φοράς είργοντος αυτόν της εις το πρόσω διαβάσεως και ου πρότερον εκκίνησε το ρείθρον ο ποταμός πριν αυτός ο μέγας την εκκλησίαν καταλαβών ήν επεφέρετο ράβδον έστειλε και παρα ταύτης διεταράχθη το ύδωρ”. Ο Αγιος “διανύσας θεοφιλώς και οσίως” το υπόλοιπον της ζωής του, πέθανε σε ηλικία 100 ετών κατά τον συναξαριστή, κατ’ άλλους σε ηλικία 70 ετών (Σιρλετανό Μηνολόγιο), που είναι και το πιθανότερο. Ο Αγιος κατά τα Acta Sanctorum “κατακλιθείς τοίνυν εν νόσω και διαθέμενος τα υπολειφθέντα αυτώ της χρείας πράγματα δοθήναι πτωχοίς, εν ειρήνη ανεπαύσατο”.
Εν κατακλείδι, αξίζει να αναφερθεί ότι η Ραυκεία μετονομάσθηκε προς τιμή του Αγιος Μύρων, ονομασία που μέχρι τις μέρες μας διατηρείται
Υπάρχει και έτερος Άγιος Μύρων ο νεομάρτυρας Ηρακλείου εορτάζων στις 20 Μαρτίου εκάστου έτους.
Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης
Ο Άγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν από το Μεγάλο Κάστρο της Κρήτης, το σημερινό Ηράκλειο, και γεννήθηκε από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δημήτριος και ήταν δίκαιος και ενάρετος άνθρωπος. Ο Άγιος ήταν σεμνός και σώφρων, και αγαπούσε υπερβολικά την παρθενία και την άσκηση. Εργαζόμενος ως ράπτης στο Ηράκλειο συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι τον φθονούσαν, ότι δήθεν αποπλάνησε μια Τουρκοπούλα. Στο δικαστήριο ο Άγιος απέρριψε απολογούμενος την συκοφαντία, αλλά ετέθη σε αυτόν το δίλημμα του εξισλαμισμού ή του θανάτου. Ο Μάρτυρας Μύρων αποκρίθηκε με παρρησία ότι δεν αρνείται την πίστη του, αλλά είναι έτοιμος να υποστεί κάθε βασανιστήριο για την αγάπη του Χριστού, καθώς γεννήθηκε Χριστιανός και Χριστιανός θέλει να πεθάνει.
Για τον λόγο αυτό τον χτύπησαν ανηλεώς και τον έριξαν στην φυλακή. Όταν τον έβγαλαν από αυτήν, τον οδήγησαν και πάλι ενώπιον του κριτού, όπου ο Άγιος επαναλάμβανε συνεχώς ότι ήθελε να πεθάνει ως Χριστιανός. Έτσι καταδικάσθηκε στον δι' αγχόνης θάνατο. Λίγο πριν από το μαρτύριο ο Μάρτυρας Μύρων ζήτησε την άδεια από τους δήμιους και πλησίασε τον πατέρα του. Έπεσε στα πόδια του και του φίλησε το χέρι. Αφού έλαβε την ευχή του προσήλθε προ των δημίων και μετά από λίγο δέχθηκε το στέφανο του μαρτυρίου. Ήταν το έτος 1793 μ.Χ.
Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'.
Ηρακλείου το άνθος το ευωδέστατον, ως ευσεβείας σε μύρον ύμνοις γεραίρομεν, νεομάρτυς του Χριστού Μύρων μακάριε. Συ γαρ νεότητος ακμήν υπερείδες ανδρικώς και ήθλησας στεροψ’υχως. Και νυν απαύστως δυσώπει, ελεηθήναι τας ψυχάς ημών.
ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ
Μπορεί ο ΑΓΙΟΣ ΜΗΝΑΣ να μην είναι τοπικός Άγιος της κρήτης αλλά η λατρεία του στη ΚΡΗΤΗ είναι μεγάλη.
Ο Αγιος Μηνάς είναι ο προστάτης άγιος (πολιούχος) του Ηρακλείου και η μνήμη του γιορτάζεται στις 11 Νοεμβρίου, μέρα αργίας στο Ηράκλειο.
Ο Άγιος Μηνάς γεννήθηκε στην Αίγυπτο στα μέσα περίπου του 3ου αιώνα μ.Χ. από γονείς ειδωλολάτρες, αλλά έγινε χριστιανός από την εφηβική του ηλικία. Οταν ενηλικιώθηκε αποφάσισε να κάνει καριέρα στον Ρωμαϊκό στρατό και υπηρέτησε σαν αξιωματικός στο Ρωμαϊκό ιππικό στην Μικρά Ασία.
Το 303 μ.Χ. ξεκίνησε διωγμός των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό και τον Μαξιμιανό, που κράτησε μέχρι το 311 μ.Χ. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες διατάχθηκαν να συλλαμβάνουν και να βασανίζουν τους χριστιανούς προκειμένου να τους κάνουν να απαρνηθούν την πίστη τους.
Ο Άγιος Μηνάς, πιστός στην πίστη του, παραιτήθηκε από τον Ρωμαϊκό στρατό και ασκήτεψε στα βουνά. Σε ηλικία πενήντα περίπου ετών, θείο όραμα του αποκάλυψε ότι είχε φτάσει η ώρα να μαρτυρήσει. Εγκατέλειψε την προστασία του βουνού και κατέβηκε στην πόλη, όπου μπροστά στους ειδωλολάτρες δήλωσε ότι είναι Χριστιανός.
Συνελήφθη, οδηγήθηκε στη φυλακή και βασανίστηκε φρικτά. Τον μαστίγωσαν, τον έγδαραν και τον έσυραν γυμνό σε δρόμο με κοφτερές πέτρες. Παρά το φρικτό μαρτύριο του, ο άγιος δεν δέχτηκε να αρνηθεί την πίστη του και στο τέλος αποκεφαλίστηκε.
Ο Αγιος Μηνάς καθιερώθηκε πολιούχος του Ηρακλείου την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Η διαφορετική θρησκεία Κρητικών και Τούρκων υπήρξε κύρια αιτία βιαιοπραγιών από τους μουσουλμάνους εναντίων των χριστιανών. Η παράδοση μας λέει ότι το Πάσχα του 1826 ενώ οι χριστιανοί ήταν μαζεμένοι στο ναό και παρακολουθούσαν τη λειτουργία της Ανάστασης, όχλος μουσουλμάνων προετοίμαζε σφαγή εναντίον τους, η οποία αποφεύχθηκε με την επέμβαση ενός ηλικιωμένου αξιωματικού καβαλάρη. Ο καβαλάρης αυτός έμοιαζε με το πρωτοπαλίκαρο των Τούρκων, τον Αγιάν Αγά, που τους ηρέμησε και τους απέτρεψε από τη σφαγή των χριστιανών. Την επέμβαση αυτή του μυστηριώδη καβαλάρη, οι χριστιανοί την απέδωσαν σε θαύμα του Αγίου Μηνά, πιστεύοντας ότι ήταν αυτός που παρουσιάστηκε στους Τούρκους και όχι ο Αγιάν Αγάς. Ομως, ακόμη κι αν οι Τούρκοι είχαν δίκιο και δεν ήταν ο Άγιος Μηνάς ο έφιππος αξιωματικός, ήταν θαύμα ο Τούρκος διώκτης των χριστιανών (Αγιάν Αγάς) να λειτουργήσει σαν προστάτης τους την τελευταία στιγμή.
Από τότε ο Αγιος Μηνάς απεικονίζεται έφιππος ως Ρωμαίος στρατηγός και τιμάται ως προστάτης της πόλης του Ηρακλείου. Αναφέρει ο Γεώργιος Συλλαμιανάκης, στο βιβλίο του "Αγιος Μηνάς" το 1939, πως όχι μόνο οι Χριστιανοί θεωρούσαν προστάτη της πόλης τον Αγιο Μηνά αλλά και οι Τούρκοι, οι οποίοι αντίκριζαν τον Αγιο με φόβο και σεβασμό.
Για τη σχέση του Ηρακλείου με τον προστάτη άγιο του έγραψε και ο Καζαντζάκης:
"... Ολάκερη η πολιτεία ήταν ένα φρούριο, η κάθε ψυχή ήταν κι αυτή ένα φρούριο αιώνια πολιορκούμενο κι είχε καπετάνιο ένα Αγιο, τον "Αγιο Μηνά, τον προστάτη του Μεγάλου Κάστρου. Ενας Αγιος που δεν έμενε μόνο στο εικόνισμά του, κατέβαινε κάθε νύχτα, έβγαινε περιπολία. Σφαλνούσε τις πόρτες, όσες είχαν ξεχάσει οι Χριστιανοί ανοιχτές, σφύριζε στους νυχτοπαρωρίτες να γυρίσουν πια στα σπίτια τους, στέκουνταν απόξω από τις πόρτες κι αφουκράζονταν ευχαριστημένος όταν άκουγε τραγούδι...
....Κι όταν οι Τούρκοι ακόνιζαν τα μαχαίρια τους κι ετοιμάζουνταν να ριχτούν στους Χριστιανούς, πετιόταν ο Αϊ-Μηνάς πάλι από το κόνισμά του να διαφεντέψει τους Καστρινούς...
....Δεν ήταν μονάχα άγιος ο Αϊ-Μηνάς, ήταν ο καπετάνιος τους, καπετάν Μηνά τον έλεγαν και του πήγαιναν κρυφά τ' άρματά τους να τα βλογήσει...".
Θαύματα του αγίου αναφέρονται και σε πιο πρόσφατες εποχές, όπως το ότι ο Αγιος Μηνάς προστάτευσε το ναό του από τον σφοδρό βομβαρδισμό του Ηρακλείου στις 23 Μαίου 1941. Σήμερα έξω από το ναό εκτίθεται η βόμβα που έπεσε στο ναό αλλά δεν εξερράγη.
Το όνομα Μηνάς είναι σπάνιο στο Ηράκλειο, και αυτό ακούγεται περίεργο για μια πόλη που έχει τον Αγιο Μηνά σαν προστάτη της. Η αιτία βρίσκεται σε μια παλιά ιστορία, που ελάχιστοι θυμούνται πια.
Τον καιρό του τούρκικου ζυγού ήταν συνηθισμένο να αφήνουν τα νόθα παιδιά στα σκαλιά της εκκλησίας του Αγίου Μηνά. Η εκκλησία φρόντιζε τα παιδιά αυτά, και στα αγόρια έδινε το όνομα Μηνάς, μια και βρέθηκαν μπροστά στην εκκλησία του αγίου. Ετσι για πολλά χρόνια, το όνομα Μηνάς στο Ηράκλειο δήλωνε ότι αυτός που το έφερε ήταν νόθος, οπότε όλοι απέφευγαν να δώσουν στο παιδί τους το όνομα αυτό.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυς Ἀγαθόπους ὁ ἐκ Πανόρμου, ἐκ τῶν Ἁγίων Δέκα Μαρτύρων
Ἡ συνεισφορὰ τῆς νήσου Κρήτης στὴ συγκρότηση τοῦ «ἔσω ἀνθρώπου», καθὼς καὶ στὴν πνευματικὴ προαγωγή, δὲν συνίσταται μονάχα στὴν καλλιέργεια τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν, ἀλλὰ καὶ στὴν ἀνάδειξη καὶ προβολὴ πνευματικῶν ἀναστημάτων καὶ προτύπων, τὰ ὁποία ἐμπνέουν, μὲ τὴν προσωπικότητα καὶ τὸ ἔργο τους, τὸ σύγχρονο ἄνθρωπο.
Στὴν κατηγορία αὐτὴ ἐντάσσονται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, καὶ οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι, μὲ τὸ
μαρτύριο τῆς συνειδήσεως, τὴ μαρτυρική τους τελείωση, ἐνδυναμώνουν καὶ ἐμπνέουν τοὺς χριστιανούς, στὴν πάλη ἐνάντια στὶς δυσκολίες τῆς καθημερινότητας.
Στὴ χορεία τῶν πρωτομαρτύρων († 250) τῆς Κρήτης, τῶν ἁγίων Δέκα, συγκαταλέγεται καὶ ὁ ἅγιος μάρτυρας Ἀγαθόπους, ἀπὸ τὸ λιμένα Πανόρμου, τοῦ νομοῦ Ρεθύμνου.
Οἱ ἄμεσες καὶ ἔμμεσες, ἐκδεδομένες καὶ ἀνέκδοτες (Δετοράκης: 53-60, 63-74),
ἁγιολογικὲς πηγές, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀντλοῦμε πληροφορίες γιὰ τὸν ἐν λόγῳ μάρτυρα, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς συναθλητές του, στὴ μαρτυρικὴ πορεία, εἶναι ἀρκετές. Οἱ κυριότερες ἀπὸ αὐτές, εἶναι οἱ ἀκόλουθες: ἡ ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλαν (458 μ.Χ.) ὀκτὼ ἐπίσκοποι τῆς Κρήτης στὸν αὐτοκράτορα Λέοντα Α΄, ὅπου καταχωρίζεται, μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἡ πληροφορία ὅτι οἱ ἅγιοι Δέκα τιμῶνται ὡς προστάτες καὶ φύλακες τῆς νήσου. Τὸ Μαρτύριο τῶν ἁγίων, ὅπως προῆλθε ἀπὸ τὸν ἀνώνυμο βιογράφο, οἱ ἐγκωμιαστικοὶ λόγοι πρὸς τιμὴν τῶν μαρτύρων, τῶν ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης, τοῦ ὑμνογράφου, ἁγίου Γερασίμου Παλλαδά, Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας, Θεοδώρου Παλλαδά, ἱερέως, Μιχαὴλ τοῦ Ἀγαπητοῦ, κ.ἄ. Ἀπὸ τὴ Συναξαριακὴ παράδοση, τῆς Μεταφραστικῆς περιόδου,
πρέπει νὰ σημειώσουμε τὸ Συναξάριον τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως (Delehaye: 337-340), τὸ Βασιλειανὸ Μηνολόγιο (PG 117, 224 CD), καθὼς καὶ τὸ «Μαρτύριο» τῶν ἁγίων ποὺ φέρεται μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Συμεὼν τοῦ Μεταφραστῆ (PG 116, 565C-573B). Ἡ μνήμη τοῦ ἐν λόγῳ μάρτυρα, καταχωρίζεται ἐπίσης, μετὰ τῶν συναθλητῶν του, στὴ σύνολη σχετική, κατοπινή, Συναξαριακὴ παράδοση, σὲ πεζὰ καὶ ἔμμετρα Μηνολόγια (π.χ. τοῦ Ἰωάννου τοῦ ἐκ Χάνδακος: 32).
Ὁ ἅγιος μάρτυρας Ἀγαθόπους καταχωρίζεται ὄγδοος στὸν ὀνομαστικὸ κατάλογο τῶν ἁγίων Δέκα μαρτύρων, στὴν πλειονοψηφία τῶν παραπάνω Συναξαριακῶν καὶ λοιπῶν κειμένων. Προηγοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν πέντε μαρτύρων, ἐκ τῆς μητροπόλεως Γορτύνης, καθὼς καὶ οἱ μάρτυρες ἐκ τῆς Κνωσοῦ καὶ τῆς Λεοβένης. Μολονότι στὶς πηγὲς δὲν ἔχουμε κάποια πρόσθετη πληροφορία γιὰ τὸν ἅγιο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ γενέτειρά του, εἶναι γνωστὸ σ’ ἐμᾶς ὅτι ὁ Ἀγαθόπους, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ ἐννέα τῆς χορείας τῶν ἁγίων Δέκα, ἀρνήθηκαν νὰ προσφέρουν σπονδὲς καὶ νὰ γευτοῦν ἀπὸ τὰ θυσιαζόμενα, κατὰ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ἱεροῦ τῆς Τύχης, στὴ Γόρτυνα, ἐπὶ ἀνθυπάτου Πλατιμαίου, τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου. Ἡ ἄρνηση τοῦ Ἀγαθόποδος καὶ τῶν λοιπῶν,
νὰ συμμετέχουν στὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τὸν διώκτη, ὁδήγησε στὴ φυλάκισή τους, ὅπου ὑπέμειναν πλῆθος βασανισμῶν, προκειμένου νὰ καμφθεῖ τὸ φρόνημά τους. Ὁ Ἀγαθόπους καὶ οἱ συναθλητὲς τοῦ ἐπέδειξαν ἰδιαίτερο σθένος καὶ ἀδιάπτωτη προσήλωση στὸ Χριστὸ καὶ ἡ στάση τοὺς αὐτὴ ὁδήγησε στὴ μαρτυρικὴ τελείωσή τους, μὲ ἀποκεφαλισμό, στὴν τοποθεσία «Ἁλώνιον» (ἀρχαία
πόλη Αὐλῶν), νοτιοδυτικά τοῦ χωριοῦ Ἅγιοι Δέκα, Μεσαρᾶς, στὶς 23 Δεκεμβρίου, τοῦ 250 μ.Χ., σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα παράδοση. Ἄμεση ἦταν ἡ διακήρυξη τῆς ἁγιότητας τῶν ἁγίων Δέκα μαρτύρων, στὴ χορεία τῶν ὁποίων ἐντάσσεται καὶ ὁ μάρτυρας Ἀγαθόπους, ὁ ἐκ Πανόρμου τοῦ
Ρεθύμνου. Ὡς ἡμέρα μνήμης τους θεωρήθηκε, ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ καὶ τὴ Δυτικὴ Ἐκκλησία, ἡ ἡμέρα τῆς μαρτυρικῆς τελείωσής τους, ἡ 23η Δεκεμβρίου.
Ἡ ἀνακομιδὴ καὶ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου Ἀγαθόποδος, καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν, ἐκ τῶν ἁγίων Δέκα, πραγματοποιήθηκε, κατόπιν αὐτοκρατορικῆς παραχώρησης, ἀπὸ τὸν ἅγιο Παῦλο, ἐπίσκοπο Γορτύνης, τὸ 312 μ.Χ. Εἰδικότερα, κατὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὸ Ἁλώνιον καὶ τὴ μετακομιδὴ τοὺς στὸ κοιμητήριο τῆς πόλης (Γόρτυνας), τὰ τίμια λείψανα τῶν ἁγίων Δέκα βρέθηκαν ἄφθαρτα [Παπαδάκης Χ. (ἀρχιμ.): 283-284], ἐνῶ ἡ τελευταία σαφῆ μαρτυρία περὶ τῶν λειψάνων τους, μᾶς δίδεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα Κρήτης, Τεμάχια ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων Δέκα μαρτύρων, βρίσκονται σὲ λειψανοθῆκες Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους κ.ἄ., σήμερα.
Ἡ ἐκδήλωση τῆς τιμῆς τῶν Κρητῶν πρὸς τοὺς ἁγίους Δέκα μάρτυρες, συντέλεσε στὴν ἀνοικοδόμηση ναῶν καὶ παρεκκλησίων, ἀφιερωμένων στὴ μνήμη τους, στὸ διάβα τῶν αἰώνων. Εἰδικότερα γιὰ τὸν ἅγιο μάρτυρα Ἀγαθόποδα ὁλοκληρώνεται ἡ ἀνέγερση περικαλλοῦς ναοῦ στὴ γενέτειρά του, τὸ Πάνορμο Ρεθύμνου, ὅπου οἱ φιλόθεοι πιστοὶ θὰ ἔχουν ὁρατὴ ἔκφραση τῆς παρουσίας του, σὲ αὐτὸν καὶ θὰ ἐπικαλοῦνται τὶς πρεσβεῖες του πρὸς τὸν Κύριο.
Ἡ ὑμνογραφία γιὰ τὸν ἅγιο Ἀγαθόποδα, δὲν εἶναι πλούσια. Πρὸς τιμὴν τοῦ καταχωρίζεται ἀναπλήρωση Ἀσματικῆς Ἀκολουθίας, ποίημα τῆς ἐκ Πανόρμου, φιλολόγου, Γεωργίας Λουλουδάκη, στην ὁποία ὑπογραμμίζεται, μὲ ἄμεσες καὶ ἔμμεσες ἀναφορές, -ὀκτὼ στὸν ἀριθμό-, ἡ σύνδεση τοῦ μάρτυρος μὲ τὴ γενέτειρά του. Στὰ ἐκδεδομένα ὑμνογραφικὰ τῶν ἁγίων Δέκα [Παπαδάκης Χ. (ἀρχιμ.): 449-685], ὁ ἅγιος Ἀγαθόπους δὲν τοποθετεῖται στὴν ἐπικρατοῦσα, σύμφωνα μὲ τὰ
Συναξαριακὰ κείμενα, 8η θέση, ἀλλὰ μνημονεύεται μεταξὺ τῆς 2ης καὶ 10ης θέσης, καλύπτοντας, κατὰ περίπτωσιν, τὶς μετρικὲς καὶ μουσικὲς ἀνάγκες τοῦ ὕμνου. Πρὸς τιμὴν τοῦ ἐν λόγῳ ἁγίου, καθὼς καὶ τῶν συναθλητῶν του, καταχωρίζονται δυὸ ἀνέκδοτοι Ἀσματικοὶ Κανόνες, ποιήματα τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Ὑμνογράφου καὶ τοῦ Θεοφάνους τοῦ Γραπτοῦ, τὰ χειρόγραφα τῶν ὁποίων βρίσκονται σὲ βιβλιοθῆκες τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ [Παπαηλιοπούλου: 131 (369, 370)].
Ἡ ἱστόρηση τοῦ μάρτυρος Ἀγαθόποδος, δὲν παρουσιάζει ὁμοιομορφία, στὴν ἐντοίχια εἰκονογράφηση, στὶς φορητὲς εἰκόνες. Σύμφωνα μὲ τὴν «Ἑρμηνεία», τοῦ Διονυσίου τοῦ ἐκ Φουρνά, ὁ ἅγιος ἱστορεῖται «νέος ἀγένειος» (Φουρνᾶς: 160), μολονότι ἡ πραγματικότητα αὐτὴ διαπιστώνεται μονάχα σὲ ἐλάχιστες φορητὲς εἰκόνες, ἐφόσον, ὁ μάρτυρας ἱστορεῖται, συνήθως, γενειοφόρος. Ὁ ἅγιος Ἀγαθόπους ἀναπαριστᾶται ἄλλοτε μετωπικῶς καὶ ἄλλοτε μὲ ἐλαφρὰ κλίση τῆς κεφαλῆς πρὸς τὰ ἀριστερά, σὲ ἀπεικόνιση, μόνος ἢ ἐνταγμένος στὴ χορεία τῶν ἁγίων Δέκα μαρτύρων. Κρατεῖ σταυρὸ στὸ δεξὶ χέρι, ὅπως διαπιστώνουμε στὴν πλειονοψηφία τῶν παραστάσεων, ἐνῶ, ὅταν τὸ ἀριστερὸ δὲν εἶναι καλυμμένο μὲ κάποιο ἀπὸ τὰ ἐνδύματά του, φέρεται ὑψωμένο καὶ ἀνοικτό, ὡς κατάφαση στὸ μαρτύριο καὶ ἔκφραση ἀθωότητας. Ἄλλοτε πάλι φέρεται ὁ μάρτυρας νὰ κρατᾶ κλάδο ἀπὸ βάγια (Ἱερός Ναός Ἁγίων Δέκα Μαλλίων), μὲ τὸ ἀριστερὸ χέρι, ὡς
σύμβολο τῆς νίκης καὶ τῆς ἀθανασίας, ἢ νὰ φέρει ἀνοικτὸ εἰλητάριο (Ἱερά Μονή Παντανάσσης Μυστρά), ὅπου δηλώνεται ἡ ἑκούσια προσέλευση τῶν ἁγίων Δέκα στὸ μαρτύριο, γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Άγιος Μανουήλ Σφακίων
Ο νεομάρτυρας αυτός γεννήθηκε στα Σφακιά της Κρήτης, από γονείς ευσεβείς. Σε μικρή ηλικία
Δωδεκάχρονο παιδί αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους κατά την διάρκεια της επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770. Οι Τούρκοι του έκαναν περιτομή και τον ένταξαν στα γενιτσαρικά τάγματα με τη βία εξισλαμίστηκε και στη συνέχεια παρέμεινε στην υπηρεσία τους.
Βρήκε όμως την ευκαιρία και δραπέτευσε από το σπίτι των κυρίων του, και πήγε στη Μύκονο, όπου εξομολογήθηκε και ζούσε με χριστιανοπρέπεια.
Εκεί παντρεύτηκε και απόκτησε έξι παιδιά. Επειδή όμως η σύζυγος του πρόδωσε την συζυγική της τιμή, μετακόμισε αυτός με τα έξι παιδιά του σε άλλο σπίτι χωρίς να τη διαπομπεύσει. Αλλ' ο αδελφός της άπιστης συζύγου του, που υπηρετούσε στον Τούρκικο στόλο, κατάγγειλε τον Μανουήλ στον Τούρκο πλοίαρχο ότι, ενώ είχε γίνει μουσουλμάνος επανήλθε στη χριστιανική θρησκεία.
Όταν συνελήφθη από τον Τούρκο πλοίαρχο, ο Μανουήλ με θάρρος ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό. Μετά από πολλά βασανιστήρια, παραδόθηκε στον Τούρκο Ναύαρχο Κουτζούκ, που βρισκόταν στη Χίο. Αυτός τον ανέκρινε και εξέδωσε θανατική απόφαση. Οπότε οι υπηρέτες του Ναυάρχου, πήραν τον Μανουήλ και τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης, που ονομαζόταν Παλαιά Βρύση. Και ενώ ο μάρτυρας έσκυψε το κεφάλι του, ο δήμιος, που είχε ορισθεί να τον εκτελέσει, δείλιασε, πέταξε το σπαθί και απομακρύνθηκε. Τότε άρπαξε το σπαθί κάποιος υπαξιωματικός, ο οποίος αφού δεν μπόρεσε μετά από πολλά κτυπήματα στο λαιμό του μάρτυρα να τον αποκεφαλίσει, τον έριξε κάτω και τον έσφαξε με τον πιο φρικτό τρόπο σαν πρόβατο.
Όλα αυτά έγιναν στη Χίο, στις 15 Μαρτίου 1792 μ.Χ., ήμερα Δευτέρα και ώρα τέσσερις μ.μ. Το δε τίμιο λείψανο του, οι Τούρκοι, αφού το έδεσαν με ογκόλιθους το έριξαν στη θάλασσα. Χειρόγραφο μαρτύριο του Αγίου αυτού, βρίσκεται στη βιβλιοθήκη της Μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ Ο ΚΟΥΡΤΑΛΙΩΤΗΣ
Σ’ ένα τόπο όπως η Κρήτη, οπού γέννησε, ανέδειξε πολλούς Αγίους, Μάρτυρες, Ιεράρχες, Οσίους κ.λ.π., είναι φυσικό και αναμενόμενο ο λαός να είναι ευσεβής, να αγαπά την Εκκλησία και να είναι φιλομόναχος. Είναι λογικό να αναπτυχθεί ο Μοναχισμός και μάλιστα να αναδειχθούν μεγάλα οσιακά αναστήματα, όπως ο εν λόγω ερημοπολίτης Άγιος Νικόλαος ο Κουρταλιώτης.
Γεννήθηκε στον Ασώματο (ή κατ’ άλλους στο Φραττί) της επαρχίας Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνης στο τέλος της Ενετοκρατίας και στην αρχή της Τουρκοκρατίας. Από την παιδική του ηλικία διεκρίνετο για την ευσέβειά του αλλά και την ελεημοσύνη του. Η αγάπη του προς τους πτωχούς και αδυνάτους γινόταν η κινητήριος δύναμις της εκφράσεώς του. Από την σοδειά και τα γεννήματα της πατρικής του περιουσίας μοίραζε άλλοτε κουκιά, άλλοτε σταφύλια κι άλλες φορές διάφορα γεωργικά προϊόντα τα οποία λόγω της περιουσίας τους παρήγαγαν με αφθονία. Οι γονείς οτυ τον καμάρωναν για την θεοφιλή πολιτεία του κι ευχαριστούσαν τον Θεό που τους χάρισε τέτοιο τέκνο. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που θεωρούσαν τους εαυτούς των αναξίους να μεγαλώνουν ένα τέτοιο παιδί και να συμβιώνουν μαζί του. Βλέποντας λοιπόν την οσιακή πραγματικά, βιωτή του, τον προέτρεψαν να αφοσιωθεί στον Θεό και να ενδυθεί το αγγελικό σχήμα. Με μεγάλη χαρά αποδέχεται και ενστερνίζεται την ευσεβή πρόταση των γονέων του κι έτσι αναχωρεί από την πατρική του εστία και έρχεται αρχικώς στη Μεσσαρά, στο χωριό Ζαρό σε ένα σπήλαιο κοντά σε μια πηγή. Στο σπήλαιο αυτό έμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα βιώνοντας την προσευχή ως τρόπο ζωής. Κατόπιν εγκαταλείπει το σπήλαιο στην πράσινη χαράδρα του Ζαρού, και έρχεται στην περιοχή Πρέβελη Ρεθύμνης, σε μία άβατη και άνυδρη βουνοπλαγιά. Εκεί ακολουθεί ακόμη αυστηρότερη ασκητική καθώς ήδη βρίσκεται σε μεγάλο ύψος αρετής κι επιθυμεί ν’ ανέβη ακόμη περισσότερο. Αυτός ο δεύτερος τόπος της ασκήσεώς του βρίσκεται κοντά στην ιστορική μονή του Πρέβελη. Οι απότομες πλαγιές του όρους Κουρούπα σχηματίζουν το Κουρταλιώτικο φαράγγι. Η ονομασία αυτή προέρχεται από τα «κούρταλα» ή όπως είναι πιο γνωστά, «κρόταλα» δηλ. τα σφυρίγματα και τους κρότους που δημιουργεί ο δυνατός βοριάς, όταν πνέιε στην περιοχή και περνά μέσα απ’ το φαράγγι. Το τοπίο είναι άγριο, σκληρό και δύσβατο. Κι όμως εδώ καταφεύγει ο ερημοπολίτης Όσιος Νικόλαος για να αποφεύγει τον κόσμο με τον θόρυβό του, και τις ταραχές των ανθρώπων. Όσον όμως κι αν απέφευγε τον κόσμο, όσον κι αν έφευγε από τόπο σε τόπο όταν γινόταν γνωστός (καθώς τότε οι ευσεβείς Κρήτες συνέρεαν προς αυτόν για να λάβουν συμβουλές, και ευλογία), όσο κι αν σκαρφάλωνε εκεί που ζούσαν μόνο τα’ αγρίμια και τα όρνεα της Κρήτης κι όσον κι αν κρυβόταν, δεν μπορούσε να κρύψει την χάρη του Θεού που έλαμπε. «Ού δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη», λέγει ο Κύριος. Έτσι κι ο Όσιος Νικόλαος, λάμποντας από αρετές και χάριτες δεν μπορούσε να κρυφτεί. Τον αναδείκνυε ο Χριστός όπου κι αν πήγαινε για να έχουν οι σκλάβοι Έλληνες στήριγμα και βοηθό, και οι πεπλανημένοι Τούρκοι, οδηγό και φωτιστή. Αναδείκνυε την δύναμη της Ορθοδόξου Πίστεως και όχι μόνον τον ευλαβούνταν, όχι μόνον λάμβαναν ακόμη κι εκείνοι θαύματα από τα χέρια του αλλά ακολουθούσαν και την ίδια την Πίστη μας, Βαπτιζόμενοι στο όνομα της Παναγίας Τριάδος. Τούρκοι και Χριστιανοί μαρτυρούν για την αγιότητα του βίου του αλλά και για τα θαύματά του, που δαψιλώς ο Κύριος επιχέοντας την χάρη του Παναγίου Πνεύματός του έδειχνε την ευδοκία Του επί τον Όσιο Νικόλαο. Πασίγνωστος είναι ο ποταμός που κυλά μέσα στο Κουρταλιώτικο Φαράγγι. Μέσα σ’ εκείνη την άγρια όσο και ξηρή ομορφιά του τόπου αποτελεί «δρόσο Κυρίου» για όλη την περιοχή. Σε μικρό ύψος από την κοίτη του ποταμού, μέσα από έναν θεόρατο βράχο, τρέχουν πέντε πηγές που σχηματίζουν έναν καταράκτη και αρδεύουν την άγονη εκείνη περιοχή. Οι πηγές αυτές αποδίδονται σε θαύμα του Οσίου Νικολάου του Κουρταλιώτη, ο οποίος ως άλλος Μωυσής στο όρος Χωρήβ, άπλωσε την παλάμη του επί του βράχου και ανέβλυσαν τόσες πηγές όσο και τα δάκτυλά του! Ολόκληρο το κουρταλιώτικο φαράγγι ομιλεί σήμερα για την ισάγγελη πολιτεία του. Ο Ναΐσκος που έχει κτιστεί προς τιμήν του, μαρτυρεί τόσον την ευλαβεια των Ορθοδόξων Χριστιανών της Ρεθύμνης, όσον και το μέγεθος της αγιότητος και της προσφοράς του Οσίου. Κάθε χρόνο την πρωτοχρονιά του εκκλησιαστικού έτους, την 1η του Σεπτεμβρίου, πιστοί απ’ όλη την Κρήτη έρχονται να τιμήσουν τον Όσιο Νικόλαο και να πανηγυρίσουν την μνήμη του.
Άλλο ένα ανάστημα ανέδειξε η αγιοτόκος πατρίδα μας! Άλλον έναν Άγιο χάρισε στην Ορθοδοξία ο φιλόχριστος λαός μας! Άλλο ένα σέμνωμα στόλισε κι ευπρέπισε την Κρήτη μας!
Οι Άγιοι της Κρήτης αποτελούν τα «τίμια μέλη» του Σώματος του Κυρίου. Όσο κι αν οι σύγχρονοι «μεταμοντέρνοι» Χριστιανοί, αγνοούν την ορθότητα της Πίστεως, όσο κι αν οι όμοιοί τους σύγχρονοι Κληρικοί προσελκύονται από δυτικά πρότυπα και εγκαταλείπουν την Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία, όσο κι αν εκκοσμικεύθηκαν οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια και δόθηκε περισσότερη σημασία στους τόπους κι όχι στους τρόπους της σωτηρίας μας, τα αναστήματα των Αγίων Πατέρων, των Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, των Οσίων, των Αγίων, των Δικαίων που γέννησε η Κρήτη, όλη η Ελλάδα αλλά και όλη η Ορθοδοξία από περάτων εως περάτων της Οικουμένης, είναι «Αστέρες Πολύφωτοι του νοητού στερεώματος»! Είναι οι «Ακαθαίρετοι Πύργοι» της Εκκλησίας! Είναι τα «Μυρύπνοα άνθη του Παραδείσου» που οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ως μέλισσες πνευματικές τρυγούν την γύρη και το νέκταρ για να κηροπλαστήσουν το Μέλι της Ορθοδόξου Πίστεως και να θρέψουν τις ερχόμενες γενεές. Ο ορθόδοξος Ελληνικός λαός, και κυρίως ο λαός της Κρήτης μας, που έχει ενταγμένους τους Αγίους της μέσα στην, ακόμη ζωντανή, παράδοσή του, να παραδειγματίζεται από αυτούς και όχι από εκείνους τους σύγχρονους «νεοτεριστές» που έχουν μόνον το όνομα των ορθοδόξων αλλά τους λείπει η Χάρη…
Αυτοί οι αυθεντικού Διδάσκαλοι της Γνήσιας Ορδοδόξου Χριστιανικής Πίστεως και Παραδόσεως, οι Άγιοι Πατέρες μας δηλ. έχουν τους διαδόχους τους και τους γνήσιους εκφραστές του Ευαγγελίου του Κυρίου και της παραδεδομένης Αληθείας, που μας κληροδότησαν μέσω της διδασκαλίας τους. Αυτούς πρέπει να αναζητούμε και θα τους βρίσκουμε μακρυά από καινοτομίες και πειραματισμούς επί της Πίστεως και της πνευματικής ζωής. «Εμοί δε πλήθος αιδέσιμον, ού το χαίρειν καινοτομίαν αλλά το φυλάττειν πατρώαν κληρονομίαν», μάθαμε να λέμε από τον Ιωσήφ Βρυένυο, τον μεγάλο αυτόν Πατέρα της Εκκλησίας. Έτσι κι εμείς, στην Κρήτη, σ’ όλη την Ελλάδα, σ’ όλη την Ορθοδοξία:
Επιστροφή στην Παράδοση και την Γνησιότητα της Ορθοδόξου Πίστεως! Τότε θα είμαστε υιοί των Πατέρων μας και όχι απόκληροι της Χάριτος!
Απολυτίκιο Οσίου Νικολάου του Κουρταλιώτη
Ήχος δ΄ Ταχύ προκατάλαβε
Του βίου τερπνότητα καταπεφρόνηκας, ερήμοις και φάραγξιν, δρόμον ασκήσεως, Νικόλαε ήνυσας, όθεν των ουρανίων αγαθών ηξιώθης, πάσαις ταις των Οσίων συναγάλλη αγέλαις, διό ταις ικεσίαις ταις σαίς ρύσαι κινδύνων ημάς.
Όσιος Κυρ Ιωάννης ο Ξένος
Ο Όσιος Ιωάννης, ο επονομαζόμενος Ξένος ή Αι-Κυρ Γιάννης, όπως μαθαίνουμε από την διαθήκη του, γεννήθηκε στο χωριό Μακρά Σίβα της Επαρχίας Πυριωτίσσης της Μεσαράς, το 970, δέκα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακινούς.
Η Κρήτη κατά καιρούς περιήλθε στο ζυγό διαφόρων κατακτητών. Για 133 χρόνια, από το 828 μέχρι το 961, οι Σαρακινοί Άραβες είχαν μετατρέψει την Κρήτη κέντρο των πειρατικών επιδρομών τους, στο Αιγαίο. Πολλές πόλεις και χωριά της είχαν κυριολεκτικά καταστραφεί και οι Χριστιανοί είχαν πρόβλημα επιβίωσης, όσοι βέβαια είχαν γλιτώσει από τις σφαγές και τον εξισλαμισμό. Έτσι όταν απελευθερώθηκε η Κρήτη το 961 από τον Νικηφόρο Φωκά, υπήρξε άμεση η ανάγκη επανευαγγελισμού των κατοίκων της.
Αν και οι γονείς του ήταν ευσεβείς και εύποροι ο Όσιος Ιωάννης από νεαρής ηλικίας αγάπησε τον Χριστό και αφιέρωσε την ζωή του στον μοναχισμό και στην άσκηση. Ο Όσιος Ιωάννης ο Ξένος θεωρείται συνεχιστής της Ιεραποστολικής δράσεως του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτη και του Οσίου Νίκωνος του Μετανοείτε, αφού για 50 χρόνια κήρυττε και έκτιζε ναούς και μονές πηγαίνοντας από τόπο σε τόπο σε όλη την Κρήτη. Οι δυο προηγούμενοι Ιεραπόστολοι από τον Όσιο Ιωάννη όπως προαναφέρθηκαν είχαν αναλάβει την αναβλάστηση της Ορθοδόξου πίστεως και ζωής στη μεγαλόνησο. Οι δυο όμως αυτοί άντρες δεν παρέμειναν στην Κρήτη. Ο μεν Άγιος Αθανάσιος παρέμεινε για λίγο διάστημα στην Κρήτη και έφυγε για το Άγιον Όρος όπου ίδρυσε την Μονή της Μεγίστης Λαύρας. Ο Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» παρέμεινε επτά χρόνια στην Κρήτη έδρασε κυρίως στην ανατολικοκεντρική νήσο και κατόπιν έφυγε για τη Λακωνία όπου σήμερα τιμάται ως Πολιούχος Άγιος της Σπάρτης (λέγεται «Μετανοείτε», διότι συνέχεια στο κήρυγμά του καλούσε τους ανθρώπους να μετανοήσουν). Μόνο ο όσιος Ιωάννης ο Ξένος παρέμεινε στο νησί μέχρι το θάνατό του.
Ο Όσιος πατήρ ημών, εκτός από μεγάλος Ιεραπόστολος υπήρξε και γνώστης της Χριστιανικής φιλοσοφίας. Δεν ήταν μόνο μεθοδικός και πρακτικός, αλλά και λόγιος, καθώς συνέγραψε ομιλίες στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, όπως επίσης πιθανώς να ήταν υμνογράφος και μεταφραστής έργων του Αριστοτέλους. Γι’ αυτό και εγκωμιάζεται από τους υμνογράφους ως «σοφός, πάνσοφος, μέγας φωστήρ, θεοφόρος, νουνεχής, εμπειρότατος, φιλέρημος, ασκητών κλέος, οσίων καύχημα, Κρήτης το καύχημα».
Κέντρο και άξονας της Ιεραποστολικής δράσεως του Αγίου υπήρξε η Ιερά Μονή Παναγίας των Μυριοκεφάλων την οποία ο Άγιος ίδρυσε με θαυμαστό τρόπο (όπως και τα περισσότερα προσκυνήματά του) κατόπιν εντολής της Παναγίας. Εννέα κτίσματα του Αγίου διαβάζουμε στη διαθήκη και βιογραφία του:
1) ο Ναός του Αγίου Ευτυχίου και Ευτυχιανού
2) η Ιερά Μονή Παναγίας Μυριοκεφάλων
3) ο Ναός Αγίου Γεωργίου Δούβρικα στη θέση Μέλικας
4) ο Ναός του Αγίου Γεωργίου (Ψαροπιαστή)
5) η Ιερά Μονή Αγίου Παταπίου
6) ο Ναός της Ζωοδόχου Πηγής Κουφού (γνωστός ως Αη Κυρ-Γιάννης Κουφού)
7) ο Ναός Αγίου Παύλου Σφακίων
8) ο Ναός Αγίου Γεωργίου στις Αζωγυρές
9) ο Ναός Αγίου Ευσταθίου Ακτής Κισάμου
Σ’ αυτήν τη χρονολογική σειρά τοποθετούνται τα κτίσματα και η κτιριολογική δράση του Αγίου. Σύμφωνα με την διαθήκη του «άπαντα τα εν Κρήτη καθιδρύματα αυτού» τα αφιέρωσε στην Ιερά Μονή της Παναγίας των Μυριοκεφάλων, δύναται λοιπόν να χαρακτηρισθούν ως εξαρτήματα –παρεκκλήσια της Μονής Μυριοκεφάλων.
Αξίζει να αναφέρουμε ορισμένα στοιχεία για την ίδρυση της Ιεράς Μονής Μυριοκεφάλων: Η παράδοση και ο βίος του Οσίου μας αναφέρει για την ίδρυση της Μονής ότι ιδρύθηκε μετά από εντολή της Παναγίας. Ο ασκητής Ιωάννης πηγαίνοντας από τόπο σε τόπο έφτασε στην Τούρμα (τοπωνύμιο της περιοχής) Καλαμώνα, στο βουνό Μυριοκέφαλο. Ο χειμώνας ήταν βαρύς και ο Ιωάννης έμενε σ’ ένα σπήλαιο, στη θέση Κούμαρο προσευχόμενος και τρώγοντας αγριόχορτα. Μόλις μπήκε στο σπήλαιο έμεινε τυφλός για 7 ημέρες, χωρίς να πάψει να προσεύχεται. Την 7η μέρα άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ιωάννη, βγες έξω και κοίταξε ανατολικά». Πειθαρχώντας λοιπόν σ’ αυτή τη φωνή, βγαίνοντας έξω και αφού στράφηκε στην ανατολή, επανήλθε το φως των ματιών του και τότε είδε ένα μεγάλο φως. Η φωνή συνέχισε: «Ιωάννη σε αυτόν τον τόπο να κτίσεις εκκλησία στο όνομα της υπεραγίας Θεοτόκου της Αντιφωνήτριας». Έφθασε λίγη απόσταση από το μέρος που έβλεπε το φως και εκεί κουρασμένο και διψασμένο τον πήρε βαθύς ύπνος.
Στο όνειρό του είδε άγγελο ο οποίος του είπε: «Ιωάννη μη γυρίσεις πίσω, να κάνεις τον σταυρό σου προς την ανατολή και να θέσεις το χέρι σου στη γη και θα βγει νερό να πιείς, για να συνεχίσεις το έργο σου». Αμέσως έκανε τον σταυρό του έβαλε το χέρι του στη γη με τα 5 δάχτυλά του. Από τη θέση αυτή άρχισε να τρέχει νερό από 5 πηγές (σώζονται και σήμερα), πλύθηκε και ξεκουράστηκε. Άρχισε τότε να ψάχνει μέσα στους βάτους για την εικόνα, χωρίς ποτέλεσμα. Τότε οι εργάτες έβαλαν φωτιά και ενώ καιγόταν το δάσος, ακούστηκε μια φωνή: «Εδώ είμαι». Ο Ιωάννης έτρεξε αμέσως και βρήκε την εικόνα της Παναγίας μέσα στις φλόγες, καμένη λίγο στην άκρη (έτσι σώζεται και σήμερα). Αγόρασε τότε το μέρος και με τη βοήθεια των χριστιανών έχτισε τη Μονή στ’ όνομα της Παναγίας της Αντιφωνήτριας (επειδή η φωνή τον πρόσταξε).
Ο Ιωάννης άφησε τότε το μοναχό Λουκά να συνεχίσει το χτίσιμο και αυτός πήγε σε διάφορα μέρη να κηρύξει το Λόγο Του Θεού. Όταν γύρισε ο ναός δεν είχε τελειώσει και άρχισε εράνους σε μονές για να την ολοκλήρωσή του. Το 1025 πήγε στην Κωνσταντινούπολη στον αυτοκράτορα Ρωμανό και στον Πατριάρχη Αλέξιο για να εξασφαλίσει σταυροπηγιακή αξία (δηλαδή να υπάγεται στη δικαιοδοσία του Πατριάρχη), φέρνοντας εικόνες με ιερά σκεύη κ.ά. Υπάρχουν άλλες δυο εκδοχές για την εικόνα της Παναγίας: Η μια αναφέρει ότι είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, και η άλλη αναφέρει ότι την εικόνα της Παναγίας την έφερε ο Όσιος Ιωάννης από την Κωνσταντινούπολη την οποία λέγεται του παρέδωσε ο τότε Πατριάρχης Αλέξιος μαζί με το χρυσόβουλο χαρτί «σιγίλλιo» που του εξασφάλισε την ανεξαρτησία της Μονής.
Η φήμη του προσκυνήματος της Παναγίας διατηρείται και σήμερα και ιδιαίτερα στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της γιορτής της. Η Μονή συνέχισε τη λειτουργία της μέχρι τη Β΄ βυζαντινή περίοδο, ενώ επί Βενετοκρατίας δεν υπάρχουν πληροφορίες. Το 1755 ανακαινίστηκε και λίγο αργότερα έπαθε καταστροφές από τους Τούρκους, για ν’ ανακαινιστεί ξανά το 1840 από τον ηγούμενο Ματθαίο. Το 1852 αναγνωρίστηκε σταυροπηγιακή και σταμάτησε η κηδεμονία της από τη Μονή Ρουστίκων. Το 1900 κρίθηκε διαλυτέα Μονή και από το 1961 είναι ενοριακός ναός – ιερό προσκύνημα της Ιεράς Μητροπόλεως Ρεθύμνης & Αυλοποτάμου.
Υπάρχουν πολλοί θρύλοι, παραδόσεις και αναλυτικές περιγραφές για τους ναούς, τις μονές, τα ιδρύματα και κάθε προσκύνημα που ίδρυσε ο Όσιος Ιωάννης ο Ξένος. Από τον βίο του διακρίνουμε ότι πρόκειται για μια μεγάλη Εκκλησιαστική Μορφή. Η Ιεραποστολή υπήρξε ο βασικός και κύριος σκοπός του βίου του. Αφιέρωσε την ζωή του στην διάδοση του Ευαγγελίου στην εμπέδωση της εθνικοθρησκευτικής συνειδήσεως, στην οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής και του μοναχικού βίου και στην ανέγερση δεκάδων Ναών και Μονών.
Η Αγία Κάρα Του μετακομίσθηκε και φυλάσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Κυρίου Ιωάννου του ομώνυμου χωριού της Επαρχίας Κισσάμου, με πολλή ευλάβεια από τους ευσεβείς κατοίκους του χωριού. Έκτοτε αναβλύζει ιάματα ως χαρίσματα σε όσους πιστούς επικαλούνται την βοήθεια του Οσίου και την Χάρη του. Η επίσημη αναγνώριση του Αγίου Ιωάννου έγινε από την Εκκλησία επί της Πατριαρχίας του Κυρίλλου Λουκάρεως στις 29 Απριλίου 1632.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 20 Σεπτεμβρίου.
Η Διαθήκη του Οσίου
«Εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, διορίζω και παραγγέλω εις όλους, ότι όλα τα Μονύδρια και τας Εκκλησίας, όπου χάριτι Χριστού έκτισα και ανήγειρα, θέλω να μένουν καθώς εις την παρούσαν μου Διαθήκην παραγγέλω. Όσα αφιέρωσα εις την Μονήν της Θεοτόκου των Μυριοκεφάλων, είναι έως όπου εις Κωνσταντινούπολιν επήγα καθώς το Συγγιλιώδες Γράμμα δηλώνει, και αυτά θέλω να μείνουν εις την Μονήν αυτήν και εις την εξουσίαν αυτής μέχρι τέλους. Εις δε τον φίλτατόν μου μαθητήν τον ιερομόναχον Κύριλλον αφήνω την εις Κουφόν Χανίων οικοδομηθείσαν Μονήν εις την οποίαν και ευρίσκεται ο ίδιος και όπως θέλει και βούλεται ας την κάμει ως κύριος, εξουσιαστής και οικοκύρης. Ει δε και ήθελε τις να ενόχληση τους μοναχούς των Μυριοκεφάλων από όσα παραγγέλλω, ή τον ιερομόναχον Κύριλλον, οποίου τάγματος και αν είναι, να είναι υποκείμενος εις τας αράς των Αγίων Πατέρων. Όποιος δε πάλιν φυλάξει την Διαθήκην ταύτην απαρασάλευτον και αμετάτρεπτον, η Κυρία Θεοτόκος και μεσίτρια παντός του κόσμου να συγχωρήση τα αμαρτήματά του εν τε τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι, και να τον στήση ο Κύριος εκ δεξιών Αυτού εις την Βασιλείαν Αυτού την Ουράνιον. Αμήν.
Μόσχος διάκονος και νομικός γραφεύς Χάνδακος, ιδία χειρί υπέγραψα.
Φιλάρετος πρωτοσπαθάριος ο βραχέων και στρατηγός Κρήτης παρών εις την παρούσαν διαθήκην του μοναχού Ιωάννου, προτραπείς παρ’ αυτού υπέγραψα.
Ευμάθιος πρωτοσπαθάριος και στρατηγός Κρήτης παρών εις την παρούσαν διαθήκην του μοναχού Ιωάννου προτραπείς παρ’ αυτού υπέγραψα.
Παπάς Λέων δαφερέρος, νοτάριος της βασιλικής εξουσίας, μετέγραψα την παρούσαν διαθήκην του μοναχού και Οσίου Πατρός ημών Κυρ Ιωάννου του εν τη Κρήτη της επωνυμίας.
"Ετος από κτίσεως κόσμου "ςφλς" (6536), από δε Χριστού έτος "αλα" (1031)».
Απολυτίκιον Οσίου
Ήχος α'
«Της Κρήτης τον Γόνον και Ασκητών εγκαλλώπισμα, Ναών παμπόλλων
ιδρυτήν, Ιωάννην τον Όσιον, τιμήσωμεν εν ύμνοις οι πιστοί, βοώντες προς
αυτόν χαρμονικώς σώζε τας λιταίς σου τους την μνήμην σου τελούντας και
βοώντας σοι. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι,
δόξα τω ενεργούντι διά σου πάσιν ιάματα.»
Ιερομάρτυρας Μελχισεδέκ Επίσκοπος Κισάμου
Ο Μελχισεδέκ Δεσποτάκης καταγόμενος από το Ηράκλειο της Κρήτης σε νεαρή ηλικία γίνεται μοναχός και μεταβαίνει εις τις παραδουνάβειες ηγεμονίες και στην πόλη Ιασίου της Ρουμανίας μαθητεύει ανώτερες σπουδές κοντά στον διδάσκαλο Κλεόβουλο. Τον Ιανουάριο του 1818 εχειροτονήθηκε επίσκοπος της επισκοπής Κισσάμου και Σελίνου διαδεχόμενος τον Ιωαννίκιο. Γενναίος και με ακμαίο εθνικό φρόνημα είχε μυηθεί εις τα της Φιλικής Εταιρείας υπό του εκ Κίου της Μικράς Ασίας Πάγκαλου Βαρνάβα. Αναδείχθηκε πρωτεργάτης της επαναστάσεως του 1821. Γενναίου και ατρόμητου χαρακτήρα ο επίσκοπος απέκρουε απτόητα πολλές και άδικες απαιτήσεις των Τούρκων Γενιτσάρων.
ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
Κατά τα μέσα περίπου του Μαϊου του 1821 οι Τούρκοι των Χανίων γνωρίζοντας ήδη τις κινήσεις του Επισκόπου στην επαρχία του Σελίνου μόλις αυτός επέστρεψε στην έδρα της Επισκοπής του που τα χρόνια εκείνα ήταν το χωριό Επισκοπή Κισσάμου με μητροπολιτικό ναό την αρχαία Εκκλησία της Ροτόντας (Μιχαήλ Αρχάγγελλος) παρουσιάστηκαν εις τον Τούρκο διοικητή των Χανίων τον Σερίφ Πασά και απαίτησαν την σύλληψη και την φυλάκιση του επισκόπου. Ο πασάς υπακούοντας στις απαιτήσεις του όχλου διέταξε να συλληφθεί ο επίσκοπος με την κατηγορία «ότι περιήρχετο την επαρχία του, κινών τον λαόν των Χριστιανών εις αποστασίαν». Στις φυλακές των Χανίων που τον οδήγησαν τον έκλεισαν στο φρούριο της Σπλάντζιας (Τουρκικής συνοικίας τότε) μαζί με τον Ιεροδιάκονο Καλλίνικο, Βεροιέα την καταγωγή, τον οποίον μισούσαν οι Τούρκοι δια τον νέο τρόπο διδασκαλίας που εφάρμοζε και εμπαικτικώς τον αποκαλούσαν (Νιζαμζετιτλήν). Αυτόν συνέλαβαν εις το χωριό Περιβόλια Κυδωνίας και εις την οικία του Κωνσταντίνου Γερακάκη.
Εις τους φυλακισμένους επιίσκοπο και διάκονο οι Τούρκοι αποφάσισαν σε αυτούς πρώτα να δώσουν το πρώτο σημείο των μελετηθέντων κατά των Χριστιανών της Κρήτης σχεδίων τους. Έλπιζαν με τρομοκρατία και σφαγές αμάχων να καταπνίξουν το μελετώμενο επαναστατικό κίνημα. Ο τουρκικός όχλος με αλλαλαγμούς και οχλαγωγία απαίτησε από τον πασά την παράδοση στα χέρια τους του επισκόπου και του διακόνου. Ο πασάς έδωσε την άδεια και αφήνουμε σε αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων να μας δώσουν την συνέχεια του μαρτυρίου.
«Τον επίσκοπο αυτό μετά πικροτάτας κολάσεις απηγχόνισαν, αφού πρώτα τον περιτριγύρισαν εις τα σοκάκια της πόλεως (Χανίων) γυμνόν, τίλλοντες και ανασπώντες τας τρίχας των γενείων του και κατακτυπώντες τον κατά κεφαλής.... Τέλος κρεμάσαντες, εξόρυξαν και τους οφθαλμούς του, μεληδόν κατακόψαντες το μακάριον εκείνον σώμα του, καίτοι νεκρόν. Τα ίδια ταύτα κατεπράξαντο και εις τον μακαρίτην διδάσκαλον Καλλίνικον» έγραψαν οι Κρήτες Φιλικοί προς τους Υδραίους τη 25η Μαϊου1821.
Ο Γάλλος πρόξενος Χανίων αυτόπτης μάρτυρας του μαρτύριου μας διέσωσε στις σημειώσεις του αρχείου του Γαλλικού προξενείου Χανίων ότι ο Μελχισεδέκ τις τελευταίες στιγμές της ζωής του εφώναξε «Φάτε θεριά τις σάρκες μου μα τον πνεύμα μου που παραδίδω σήμερα στον πλάστη μου δεν μπορείτε να μου το βλάψετε. Έχω ελπίδα σταθερά πως ο Θεός θα τιμωρήσει την κακία σας πολύ γρήγορα γιατί χύνετε άδικα των Χριστιανών το αίμα. Ο περιηγητής Pashley αναφέρει πως «.........ο επίσκοπος Κισσάμου παρεδόθη εις την μήνιν του όχλου όστις άνευ διακρίσεως εις το αξίωμά του, τον έσυρεν από την γενειάδα ημίγυμνον δια μέσου όλης της πόλεως και τον απηγχόνισε θηριωδώς εις την οδόν προς την μητροπολίν του. Αδυνατώ να περιγράψω την αγρίαν χαρά του όχλου και ακόμα ολιγότερον την αγανάκτησιν των δημίων, οίτινες παρά τας θηριωδίας των δεν ηδυνήθησαν να κάμψουν το φρόνημα του δυστυχούς και άξίου καλυτέρας τύχης επισκόπου..».
Τον επίσκοπο Κισσάμου Μελχισεδέκ και τον Ιεροδιάκονο Καλλίνικο κρέμασαν «με ανεκδιήγητον καταισχύνην » στον Πλάτανο της Πλατείας Σπλάντζιας στα Χανιά στις 19 Μαϊου 1821 ημέρα της εορτής της Αναλήψεως του Κυρίου. Εκεί πριν αρκετά χρόνια στήθηκε αναμνηστική πλάκα στην οποία αναγράφεται: «ΣΤΙΣ 19 ΜΑΪΟΥ ΤΟΥ 1821 ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΚΡΕΜΑΣΑΝ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΠΛΑΤΑΝΟ ΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΚΙΣΣΑΜΟΥ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟ ΕΚ ΒΕΡΟΙΑΣ.ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.»
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2000 το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο με Πατριαρχική και Συνοδική πράξη κατάταξε εις το Αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας τον Ιερομάρτυρα και Εθνομάρτυρα Επίσκοπο Κισσάμου και Σελίνου Μελχισεδέκ καθώς και όλους τους Επισκόπους και των μετ’ αυτών μαρτυρησάντων κληρικών και λαϊκών που μαρτύρησαν από τους Τούρκους κατά τα έτη 1821 και 1822.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓΙΟΥ ΜΕΛΧΙΣΕΔΕΚ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΙΣΣΑΜΟΥ
Ήχος γ’ (Θείας Πίστεως.)
«Θείου Πνεύματος τη βακτηρία, ποιμαινόμενος, ποιμήν εδείχθης, Μελχισεδέκ της Κισσάμου ουράνιος, και δι’ αγχόνης τελέσας τον δρόμο σου, τους ουρανούς κατοικίαν κεκλήρωσαι. Όθεν πρέσβευε, Χριστώ τω Θεώ πανένδοξε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.»
Όσιος Νικηφόρος ο Λεπρός
Εικόνα
Ο πατήρ Νικηφόρος (κατά κόσμο Νικόλαος Τζανακάκης) γεννήθηκε σ’ ένα ορεινό χωριό των Χανίων, στο Σηρικάρι, καστανοχώρι στα δυτικά του Νομού με υγιεινό κλίμα, με όμορφα δάση, πλούσια νερά, φαράγγια και σπήλαια. Το χωριό αυτό έχει μια ιδιομορφία που δεν την συναντούμε συχνά: είναι χωρισμένο σε ένδεκα γειτονιές, οι οποίες πήραν και το όνομα τους από τις οικογένειες που πρωτοκατοίκησαν εκεί. Έτσι ο Άγιος μας γεννήθηκε στην γειτονιά των Κωστογιάννηδων. Οι γονείς του ήταν απλοί και ευλαβείς χωρικοί, οι οποίοι ενώ ακόμη ήταν μικρό παιδί πέθαναν και τον άφησαν ορφανό. Έτσι, σε ηλικία 13 ετών, έφυγε από το σπίτι του. Ο παππούς του που είχε αναλάβει να τον μεγαλώσει τον πήγε στα Χανιά να εργαστεί εκεί σ’ ένα κουρείο για να μάθει την δουλειά. Τότε εμφάνισε και τα πρώτα σημεία της νόσου του Χάνσεν δηλ. την λέπρα. Εκείνη την εποχή, τους λεπρούς τους απομόνωναν στο νησί Σπιναλόγκα, διότι η λέπρα ως μεταδοτική αρρώστια αντιμετωπίζονταν με φόβο και αποτροπιασμό.
Ο Νικόλαος όταν έγινε 16 ετών και όταν τα σημάδια της νόσου άρχισαν να γίνονται πιο εμφανή, για να αποφύγει τον εγκλεισμό του στην Σπιναλόγκα έφυγε με κάποιο καράβι για την Αίγυπτο. Εκεί έμενε εργαζόμενος στην Αλεξάνδρεια, πάλι σ’ ένα κουρείο, όμως τα σημάδια της νόσου γίνονταν όλο και πιο εμφανή, ιδίως στα χέρια και στο πρόσωπο. Γι’ αυτό με την μεσολάβηση ενός κληρικού κατέφυγε στην Χίο, όπου υπήρχε τότε ένα λεπροκομείο, στο όποιο ήταν ιερεύς ο πατήρ Άνθιμος Βαγιανός, ο μετέπειτα Άγιος Άνθιμος.
Ο Νικόλαος έφτασε στη Χίο το 1914 σε ηλικία 24 ετών. Στο λεπροκομείο της Χίου, που ήταν ένα συγκρότημα με πολλά ομοιόμορφα σπιτάκια, υπήρχε το εκκλησάκι του Άγιου Λαζάρου, όπου φυλάσσονταν η θαυματουργός εικόνα της Παναγίας της Υπακοής. Σ’ αυτόν τον χώρο άνοιξε το στάδιο των αρετών για τον Νικόλαο. Μέσα σε 2 χρόνια ο Άγιος Άνθιμος τον έκρινε έτοιμο για το αγγελικό σχήμα και τον έκειρε μοναχό με το όνομα Νικηφόρο. Η νόσος προχωρούσε και εξελίσσονταν και ελλείψει καταλλήλων φαρμάκων, επέφερε πολλές και μεγάλες αλλοιώσεις (το φάρμακο βρέθηκε αργότερα το 1947).
Ο π. Νικηφόρος ζούσε με αδιάκριτη, γνήσια υπακοή, με νηστεία αυστηρή, εργαζόμενος στους κήπους. Μάλιστα κατέγραψε σε ένα κατάλογο και τα θαύματα του Άγιου Ανθίμου, τα όποια είχε δει «ιδίοις όμασιν» (πολλά αφορούσαν θεραπείες δαιμονιζόμενων).
Υπήρχε μια ιδιαίτερη πνευματική σχέση του Άγιου Άνθιμου με τον μοναχό Νικηφόρο, ο οποίος «ουδέ εν βήμα εμάκρυνεν απ’ αυτού», όπως αναφέρει ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του «Ο Άγιος Άνθιμος της Χίου». Ο π. Νικηφόρος προσευχόταν τη νύχτα ώρες ατελείωτες, κάνοντας μετάνοιες αμέτρητες, δεν είχε λογοφέρει με κανένα ούτε χάλασε την καρδιά κάποιου κι ήταν ο κύριος ψάλτης του ναού. Εξ αιτίας της ασθενείας του όμως, σιγά-σιγά έχασε το φως του κι έτσι έψαλλε τα περισσότερα τροπάρια και απήγγειλε τους Αποστόλους από στήθους.
Το 1957 έκλεισε το Λωβοκομείο της Χίου και τους εναπομείναντες ασθενείς μαζί με τον πατέρα Νικηφόρο τους έστειλαν στον Αντιλεπρικό Σταθμό Αγίας Βαρβάρας Αθηνών, στο Αιγάλεω. Την εποχή εκείνη ο πατήρ Νικηφόρος ήταν περίπου 67 ετών. Τα μέλη του και τα μάτια του είχαν τελείως αλλοιωθεί και παραμορφωθεί από την νόσο.
Εκεί, στον αντιλεπρικό σταθμό ζούσε και ο πατήρ Ευμένιος, ο οποίος είχε κι αυτός προσβληθεί από την νόσο του Χάνσεν, αλλά με την επιτυχή φαρμακευτική αγωγή θεραπεύτηκε τελείως. Απεφάσισε όμως να μείνει όλο το υπόλοιπο της ζωής του μέσα στον αντιλεπρικό σταθμό κοντά στους συνασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πολλή αγάπη. Έτσι έγινε και υποτακτικός στον πατέρα Νικηφόρο, στον οποίο ως ανταμοιβή της υπομονής του ο Κύριος του είχε δώσει πολλά χαρίσματα. Πλήθος κόσμου συνέρρεε στο ταπεινό κελλάκι του λεπρού μοναχού Νικηφόρου, στην Αγία Βαρβάρα του Αιγάλεω, για να πάρει την ευχή του. Παραθέτομε μερικές μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν:
«Ενώ ο ίδιος του ήταν κατάκοιτος, με πληγές και πόνους, δεν γόγγυζε αλλά έδειχνε μεγάλη καρτερία». «Είχε το χάρισμα της παρηγοριάς των θλιβομένων.Τα μάτια του ήταν μονίμως ερεθισμένα, η όραση του ελαχίστη, είχε αγκυλώσεις στα χέρια και παράλυση στα κάτω άκρα. Παρ’ όλα αυτά ήταν γλυκύτατος, μειλίχιος, χαμογελαστός, διηγείτο χαριτωμένα περιστατικά, ήταν ευχάριστος, αξιαγάπητος.» « Το πρόσωπο του, που ήταν φαγωμένο από τα στίγματα της ασθένειας, και τις πληγές, έλαμπε κι έπαιρναν χαρά όσοι τον έβλεπαν αυτόν τον πάμπτωχο και φαινομενικά ασθενή άνθρωπο που έλεγε:Ας είναι δοξασμένο το άγιο Όνομα Του».
Σε ηλικία 74 ετών, στις 4 Ιανουαρίου του 1964, κοιμήθηκε ο πατήρ Νικηφόρος. Μετά την εκταφή, τα άγια του λείψανα ευωδίαζαν. Ο πατήρ Ευμένιος, και άλλοι πιστοί ανέφεραν πολλές περιπτώσεις, όπου έγιναν θαύματα με την επίκληση των πρεσβειών προς τον Θεό, του πατρός Νικηφόρου. Λαμπρό παράδειγμα και πρότυπο για όλους μας ο βίος του Οσίου Νικηφόρου, ήταν ευάρεστος στο Θεό διότι υπέμεινε πολλά. Για το λόγο αυτό και έχουμε πολλές μαρτυρίες: ότι ο Άγιος μας είχε δεχθεί από το Πανάγιο Πνεύμα το χάρισμα της διορατικότητας καθώς και πλήθος άλλων χαρισμάτων. Χρειάζεται επίσης να σημειώσομε ότι πλείστα είναι τα θαύματα που είναι καταγραμμένα καθώς μέχρι και σήμερα ο άγιος δίδει απλόχερα βοήθεια σε όποιον έχει ανάγκη. Σίγουρα θα υπάρχουν και άλλα πολλά θαυμαστά που δεν θα έχουν έρθει στην επιφάνεια.
Σαν αποτέλεσμα όλων αυτών και κατόπιν προτάσεως του Σεβ. Μητροπολίτου μας κ.κ. Αμφιλοχίου, ο Όσιος Νικηφόρος ο Λεπρός αγιοκατατάχθηκε από το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο τον Δεκέμβριο του 2012 και αποφασίστηκε η μνήμη του να εορτάζεται επισήμως κάθε χρόνο την 4η Ιανουαρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ
«Σηρικαρίου τον γόνον και Κισάμου το καύχημα, Εκκλησία γεραίρει αθλητήν τον λαμπρότατον. Υπέστη ασθενείας τα δεινά βιώσας εν συνέσει θαυμαστή. Νυν δε εδοξάσθη παρά Θεού θαυμάτων διακρίσεσιν. Χαίροις, ω Νικηφόρε ιερέ, χαίροις, φωτός ο πρόβολος, χαίροις ο ευωδίας χαρμονήν προχέων εκ λειψάνων σου».
ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ
Ο Ματθαίος γεννήθηκε περί το 1670 στο Γερακάρι Αμαρίου της Επισκοπής Λάμπης και Σφακίων. Η Κρήτη την εποχή εκείνη είχε υποδουλωθεί στους Τούρκους κατακτητές, οι οποίοι διώκαν και βασάνιζαν τους χριστιανούς. Ο πατέρας του Ματθαίου ήταν ιερέας, κι αυτό βοήθησε τον νεαρό Άγιο να ανατραφεί με τις χριστιανικές αξίες και αρετές.
Αυτό ήταν αιτία, και ο φθονερός διάβολος μίσησε τις αρετές του Ματθαίου και τον οδήγησε στην ασέβεια. Έτσι οι αλλόθρησκοι τον επιλέγουν να νυμφευθεί την Οθωμανή Αϊσέ για να
ασπασθεί τον Μωαμεθανισμό.
Μετά από λίγο όμως χρόνο κατάλαβε το φοβερό του λάθος, μετανόησε βαθιά και ξαναγύρισε στην πίστη και στην Εκκλησία του, ως κρυπτοχριστιανός. Επειδή όμως ο Ματθαίος δεν μπορούσε να κρύψει την πίστη του, και πρωί – βράδυ έκανε τον σταυρό του, αυτό ήταν αφορμή η Οθωμανίδα σύζυγός του να εξοργιστεί, και να καταγγείλει τον σύζυγό της στον τούρκο κριτή της πόλεως του Ρεθύμνου. Ο Τούρκος κριτής τότε τον κάλεσε να απολογηθεί ενώπιόν του.
Ο Άγιος στέκεται με παρρησία μπροστά στους βάρβαρους κριτές και ομολογεί ευθαρσώς την αγάπη του για τον Χριστό. Το Δικαστήριο αποφασίζει την θανατική του ποινή δι’ αποκεφαλισμού. Ο Άγιος
εξεδήμησε προς Κύριον την 18η Αυγούστου του έτους 1697. Η μέρα αυτή έκτοτε αποτελεί και την ημέρα μνήμης και τιμής του Αγίου Ματθαίου.
Το μαρτυρικό του σκήνωμα μετέφεραν στην γενέτειρά του το Γερακάρι, ευσεβείς χριστιανοί οι οποίοι το κήδευσαν με τιμές σε τόπο που μέχρι σήμερα ονομάζεται «του Μαθιού το μνήμα». Στον ίδιο χώρο ανηγέρθη ναός προς τιμήν του μάρτυρος.
Αποτελεί καύχημα για την Κρήτη ο Άγιος Ματθαίος ο οποίος αν και είχε αλλάξει πίστη,μεταμεληθείς επανήλθε στην ορθόδοξη πίστη.
Στην Ορθοδοξία μας και στην Κρήτη μας θα γίνει ο Άγιος της συμπάθειας και της αγάπης του λαού μας, πράγμα που καλλιεργείται και σμιλεύεται ήδη στις καρδιές και ψυχές των Γερακαριανών.
Ἀπολυτίκιον
Ἕτερον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον βλάστημα, Γερακαρίου, καί ἀγλάϊσμα, τῆς Κρητονήσου,
ἀνεδείχθης Ματθαῖε μακάριε, ἐν τῇ Ρεθύμνῃ Μαρτύρων τό στάδιον,
ἀκαταπλήκτω τελέσας φρονήματι. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ
δεόμεθα, δωρήσασθαι ἠμιν τό μέγα ἔλεος.
Ἰωσὴφ Ὅσιος ὁ Ἡγιασμένος ὁ ἐν Κρήτῃ
Εορτάζει 22 Ιανουαρίου
Ὁ Ὅσιος Ἰωσήφ, ὁ ἐπονομαζόμενος Σαμάκος, γεννήθηκε στὴν πόλη τῶν Κεράμων, τὸ σημερινὸ Ἀζωκέραμο Σητείας τῆς Κρήτης λίγο πρὶν τὴν ἅλωση (1440). Ὑπῆρξε πνευματικὸ γέννημα καὶ θρέμμα τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, γνωστῆς ὡς Δερματάνου, πλησίον τοῦ Χάνδακος (Ἡρακλείου), ὅπου ἔζησε καὶ ἔδρασε ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία μέχρι τὴν κοίμησή του. Ἔζησε σὲ μία πολὺ κρίσιμη ἱστορικὴ περίοδο γιὰ τὸ Γένος. Ἡ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία ἔπεφτε στὰ χέρια τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ἡ πατρίδα του Κρήτη βρισκόταν ὑπὸ τὴν κυριαρχία τῶν Ἐνετῶν.
Ὁ Ὅσιος μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονέων του, διένειμε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχοὺς καὶ ἐκάρη μοναχὸς στὴ μονὴ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Δερματάνου. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς. Διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀρετὴ τῆς φιλανθρωπίας καὶ θὰ μποροῦσε δικαιολογημένα νὰ τοῦ ἀποδοθεῖ ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ἐλεήμονος. Ἀναγνωρίσθηκε ἐπίσης, ὡς θαυματουργός, ἀφοῦ ἀναφέρονται πολλὰ θαύματά του.
Μετὰ ἀπὸ ἑβδομήντα χρόνια ἀδιάλειπτης ὁσιακῆς καὶ φιλανθρωπικῆς δράσεως, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 1511 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν μονή του. Μὲ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων του διαπιστώθηκε ἡ ἁγιότητά του, διότι τὸ ἱερὸ λείψανο βρέθηκε ἀκέραιο καὶ ἐξέπεμπε εὐωδία. Τὸ ἱερὸ σκήνωμά του κατατέθηκε στὸ καθολικό της μονῆς. Ἡ συνεχὴς θεραπεία πλήθους ἀσθενῶν, τυφλῶν καὶ δαιμονισμένων καὶ μετὰ τὴν κοίμησή του, καθιέρωσε εὐρύτατα τὴν φήμη του ὡς θαυματουργοῦ.
Τὸ 1669 οἱ Ὀθωμανοὶ κυρίευσαν τὸ Χάνδακα (Ἡράκλειο) καὶ ὁ εὐλαβὴς κληρικὸς Ἀντώνιος Ἀρμάκης, μετέφερε τὸ ἱερὸ λείψανο στὴ Ζάκυνθο, ὅπου στὶς 29 Αὐγούστου 1669 τὸ κατέθεσε στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαντινειοῦ στὰ Ξεροβούνια. Ἐκεῖ παρέμεινε ὡς τὸ 1915, ὁπότε τοποθετήθηκε στὸν ἐνοριακὸ ναὸ τοῦ Παντοκράτορος Γαϊτανίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Των Κρητῶν τε τὸν γόνον καὶ Ζακύνθου τὸ καύχημα, τῶν πατέρων κλέος καὶ δόξα Ἰωσὴφ τὸν ἀοίδημον τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις οἱ πιστοὶ οὐ δόξῃ ἀρρήτῳ ἡ Τριὰς ἐτιμήσατο τὸ σκῆνος διασώσασα ἄφθορον. Δόξα τῷ ἁγιάσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἀναδείξαντι φρουρὸν καὶ ἄμισθον πιστοῖς ἰατρὸν τοῖς κάμνουσι.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’.
Τῶν πιστῶν προΐστασαι καὶ ἁπαλλάττεις, ἀπὸ πάσης θλίψεως ταῖς σαῖς πρεσβεῖες πρὸς Θεὸν, ὦ Ἰωσὴφ παναοίδιμε, κλέος καὶ δόξα ὁσίων καύχημα.
Βίος καὶ Μαρτύριον τῶν Ἁγίων Πέντε Κανονικῶν Παρθένων ἐν Κρήτῃ
Ἡ μνήμη τους τιμᾶται στὶς 9 Ἰουνίου.
Ἡ πεντάριθμη αὐτὴ χορεία ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Σαβωρίου, Βασιλέως τῶν Περσῶν τὸ 330 μ.Χ. Τόπος καταγωγῆς τους ἡ Ἀργυρούπολη Ρεθύμνης1, ὅπου ὑπάρχει μέχρι καὶ σήμερα ἀρχαιολογικὸς χῶρος μὲ ναΰδριο ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τους. Τὰ ὀνόματά τους τὰ ὁποῖα γράφτηκαν στὴν αἰωνιότητα εἶναι Μάρθα, Μαρία2, Ἐνναθά, Θέκλα καὶ Μαριάμνη.
Ἔζησαν στοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν. Καὶ ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ διώκονταν, ἡ πεντάκλωνη αὐτὴ χορεία μοναζουσῶν ἀνέβαινε τὴν κλίμακα τῆς ἁγιότητας μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἄθληση. Ἔζησαν τὸν μοναχικὸ βίο, πρὶν ἀκόμα ὀργανωθοῦν συστηματικὰ τὰ μοναστικὰ ἰδεώδη. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ τοὺς νέκρωναν τὰ πάθη τοῦ σώματος καὶ δυνάμωναν τὸ πνεῦμα τους. Ἀνδρώνεται, δυναμώνεται, καὶ σκληραγωγεῖται ὁ μοναχὸς τόσο, ὅσο ἀγωνίζεται στὸν αὐτοέλεγχο, στὴν περισυλλογή, στὴν αὐτογνωσία καὶ αὐτοεξετάζεται συνειδητὰ στὸν κώδικα τῶν κανόνων καὶ κανονισμῶν τῆς μοναστικῆς ἰδιοτυπίας. Ἔτσι καλλιεργεῖται ἡ ἠθικὴ φιλοσοφία τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι θεολογία ἀνόθευτης Ὀρθοδοξίας. Καὶ ἐνῶ αὐτὲς πρόκοβαν πνευματικά, ὁ λειτουργός τους, ὁ Ἱερέας τους Παῦλος, κυριευόταν ἀπὸ φιλαργυρία. Στάθηκε προδότης τῆς χριστιανικῆς βιωτῆς τους, φιλάργυρος Ἰούδας καὶ βρόχος τρισάθλιος τῆς ὡραίας ψυχῆς τους.
Ἡ φιλαργυρία τοῦ Ἱερέα γίνεται ἀντιληπτὴ στὸν ἀρχιμάγο τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος τὸν καταδίδει στὸν ἄρχοντά του μὲ σκοπὸ νὰ κερδηθεῖ ὁ συναγμένος πλοῦτος του. Διότι ὅσοι δὲν προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα καὶ ἰδιαίτερα οἱ Χριστιανοὶ ποὺ δὲν ἀρνοῦνταν τὴν πίστη τους, οἱ εἰδωλολάτρες βασιλεῖς τοὺς καταδίκαζαν σὲ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ ἔτσι κέρδιζαν τὰ πλούτη τους καὶ τὶς περιουσίες τους.
Τὸ πρόσταγμα δόθηκε, νὰ παρουσιαστεῖ ὁ ἱερέας μὲ τὴ συνοδεία τοῦ μπροστὰ στὸν Ἄρχοντα καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Θεὸ Ἥλιο. Οἱ παρθένες ἀρνήθηκαν, ἐνῶ ὁ Ἱερέας, ὡς δεύτερος Ἰούδας, ὑπολόγισε στὰ ἀργύρια, καὶ στὴν διάσωση καὶ διασφάλιση τῆς περιουσίας του. Ἔτσι προσκυνᾶ τὰ εἴδωλα, γεύεται αἷμα θυσιῶν, καὶ ὑπακούει ἀναντίρρητα σὲ κάθε πρόσταγμα. Ταυτόχρονα παροτρύνει καὶ τὶς παρθένες νὰ πράξουν τὸ ἴδιο, αὐτὲς ἀντιστέκονται σθεναρὰ μὲ πρῶτο τίμημα νὰ δαρθοῦν ἀνηλεῶς ἐπὶ πολλὲς ὧρες. Ἡ ἀπάντησή τους ἦταν ὅτι προσκυνοῦμε μόνο τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ πονηρὸς καὶ μιαρὸς Βασιλιὰς σκέφτεται δόλια καὶ προτείνει στὸ φιλάργυρο ἱερέα νὰ φονεύσει μὲ ξίφος αὐτὸς τὶς πέντε παρθένες γιὰ νὰ κερδίσει τὸν πλοῦτο του.
Αὐτὸς μπροστὰ στὸ φόβο νὰ χάσει τὸ θησαυρό του, ὑπακούει στὸν δυνάστη καὶ ἀποκεφαλίζει τὶς ἀγωνίστριες τῆς εὐσεβείας. Τελικὰ τὸ μόνο ποὺ κέρδισε ὁ φιλάργυρος ἱερέας ἦταν νὰ χάσει καὶ αὐτὸς τὸ κεφάλι τοῦ ἀφοῦ πίστευσε τὸν δόλιο Ἄρχοντα ὅτι, ἂν πράξει αὐτὸ ποὺ τὸν πρόσταξε, θὰ τὸν ἄφηνε ἐλεύθερο μὲ ὅλο τὸ συναγμένο πλοῦτο του. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα τὸν σκότωσαν καὶ τὸν ἔριξαν στὰ σκυλιὰ ὡς βορὰ καὶ ἅρπαξαν καὶ τὴν περιουσία του. Ἔτσι ζημιώθηκε δίπλα ὁ τρισάθλιος Παῦλος, ἐνῶ τὰ ἅγια λείψανα τῶν πέντε ὁσιομαρτύρων, τὰ πῆραν οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὰ τοποθέτησαν σὲ ἰσάριθμες λάρνακες καὶ τὰ ἐνταφίασαν μὲ μεγάλες τιμές.
Σεμνύνεται τὸ Ρέθυμνο στὴν ἑορτὴ τῶν πέντε Παρθένων, στὴ μικρὴ Ἐκκλησία τους στὴν κοιλάδα τῆς Ἀργυρουπόλεως. Ὁ ἀρχαιολόγος καθηγητὴς Μιχ. Δέφνερ ὁμιλεῖ περὶ «οἰκογενειακοῦ εἰδωλολατρικοῦ τάφου τῆς Ἑλληνορωμαϊκῆς ἐποχῆς ποὺ ἔγινε προσκύνημα πέντε χριστιανῶν Μαρτύρων». Ἐντυπωσιάζει ὁ χῶρος αὐτὸς (πλάτος 2,70, μῆκος 3,20, ὕψος 1,80 καὶ βάθος 0,90). Εἶναι πέντε διαμερίσματα. Τὸ Β´ καὶ Γ´ εἶναι τάφοι γιὰ μεγάλους. Τὸ Δ´ καὶ Ε´ τάφοι γιὰ παιδιά. Ὁ ἐνδιάμεσος χῶρος εἶναι γιὰ σπονδές. Ἡ εὐλάβεια τῶν Ρεθυμνίων ραίνει ἐόρτια μὲ τὰ ροδοπέταλα τῆς πίστεώς της τὰ θερινὰ αὐτὰ ἄνθη τῆς πεντάκλωνης ἀνθοδέσμης τοῦ Ἰουνίου.
Ὑποσημειώσεις
Ἡ Ἀργυρούπολη ἀπέχει 27 χλμ. ἀπὸ τὸ Ρέθυμνο καὶ βρίσκεται στὴ διαδρομὴ τῆς Παλαιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ρεθύμνου – Χανίων. Τὸ χωριὸ εἶναι χτισμένο στὴ θέση τῆς ἀρχαίας Λάππας καὶ συνδυάζει σπάνια φυσικὴ ὀμορφιὰ καὶ ἱστορία. Ἡ Λάππα ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικότερες πόλεις τῆς Δυτικῆς Κρήτης κατὰ τὰ ρωμαϊκὰ χρόνια καὶ ὑπολογίζεται ὅτι κατοικοῦσαν σ᾿ αὐτὴ περὶ τοὺς δέκα χιλιάδες ἄνθρωποι. Ἡ πόλη ὅμως εἶναι πολὺ ἀρχαιότερη καὶ ἡ δράση τῆς ἔνδοξη, ἤδη ἀπὸ τὸ 220 π. Χ., ὅταν παρεῖχε ἄσυλο στοὺς ἐκδιωκόμενους Λυττίους ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ Κνωσό. Ἂν βρεθεῖτε στὴν περιοχή, ἀξίζει νὰ ἐπισκεφθεῖτε τὶς πηγὲς στὴ θέση Ἁγία Δύναμη, ὅπου μέσα στὸ σπήλαιο βρίσκεται τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι. Οἱ μικροὶ γραφικοὶ καταρράκτες, οἱ ξύλινοι νερόμυλοι καὶ ἡ πυκνὴ βλάστηση χαρακτηρίζουν τὸ τοπίο. Στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ βρίσκεται ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, χτισμένη τὸν 17ο αἰώνα, δίπλα στὸ λαογραφικὸ μουσεῖο ὅπου ὁ ἐπισκέπτης ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ δεῖ εἴδη λαϊκῆς τέχνης, ἐνδυμασίες, ἐργαλεῖα καὶ οἰκιακὰ σκεύη ποὺ χρησιμοποιοῦνταν κατὰ τὸ παρελθόν. Ἡ Ἀργυρούπολη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἐνετοκρατίας θὰ πρέπει νὰ διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο, καθὼς μνημεῖα τῆς ἐποχῆς σώζονταν στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα μας. Σ᾿ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέγαρα τοῦ 1500 ἀναγραφόταν στὴν πόρτα του τὸ “omnia mundi fumus et umbra”, δηλαδὴ «πάντα τὰ ἐγκόσμια εἶναι καπνὸς καὶ σκιά».
Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΓΕΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ
Ο Ιωάννης Βιτσέντζος ή Γεροντογιάννης γεννήθηκε στο ημιερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου Καψά το 1799. Στα ερειπωμένα κελλιά της άγονης και απόμονωμένης περιοχής είχαν μεταβεί οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του Εμμανουήλ και Ζαμπία λόγω τουρκικής επιδρομής. Αργότερα, όταν ησύχασε η κατάσταση, διέμειναν μόνιμα στο χωριό Λιθίνες. Όταν ήρθε σε νόμιμη ηλικία νυμφεύθηκε την κυνηγημένη από τους Τούρκους Καλλιόπη από την οικογένεια των Γεροντάκηδων ή Γεροντήδων, η οποία ζούσε κρυμμένη και εκείνη στα νοτιοανατολικά παράλια, φοβούμενη μήπως έχει την ίδια τύχη που είχε η μοναδική αδελφή της, η οποία αυτοκτόνησε για να μην ατιμασθεί από ένα Τούρκο που είχε ενδιαφερθεί έντονα γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η Καλλιόπη στάλθηκε από τους γονείς της στις ερημικές ακτές της περιοχής, κοντά στην έρημη τότε Μονή Καψά και τελικά παντρεύθηκε τον Γεροντογιάννη, με τον οποίο απέκτησε τέσσερα παιδιά, τρεις κόρες κι ένα γιο. Ο Γεροντογιάννης ήταν ατίθασος, αλλά ιδιαίτερα ευσεβής. Πολλές φορές είχε γίνει στόχαστρο των τουρκικών αρχών και τον είχε καταδιώξει η Τουρκική Αστυνομία. Γι’ αυτό συχνά κατέφευγε με την οικογένειά του στο φαράγγι των Περβολακίων, όπου ήταν αδύνατο να τον ανακαλύψει κανείς. Το περισσότερο διάστημα του έτους διέμεναν στο μετόχι «Κατσαρόλι», κοντά στις Λιθίνες.Συμφωνα με την παράδοση, κάποια Κυριακή ο Ιωάννης μάζεψε ξύλα και τα φόρτωσε στο ζώο για να τα πουλήσει, όπως συνήθιζε, στα χωριά Αρμένους και Χανδράς και να αγοράσει κρασί. Πήρε μαζί του και τη σύζυγό του Καλλιόπη και την άφησε στις Λιθίνες για να δει τους συγγενείς της, ενώ τα παιδιά έμειναν μόνα τους στο μετόχι. Στο γυρισμό ένα κακό προαίσθημα είχε φωλιάσει στην καρδιά της Καλλιόπης που παρακινούσε συχνά το σύζυγό της να βαδίσει γρηγορότερα. Οταν έφτασαν βρήκαν τη μικρή τους κόρη Ειρήνη καμμένη έξω στο αλώνι, που την είχαν βγάλει τα άλλα αδέλφιά της, νομίζοντας ότι ο αέρας θα έσβηνε τη φωτιά που είχε πιάσει το φορεματάκι της...Το ατύχημα αυτό που επέφερε τον θάνατο της κόρης του, θεωρήθηκε από τον Ιωάννη θεία τιμωρία για τις αμαρτίες του και κυρίως για την καταπάτηση της Κυριακάτικης αργίας. Το γεγονός αυτό σφράγισε τη ζωή του και στάθηκε η αφορμή για να μεταμορφωθεί. Έφυγε από το μετόχι και εγκαταστάθηκε μόνιμα στις Λιθίνες. Οι χωριανοί, οι συγγενείς και όσοι τον γνώριζαν διαπίστωναν καθημερινά την «αλλοίωσή του». Ο σκληρόκαρδος, ευέξαπτος και εριστικός Ιωάννης μεταμορφώθηκε σε έναν μακρόθυμο, ελεήμονα, πράο και ανεξίακακο άνθρωπο. Η συνειδητή συμμετοχή του στη μυστηριακή ζωη της Εκκλησίας, οι νηστείες, οι προσευχές, οι ελεημοσύνες και η διαρκής μετάνοια καθάρισαν την καρδιά του, φώτισαν το νου του και μπόρεσε να δεχθεί μία θεία αποκάλυψη, που έμελλε να σταθεί καθοριστική για τη μετέπειτα ζωη του. Ο Γεροντογιάννης το έτος 1841 σε ηλικία 42 ετών έπεσε σε βαθύ ύπνο. Αγγελος Κυρίου τον άρπαξε, όπως τον Απόστολο Παύλο, σε υψηλή θεωρία και είδε τις τάξεις των δικαίων που βρίσκονται σε ουράνια δόξα και χαρά, αλλά και τις διάφορες τιμωρίες των καταδικασμένων στην αιώνια κόλαση. Μετά από 43 ώρες ξύπνησε χαρούμενος και γαλήνιος βλέποντας γύρω του πλήθος από συγγενείς, γειτόνους και συγχωριανούς του, οι οποίοι είχαν μαζευθεί για να δουν από κοντά τι του συμβαίνει. Ανάμεσά τους και μια παράλυτη γρια, πάνω στην οποία άπλωσε το χέρι του και ψιθυρίζοντας κάποια ευχή, την θεράπευσε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των πολυάριθμων παρευρισκομένων. Αμέσως μετά άρχισε να κηρύττει και να θαυματουργεί. Πολλοί κάτοικοι της επαρχίας Σητείας περνούσαν καθημερινά από το σπίτι του για να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του, να δεχθούν τις συμβουλές του και να θεραπευθούν από τις διάφορες ασθένειές τους. Τα γεγονότα αυτά, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησαν θόρυβο γύρω από το όνομά του. Τη χρονιά αυτή επικρατούσε αναστάτωση λόγω της επανάστασης και ο Γεροντογιάννης θεωρήθηκε ύποπτος από τις Τουρκικές αρχές και διαβλήθηκε ως επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, διότι τάχα οι συναθροίσεις στο σπίτι του είχαν σκοπούς επαναστατικούς με θρησκευτικό πρόσχημα. Η αλήθεια είναι ότι τον Όσιο Γεροντογιάννη περιέβαλαν κυρίως ασθενείς και ανάπηροι άνθρωποι, στον οποίο κατεύφευγαν για να βρουν ανακούφιση, παρηγοριά και θεραπεία. Τρεις φορές κλήθηκε για να απολογηθεί ενώπιον του Διοικητού Κρήτης Μουσταφά Πασά. Όμως αυτές οι αλλεπάλληλες διώξεις και προσαγωγές στο Ηράκλειο είχαν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, αφού από κάθε χωριό που περνούσε ο διωκόμενος καλόγερος σήμαινε συναγερμός και μαζεύονταν πλήθος κόσμου για να τον χαιρετήσει και να λάβει την ευλογία του. Μάλιστα κατά την τρίτη προσαγωγή του Γεροντογιάννη συγκεντρώθηκε πλήθος πιστών με αποτέλεσμα να εξοργιστεί ο Διοικητής και να διατάξει τη φρουρά του να διαλύσει με βία το πλήθος και να οδηγήσει τον Γεροντογιάννη αμέσως στη φυλακή. Ύστερα από παράκληση όμως κάποιου Σητειακού συμβούλου του Διοικητή, του Ιωάννου Καπετανάκη ή Γαλανάκη από το χωριό Κρυά, του επιτράπηκε να πάρει στο σπίτι του τον Γεροντογιάννη, χωρίς όμως να βγαίνει έξω μέχρι να να εκδοθεί η απόφαση, η οποία φημολογούνταν ότι θα ήταν η εξορία εκτός της Κρήτης ή η φυλάκιση.Συνέβη, όμως, ο σοβαρός τραυματισμός του μικρού παιδιού του Διοικητού, που γκρεμίστηκε από τη σκάλα και έμεινε αναίσθητο, χωρίς να μπορεί κανένας ιατρός να το επαναφέρει στις αισθήσεις του. Η πατρική στοργή ανάγκασε τον Τούρκο Διοικητή να καλέσει τον θαυματουργό θεραπευτή των Ρωμιών, τον Γεροντογιάννη, ο οποίος πράγματι μόλις ακούμπησε το χέρι του πάνω στο αναίσθητο παιδί και απήγγειλε μια ευχή, αμέσως το μισοπεθαμένο παιδί απέκτησε τις αισθήσεις του και επανήλθε στη ζωή. Ανάλογη θεραπεία έδωσε και στην πεθερά του Διοικητού την οποία απάλλαξε από χρόνια και ανίατη αρώστια. Τότε ο Τούρκος Διοικητής άφησε ελεύθερο τον Γεροντογιάννη να επιστρέψει στο χωριό του για να συνεχίσει το φιλάνθρωπο έργο του. Μάλιστα με πολλή ευγνωμοσύνη του έστειλε πλούσια δώρα στο χωριό του, αλλά εκείνος δέχθηκε να κρατήσει μόνο 17 κανδύλια για τον ναό της Παναγίας των Λιθινών.Τότε ο Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων συμβούλευσε τον Γεροντογιάννη να πάει σε μία ερημική μακρινή περιοχή, έτσι ώστε να σταματήσουν οι αντιδράσεις και οι καταγγελίες των Τούρκων. Ως καταλληλότερο χώρο δεν μπορούσε να σκεφθεί ο Όσιος άλλο τόπο εκτός το ημιερειπωμένο Μονύδριο του Καψά, όπου γεννήθηκε, βαπτίσθηκε και νυμφεύθηκε. Ετσι, η νεώτερη ιστορία της Μονής αρχίζει με την απόφαση του να εγκατασταθεί το έτος 1841, στην έρημο του Καψά.Μετά το 1840 η διοίκηση της Κρήτης από τον Μουσταφά Ναϊλή Πασά ήταν συχνά ανεκτική και οι τουρκικές αρχές έδειχναν ανοχή στην ανακαίνιση μοναστηριών και στην επισκευή πολλών ιερών ναών που είχαν παραμεληθεί για αιώνες ολόκληρους. Έτσι, το 1841 ο τελευταίος ιδιοκτήτης της περιοχής στην οποία βρισκόταν και το ερειπωμένο Μονύδριο του Τιμίου Προδρόμου, Χατζη-Νικόλαος Ζαφείρης από το χωριό Αγία Τριάδα Σητείας, ο οποίος την είχε αγοράσει από τον Τούρκο Δερβίς Αγά Χατζαριφάκη, παραχώρησε το σπηλαιώδη ναό και τη γύρω από το έρημο Μονύδριο έκταση στον Όσιο Ιωσήφ τον Γεροντογιάννη, ιδρυτή και ανακαινιστή της Μονής. Ο Όσιος ήταν εντελώς αγράμματος και δεν άφησε γραπτά στοιχεία για να γνωρίζουμε με σιγουριά τι βρήκε στον Καψά τότε. Βέβαιο είναι ότι υπήρχε ο ναός του Αγίου Ιωάννου, που όπως φαίνεται προσέλκυε πολλούς πιστούς από τα γύρω χωριά, καθώς και δύο οικήματα δίπλα στο ναό. Υπήρχε ακόμα ένα πηγάδι με υφάλμυρο νερό, εικόνα που μαρτυρεί την προΰπαρξη μοναστηριού, πάνω στα ερείπια του οποίου κτίσθηκε η νέα Μονή. Το εγκαταλελειμμένο Μονύδριο άρχισε πάλι να αποκτά ζωή και να συρρέουν προσκυνητές και ασθενείς που ήθελαν να γνωρίσουν τον ιδιότυπο ερημίτη και επιζητούσαν την ευλογία του για τη θεραπεία των ασθενειών τους. Ο Όσιος Γεροντογιάννης έμενε σ’ ένα απόκρημνο σπήλαιο για δεκαεπτά χρόνια βορειοδυτικά του σπηλαιώδους ναού και τα παλιά κελλιά παραχωρήθηκαν στους πολυάριθμους προσκυνητές, ενώ αρκετοί ήταν και οι υποψήφιοι μοναχοί που ήθελαν να μονάσουν δίπλα στον ερημίτη, ώστε να αρχίσει να δημιουργείται ο πυρήνας της πρώτης συνοδείας του. Τα γεγονότα αυτά επέβαλαν την ανακαίνιση της Μονής, την επισκευή των παλιών κτιρίων και την ανέγερση νέων. Οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν για αρκετά χρόνια, με εξαίρεση μία διακοπή το 1858, όπου ο Γεροντογιάννης για πέντε μήνες κατέφυγε στην Κάσο, λόγω μιας νέας επανάστασης που ξέσπασε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη.Το 1861 προστέθηκε και το δεύτερο κλίτος της Αγίας Τριάδος στο Καθολικό της Μονής μέσα στο βράχο. Τα κτίσματα οικοδομήθηκαν σε τέσσερα επίπεδα και περιελάμβαναν κελλιά, ξενώνα, τράπεζα, μαγειρείο, φούρνο, αποθήκες και μια μεγάλη υδατοδεξαμενή για τη συλλογή των ομβρίων υδάτων. Το 1863 το μοναστήρι ήταν εντελώς έτοιμο και ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Ιλαρίων τέλεσε τα εγκαίνια του Καθολικού της Μονής και προχείρισε τον κατά κόσμο Ιωάννη σε Μεγαλόσχημο Μοναχό, μετονομάζοντάς τον σε Ιωσήφ.Ο Όσιος Γεροντογιάννης εξακολουθούσε να παραμένει στη Μονή Καψά μέχρι που ξέσπασε η επανάσταση του 1866, και τότε φοβούμενος μήπως οι κατακτητές καταστρέψουν το μοναστήρι, αποφάσισε να εγκατασταθεί μαζί με τη συνοδεία του σε ένα παλιό ξεχασμένο και εγκαταλελειμμένο μοναστήρι την Αγία Σοφία, που βρίσκεται στο οροπέδιο των Αρμένων στη μέση περίπου της επαρχίας Σητείας. Στη Μονή Καψά άφησε μόνο ένα επιστάτη-μοναχό μέχρι το 1870. Ο Όσιος και στην Αγία Σοφία ασχολήθηκε με την εκ βάθρων ανακαίνιση της Μονής και την καλλιέργεια των κτημάτων της, ώστε μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταμόρφωσε κυριολεκτικά την περιοχή, γεγονός που προκέλεσε τον θαυμασμό όλων. Επειδή και εκεί πήγαιναν πολλοί προσκυνητές από τα γύρω χωριά για να τον συναντήσουν, έπεσε θύμα συκοφαντίας, οπότε επέστρεψε στην αρχική Μονή του, ύστερα από εντολή του τότε Επισκόπου Ιεράς και Σητείας Νεοφύτου. Ο Όσιος ζούσε με έντονη άσκηση, προσευχή και νηστεία. Έτρωγε ξηρή τροφή, κυρίως ελιές, χόρτα και παξιμάδια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας τις περνούσε στο κελλί του προσευχόμενος. Παρακολουθούσε τις Ακολουθίες από ένα παράθυρο του κελλιού του που έβλεπε προς τον Ναό και μόνο κάθε Κυριακή, όταν κοινωνούσε τα Άχραντα Μυστήρια κατέβαινε στην Εκκλησία. Απέκτησε από τον Θεό πλούσια χαρίσματα, ώστε επιτελούσε καθημερινά πάμπολλα θαύματα σε όσους με πίστη στο Θεό πλησίαζαν κοντά του. Η φήμη του γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη και στα νησιά Χάλκη, Κάσο και Σύμη, ώστε καθημερινά τον επισκέπτονταν πλήθος πιστών, ζητώντας τις σοφές συμβουλές του και οδηγίες για την καθημερινή τους ζωή. Άλλοι ζητούσαν τη θεραπεία τους από ασθένειες και την απαλλαγή τους από ακάθαρτα πνεύματα. Ο Γεροντογιάννης, διατηρώντας την εσωτερική κατάσταση της ησυχίας του και κινούμενος από άπειρη αγάπη προς τον πάσχοντα άνθρωπο κατά το πρότυπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, συμβούλευε, ενίσχυε και θεράπευε όλους τους ασθενείς, χαρίζοντάς τους με την χάρη του Κυρίου την υγεία της ψυχής και του σώματος.Ήταν ευρύτατα γνωστό ότι ο Όσιος σταύρωνε το νερό της θάλασσας και γινόταν γλυκό. Ακόμα έριχνε το ράσο του στη θάλασσα και το χρησιμοποιούσε ως σχεδία για να μεταβαίνει τακτικά χάριν ησυχίας στο Κουφονήσι, νησί που απέχει αρκετά μίλια από τη Μονή. Επίσης ο Όσιος είχε προορατικό χάρισμα, γι’ αυτό ξεχώριζε τα κλεμμένα προϊόντα που συχνά οι προσκυνητές του έφερναν ως δώρα, ζητώντας μάλιστα απ’ αυτούς που τα έφερναν να τα γυρίσουν πίσω. Η πολυχρόνια και υπεράνθρωπη άσκηση του σώματος γρήγορα εξεσθένησαν το ασθενικό σώμα του και η φωνή του λεπτύνθηκε, ώστε μετά βίας μπορούσαν να ακούσουν οι παρευρισκόμενοι όσα τους έλεγε. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρέμενε στο κελλί του κλινήρης. Προείδε τον θάνατό του και προσκάλεσε πριν την εκδημία του προς τον Κύριο όλη την Συνοδεία στο κελλί του για να τους ζητήσει συγχώρηση και να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Άφησε διάδοχο του τον Μοναχό Ανανία, προείπε ό,τι θα συμβεί στη Μονή μετά τον θάνατό του και όρισε την ακριβή ημέρα και ώρα του θανάτου του. Από τον εγγονό του Ιωσήφ, Διάκονο τότε, και τον Ιερομόναχο Γεννάδιο ζήτησε να λειτουργήσουν μαζί και να τον κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων. Στις 6 Αυγούστου του έτους 1874, αφού κοινώνησε, κάλεσε πάλι τους Πατέρες στο κελλί του, τους ζήτησε ξανά συγχώρηση, έκανε το σημείο του Σταυρού, πλάγιασε δεξιά και αφού σταύρωσε τα χέρια του οσιακά παρέδωσε την μεταμορφωμένη ψυχή του στον μεταμορφωθέντα Κύριο.Η σωρός του έγινε λαϊκό προσκύνημα και πολύς κόσμος κατέκλυζε καθημερινά τη Μονή για να τον προσκυνήσει και να τον αποχεραιτίσει, ώστε έμεινε επί τρεις μέρες άταφος. Ταφηκε στις 9 Αυγούστου 1874 μέσα στην Εκκλησία του Τιμίου Προδρόμου στη νοτιοδυτική γωνία σε πέτρινο λαξευμένο τάφο από τον εγγονό του και μετέπειτα ηγούμενο της Μονής Αρχιμ. Ιωσήφ Γεροντάκη. Αυτός, κινούμενος από την ευλάβεια του ευσεβούς λαού προς τον Όσιο, ανεκόμισε στη συνέχεια την τιμία Κάρα του αγίου, την οποία και απέθεσε στο πάνω μέρος του τάφου. Από την κοίμηση του Οσίου η ευλάβεια των πιστών προς τον Όσιο ήταν αμείωτη και μάλλον μέρα με την ημέρα αύξανε και διαδιδόταν από γενεά σε γενεά. Οι προσερχόμενοι στο Μοναστήρι, προσκυνούσαν την κάρα του Οσίου, όπως και την εικόνα του, ενώ έπαιρναν και χώμα από τον τάφο ως ευλογία και θεραπεύονταν.Η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Ιωσήφ έγινε στις 7 Μαΐου του έτους 1982, δηλαδή 108 χρόνια από την κοίμησή του, ύστερα από ολονύκτια αγρυπνία. Τα ιερά λείψανα τοποθετήθηκαν μέσα σε αργυρή λάρνακα μαζί με την τίμια κάρα του σε περίβλεπτη θέση του ναού και εκπέμπουν άρρητη ευωδία.
ΟΣΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
'Ιδιαιτέρως τιμώμενος εἰς τήν Ἱ. Μονήν Κουδουμᾶ.
Στήν Κρήτη, ἔζησε κατὰ τὸν 7ο αἰώνα, μία μεγάλη ἀσκητικὴ μορφὴ, ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ὁ Ἐρημίτης καὶ Ὁμολογητής ὁ ὁποίος ιδιαίτερα τιμάται στήν Ἱ. Μονή Κουδουμᾶ σέ σπηλαιώδη Ναό (Ἀββακόσπηλιο) στίς 2 Σεπτεμβρίου.
Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς γεννήθηκε, κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 6ου αἰῶνα στήν Κρήτη, ἄγνωστο σέ ποιά περιοχή. Στά νεανικά του χρόνια ἔλαβε μία ἱκανοποιητική παιδεία ὥστε νά μπορέση νά ἀσχοληθῆ, καί νά ἀντιταχθῆ στήν αἵρεση τῶν μονοθελητῶν.
Στήν ἀρχή πρέπει νά μόνασε σέ κάποιο κοινόβιο. Η ἀντίδρασή του στόν μονοθελητισμό ἔλαβε χώρα πιθανόν κατά τήν περίοδο αὐτή, καί οἱ πιέσεις τῶν μονοθελητῶν ἐπισκόπων καί οἱ ἀντιδράσεις τούς τόν ὁδήγησαν στό σημείο νά ἐγκαταλείψη τήν Μονή του καί νά καταφύγη στήν ἔρημο.
Τά σπήλαια τῆς νοτίου Κρήτης γιά τόν Ἅγιο Κοσμᾶ ἀναδείχθηκαν σέ στίβο μεγάλων ἀσκητικών παλαισμάτων. Ἐκεῖ «μόνος μόνῳ τῷ Θεῷ», ἀρχίζει μία πνευματική ἀνάβαση, κόντρα στίς δαιμονικές δυνάμεις. Μέ ὑπεράνθρωπη νηστεία καί ἄσκηση κατάφερε νά διαφύγει τίς παγίδες τοῦ πονηροῦ καί νά στολιστεῖ μέ ἀρετές. Ὁ Ὅσιος Κοσμᾶς ἔζησε ἀθόρυβα, ὄχι γιατί δὲν ἔπραξε κάτι ἀξιομνημόνευτο, ἀλλὰ γιατί ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων εἷναι ἐσωτερική, εἷναι μία καθημερινὴ προσωπικὴ καὶ ἄγνωστη σὲ ὅλους συνομιλία μὲ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.
Οἱ μάχες του στήν ἔρημο μέ τά στοιχεῖα τίς φύσης, τόν ἑαυτό του καί τούς δαίμονες τόν κατέστησαν πραγματικά ἄσαρκο. Ανυπόδητος καί γυμνός, καλυμμένος μέ τίς τρίχες τοῦ σώματός του, σάν δέντρο φορτωμένο μέ καρπούς, ἔπεσε και εκοιμήθη στίς 9 Σεπτεμβρίου τοῦ 658μ.Χ. Tό σῶμα τοῦ παρέμεινε μέσα στό σπήλαιό του γιά ἕνα χρονικό διάστημα, ὥσπου ἔγινε ἀντιληπτό ἀπό πιστούς οἱ ὁποῖοι ἄρχισαν νά τό τιμοῦν. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν μποροῦσαν νά προσεγγίσουν τήν ἀπομονωμένη αὐτή περιοχή καί ἔτσι μετέφεραν τό σκήνωμα ἀπό τό σπηλαῖο καί τό τοποθέτησαν σέ ἕναν μεγάλο ναό, πιθανόν στήν Γόρτυνα. Ὅμως μία μεγάλη ἀνομβρία ἔπληξε τότε τήν περιοχή· Γιά ἀρκετό καιρό δέν ἔβρεξε καί ὅλα τά καρποφόρα δέντρα καί τά σιτηρά καταστράφηκαν ἀπό τόν δυνατό ἥλιο.
Οἱ ἄνθρωποι σαστισμένοι κατέφυγαν στόν Θεό καί παρακαλοῦσαν γιά βροχή. Τότε ὁ Ἅγιος ἐμφανίστικε σέ κάποιον καί ζήτησε πολύ αὐστηρά νά βγάλουν ἀπό τό σκήνωμα τοῦ ὅλα τά πολύτιμα κοσμήματα, και νά τό ἐπιστρέψουν στό σπήλαιό του. Οἱ ἄνθρωποι φοβισμένοι παρέλαβαν τό λείψανο τοῦ Άγίου καί τό ἐπέστρεψαν στό σπήλαιό του. Χώρισαν ἕνα μικρό κομμάτι στό βάθος τοῦ σπηλαίου καί ἀφοῦ τό τοποθέτησαν ἐκεῖ τό ἔκτισαν ἐξωτερικά. Ἀπό ἐκείνη τήν στιγμή ἄνοιξε ὁ οὐρανός. Τόσο πολύ ἔβρεξε πού τό νερό ἔμεινε γιά μέρες λιμνασμένο πάνω στήν καμένη γῆ.
Πέρασαν τετρακόσια χρόνια καί οἱ περισσότεροι τον ξέχασαν, μοναχά οἱ ἀσκητές τῆς περιοχῆς πήγαιναν στό σπήλαιό του γιά νά προσκυνήσουν, ὥσπου τό έτος 1058 βενετοί ἔμποροι παραβίασαν τήν κρύπτη τοῦ Ἁγίου καί ἔκλεψαν τό λείψανο, πού παρέμενε ὅπως τήν ἥμερα πού ὁ Ἅγιος εἶχε κοιμηθεῖ, ἄφθαρτο καί εὐωδιάζον. Τό μετέφεραν στήν Βενετία καί τό κατέθεσαν στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Μείζονος. Ἐκεῖ παραμένει ἀκόμα καί σήμερα, τοποθετημένο στό παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Βενεδίκτου, περιμένοντας ἥσυχα τήν ἐπιστροφή του. Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ εὐδοκήση νὰ ἐπιστρέψη σύντομα στὸν τόπο ποὺ ἀνήκει. Γένοιτο.
Ὅσιοι Παρθένιος καί Εὐμένιος οἱ ἐν Κουδουμᾷ
Ὁ Ὅσ. Παρθένιος γεννήθηκε στά Πιτσίδια Μεσαρᾶς τό 1829, ὅπως καί ὁ ἀδελφός του Εὐμένιοςτὸ 1846 καί ἀπό τήν παιδική τους ἠλικία, ἀξιώθηκαν πολλῶν θαυμάτων ἀπό τόν Θεό.
Ἀγάπησαν τήν ἡσυχία καί εἰσῆλθαν στό μοναστικό στίβο τὸ 1858 στήν Ἱ. Μ. Ὁδηγήτριας. Ἀσκήτευσαν σκληρά στήν περιοχή τοῦ Μαρτσάλου κοντά στό Ἁγιοφάραγγο, ὅπου ἐκάρησαν μεγαλόσχημοι μοναχοί, ἐνῶ ὁ Εὐμένιος χειροτονήθηκε διάκονος καί πρεσβύτερος.
Ἀργότερα καί ἀφοῦ ἔζησαν ἐρημητικά γιά λίγα ἔτη στά Ἀστερούσια Ὄρη, ἔφθασαν στά ἀσκηταριά τοῦ Κουδουμᾶ καί ἔγιναν οἱ νέοι κτήτορες τῆς ἐρειπωμένης Ἱ. Μονῆς Κουδουμᾶ.
Ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος θαυμάτων καί σημείων ἐτέλεσαν οἱ Ὅσ. Πατέρες, ζῶντες κατά τήν αὐστηρή μοναστική παράδοση. Τό Μοναστῆρι μεγάλωσε καί κατέστη σπουδαῖο μοναστικό κέντρο βιώσεως τοῦ ἀσκητικοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ.
Πολλοί προσκυνητές εὐργετήθηκαν πνευματικά ἀπό τούς λάμποντες Ἁγίους καί τή χάρη τῆς Παναγίας πού τόσο ἀγάπησαν οἱ Ὅσιοι.
Τό 1905 ἐκοιμήθη ὁ Ὅσ. Παρθένιος καί ἡ ἀνακομιδὴ τῶν τ. λειψάνων του ἔγινε τό 1907, ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἀρκαδίας Βασίλειο, ἐνῶ τό 1920 ἐκοιμήθη ὁ Ὅσ. Εὐμένιος.
Οἱ Ὅσιοι κατέστησαν στὴ συνείδηση τῶν πιστῶν ὡς Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ ἐγκαίνια τοῦ πρώτου Ἱ. Ναοῦ πρὸς τιμὴν τους τελέστηκαν στὴν Ἱ. Μ. Κουδουμὰ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας Κύριλλο τό 1983. Τὸ 2007 ἔγινε ἡ ἐπίσημη κατάταξη τῶν Ὁσίων ἀπό τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, στὸ Ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κατόπιν εἰσηγήσεως, διὰ τῆς Ἱ. Ἐ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κρήτης, τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γορτύνης καὶ Ἀρκαδίας κ. Μακαρίου.
Αγ. Νεομάρτυς Ιωάννης, ο Δραγάτης "Αρναουτογιάννης"
Με ιδιαίτερη κατάνυξη και συγκίνηση τιμούμε τη μνήμη ενός Αγίου, που έζησε στον τόπο μας και συγκεκριμένα στο χωριό Άγιο Ιωάννη της Φαιστού.
Πρόκειται για τον Νεομάρτυρα Ιωάννη, τον ονομαζόμενο Αρναουτογιάννη, λόγω της Αλβανικής του καταγωγής. (Οι Αλβανοί στα Τούρκικα, ονομάζονται Αρναούτ).
Στην πολυκύμαντη πορεία της ιστορίας του τόπου μας, το νησί μας βρέθηκε υπό Αιγυπτιακή Κατοχή (1830 – 1840). Σαν τέλειωσε η κατοχή, ένας νέος στρατιώτης, έμεινε στην Κρήτη και βρήκε κατοικία στο χωριό μας, τον Άγιο Ιωάννη της Φαιστού. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τη ζωή του στο χωριό. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι λίγο καιρό μετά την εγκατάστασή του ασπάστηκε το χριστιανισμό και βαπτίστηκε, παίρνοντας το όνομα Ιωάννης.
Ζούσε βίο ευσεβή και ευλαβικό, ασκώντας το επάγγελμα του δραγάτη (του αγροφύλακα), προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Εκείνες τις ημέρες, κάποιοι επαναστάτες είχαν σκοτώσει δυο Τουρκόγυφτους. Οι Τούρκοι των γύρω χωριών, που μισούσαν θανάσιμα τον Ιωάννη, γιατί απαρνήθηκε τη θρησκεία τους και το Μωάμεθ και ήλθε κοντά στο Χριστό μας, βρήκαν την ευκαιρία που περίμεναν για να τον εκδικηθούν. Τον κατήγγειλαν στην κοσμική εξουσία της περιοχής, ότι αυτός ήταν ο φονιάς των δυο Τουρκόγυφτων Αιγυπτίων, κατηγορώντας τον μάλιστα ότι μετά την αλλαγή του θρησκεύματός του, είχε διάθεση εξόντωσης των Μουσουλμάνων. Μάλιστα για να μπορεί να τους εξοντώνει ευκολότερα, έλεγαν οι συκοφάντες του, έγινε δραγάτης.
Ο Άγιος μας συνελήφθη και στάλθηκε σιδηροδέσμιος στο Ηράκλειο, σε δίκη στο Οθωμανικό δικαστήριο. Εκεί όμως περίτρανα αποδείχθηκε η αθωότητά του. Όμως ο Τούρκος δικαστής ο Ρεχίτ – Εφέντης, που μισούσε θανάσιμα όσους ομόθρησκούς του άλλαζαν θρήσκευμα, του ζήτησε, να αλλάξει θρησκεία και πάλι, για να φανεί περίτρανα η αθωότητά του (ότι δηλαδή δεν σκότωσε λόγω θρησκευτικής αντιπαλότητας). Διαφορετικά, θα τον καταδίκαζε σε θάνατο, φορτώνοντάς του τους θανάτους των Τουρκόγυφτων.
Τότε ο Ιωάννης, με μεγάλο καταστάλαγμα θάρρους και πίστης, είπε στο δικαστή: «Καθώς σας απέδειξα, είμαι εντελώς αθώος για το φόνο των Αιγυπτίων. Το εγνώρισε καλώς τούτο και η αφεντιά σας. Το δε να γίνω πλέον Μουσουλμάνος, Χριστέ ο θεός μου μη με εγκαταλείψης, βοήθησον Ιησού γλυκήτατέ μου Χριστέ, εν τη παρούση ταύτη κρατήσης ώραν και ματαίωσον την πονηράν και απάνθρωπον αυτού διαταγήν, εις καταισχύνην του οδηγούντος μισανθρώπου αυτού, συνεργάτου του διαβόλου, του ζητώντος μανιωδώς την εμήν απώλειαν. Ώστε λοιπόν, εις όργανον όπου είσαι του Σατανά, ό,τι αυτός σε συμβουλεύει πράττε, κόπτε, φλόγιζε τας εμάς σάρκας, ότι τον Χριστόν μου δεν τον αρνούμαι ποτέ, μήτε σήμερον, μήτε αύριον. Τούτο έστω σοι προς γνώσιν σου».Αφού άκουσε αυτή την ομολογία του Ιωάννη ο δικαστής, τον παρέδωσε στον Πασά, προκειμένου να τον τιμωρήσει, όπως τον έκρινε το δικαστήριο. Για τρεις ημέρες βασάνιζαν τον Άγιο μας, με φρικτά μαρτύρια, τα οποία δεν έγιναν ποτέ γνωστά, αφού το μέρος βασανισμού του ήταν μικρό και απόκρυφο.
Μόνο το τελευταίο του μαρτύριο έγινε γνωστό, από τους γειτονεύοντες στον τόπο του μαρτυρίου του, Χριστιανούς. Συγκεκριμένα τον άκουσαν να λέει: «Χριστέ μου, για την εμή σωτηρίαν εφόρεσες ακάνθινον στέφανον. Εις το δε σήμερον, δια την σην αγάπην ευδόκησας να φορέσω πεπυρωμένον τάσι σιδηρόν, επίτης κεφαλής». (Πύρωσαν δηλαδή ένα σιδερένιο δοχείο και του το έβαλαν στο κεφάλι).
Μετά που είπε αυτά τα λόγια, άκρα σιωπή βασίλευσε στον τόπο του δικού του μαρτυρίου. Ο Άγιος μας παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό.
Ο Πασάς, έδωσε διαταγή, να δοθεί το άγιο βασανισμένο σώμα του στους Χριστιανούς να ταφεί. Και αφού το πήραν το έθαψαν σε τόπο καλούμενο «Σπιτάλια».(Η περιοχή είναι γύρω από την παλιά Υγειονομική Υπηρεσία στο Ηράκλειο).
Ο μαρτυρικός θάνατος του Ιωάννη σκόρπισε θλίψη και αγανάκτηση στους χριστιανούς του Ηρακλείου. Το ημερολόγιο έδειχνε ημέρα Σάββατο 5 Μαΐου 1845. Και όπως αναφέρει ο Στέφανος Νικολαΐδης στα βιογραφικά του σημειώματα «…έγινε φοβερά στάσις των Χριστιανών εναντίον της Κυβερνήσεως δια Αρναουτογιάννην θανατωθέντα δια φρικωδεστάτων βασάνων». Και για να ικανοποιηθεί ο λαός, εξορίστηκε ο πρόεδρος του δικαστηρίου Ρεχίτ – Εφέντης και αντικαταστάθηκε από τον Κουλουκτζή – Μεϊμουρή. Συνολικά για το συγκεκριμένο θέμα έγιναν τρεις στάσεις ων Ηρακλειωτών, μάλιστα σε μια από αυτές φυλακίστηκε και ο ίδιος ο Στέφανος Νικολαΐδης, αλλά «ο λαός με εξεφυλάκισε», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά[1].
Μετά από καιρό, έγινε η ανακομιδή και τα λείψανά του βρέθηκαν ηγιασμένα. Τα πήρε ο Πρόξενος της Ρωσίας και τα έστειλε στο Κίεβο, όπου και φυλάσσονται, μαζί με άλλα αγιασμένα λείψανα.
Την εύρεση του Αγίου μας την οφείλουμε στην εμπεριστατωμένη χρόνια έρευνα του Πανοσιολ. Πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως μας πατρός Χρυσοστόμου Παπαδάκη, ο οποίος μάλιστα συνέγραψε θαυμάσιο βιβλίο για το βίο του Αγίου, αλλά και για το ίδιο το χωριό τον Άγιο Ιωάννη.
Την Ακολουθία του Αγίου έγραψε ο Μ. Υμνογράφος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας κ. Χαραλάμπης Μπούσιας, ενώ το βιβλίο είναι έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.
Το τροπάριο του Αγίου Ιωάννου του Νεομάρτυρος, του εξ Αγαρηνών είναι το ακόλουθο: (Ήχος α΄, Της ερήμου πολίτης)
«Μετανοίας εδείχθης ιερόν ακροθίνιον,
Την μεταστροφήν θείου Παύλου, Ιωάννη μιμούμενος.
Και πίστιν αποπτύσας μιαράν, εδέξω χάριν άνωθεν σοφέ.
Και Χριστόν ομολογήσας, κατηξιώθης στέφους εναθλήσεως.
Δόξα τω δωρησαμένω σοι το φως, δόξα τω σε ενισχύσαντι,
Δόξα τω αναδείξαντί σε, εν παντί μάρτυρα νεόαθλον».
Η μνήμη του τιμάται στις 19 Μαΐου..
ΜΕΘΟΔΙΟΣ Ο ΕΝ ΝΥΒΡΙΤΩ
Ο Άγιος Μεθόδιος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο επί Αραβοκρατίας. Ο ακριβής τόπος καταγωγής του δεν είναι γνωστός. Άγνωστο είναι και το μοναστήρι της κουράς του. Ίσως να είναι το Μοναστήρι του Πρέβελη.
Γνωστός ωστόσο ακούεται ο γέροντάς του, Ευθύμιος, που ασκήτευσε στα βουνά της Νιβρύτου.
Εκεί λοιπόν στη Νίβριτο, ασκήτευσε και ο όσιος Μεθόδιος, και συνδυάζοντας την πραότητα, την υπομονή, την εγκράτεια και πολλές άλλες αρετές, έζησε την καθαρά μοναστική βιοτή ή ακριβέστερα την αναχωρητική3Εκεί λοιπόν στα ψηλά βουνά της Νιβρύτου, που απλώνονται διαδοχικά προς τις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη, στο κατάλληλο αυτό φυσικό τοπίο, βίωσε και ασκήτεψε ο γνήσιος του Θεού ασκητής
Τολμηρό είναι να αναφέρουμε ότι ο Άγιος Μεθόδιος είχε συναντηθεί με τον Όσιο Νικόλαο του Κουρταλιώτη ο οποίος ασκήτευε κι αυτός σε γειτονική περιοχή. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως
υποστηρίζεται από κάποιους ότι ο Όσιος Νικόλαος ασκήτευσε σε μια σπηλιά γειτνιάζουσα στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου κοντά στο χωριό Ζαρός.
Εκεί σώζεται ακόμα και σήμερα Ναός επ’ ονόματι του Οσίου Μεθοδίου της Νιβρύτου. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι κάποιοι συγχέουν τους δυο Αγίου και τους εμφανίζουν ένα και το αυτό πρόσωπο.
Για όλα αυτά βεβαίως χρειάζεται πολλή έρευνα από τους ειδικούς επιστήμονες.
Πλήρης ημερών εξεδήμησες προς Κύριον όπως ποθούσε από παιδί.
Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιουνίου, στο χωριό Νίβρυτο. Το λείψανό του φυλάσσεται στη Μονή Επανωσήφη.
Άγνωστος είναι ο υμνογράφος της ασματικής του Ακολουθίας. Από την προβληματική φιλολογική μέριμνά της εικάζομε ότι πρόκειται για ευσεβή ασκητή ολιγογράμματο. Η Αγιότητα του φεγγίζει στα βουνά της Νιβρύτου και ο οσιακός βίος του διαγράφεται ανάγλυφος μέσα από τα δάση και τα δένδρα, τα νερά και τα ποτάμια, τη σπηλιά και την ησυχία, την ερημιά και τη γοητεία της φυσικής καλλονής του τόπου αυτού.
Ο Όσιος Μεθόδιος δόξασε το Θεό και μεγάλυνε το όνομά Του.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος ά. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐκ Νηβρύτου ὡς ἄστρον, πολιτείας τῆς κρείτονος, δι’ ἀσκητικῆς συντονίας, μυστικῶς ἐξανέτειλας, φαιδρύνων τᾶς χορείας τῶν Κρητῶν, αὐγαίς θεουργικῶν σού ἀρετῶν, καί θαυμάτων ἀγλαϊαις, ἠγιασμένε
Μεθόδιε. Δόξα τῷ σέ ἰσχύσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ ἁγιάσαντι, δόξα τῷ χορηγούντι διά σου, χάριν ἀέναον.
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΚΡΗΣ
Στην καταγωγή ο Άγιος ήταν Κρητικός.
Hγείτο ουδέν Mάρκος ο Kρης το ξίφος,
Bλέπων ακλινώς προς το εκ ξίφους στέφος.
Όταν ήταν μικρό παιδί ,κάποιοι Τούρκοι τον πήραν στη Σμύρνη και με τη βία τον εξισλάμισαν. Ο ίδιος έχοντας συνείδηση ποιος είναι και τι είναι , αναζητούσε ευκαιρία να φύγει.
Κάποτε το κατάφερε , έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συναντήθηκε με τον Μελέτιο Συρίγο, ο οποίος ήταν λόγιος και ενάρετος κληρικός της εποχής εκείνης και ο οποίος συνέγραψε το μαρτύριό του. Σε αυτόν εξομολογήθηκε και του ανακοίνωσε την επιθυμία του να ομολογήσει τον Χριστό και να εξαλείψει την αμαρτία με το αίμα του μαρτυρίου. Ο άγιος αυτός πνευματικός, αφού τον καθοδήγησε κατάλληλα, τον άφησε να φύγει στηρίζοντάς τον με την προσευχή του.
Επέστρεψε λοιπόν στη Σμύρνη ο άγιος και μπροστά σε όλους ομολόγησε τον Χριστό Θεό αληθινό , με πολύ θάρρος , χωρίς να φοβηθεί την βαρβαρότητα των Τούρκων, ενώ παράλληλα εκφράστηκε υποτιμητικά για το Ισλάμ και τον προφήτη. Οι Τούρκοι όταν άκουσαν τα λόγια του και κατάλαβαν την εμμονή του στη χριστιανική πίστη, γιατί ουσιαστικά δεν είχε εξισλαμισθεί, τον άρπαξαν και, δέρνοντάς τον και σπρώχνοντάς τον, τον έφεραν στον κριτή. Εκεί τον κατηγόρησαν πως « ενώ ήταν Τούρκος, τώρα έγινε Ρωμιός και βρίζει την πίστη μας και τον προφήτη μας ».
Ο δικαστής, όταν τ’ άκουσε αυτά, πολύ πικράθηκε και τον ρώτησε : Είσαι Ρωμιός η Τούρκος ;
Ο άγιος νεομάρτυς του απάντησε : «Χριστιανός ήμουν και πάλιν χριστιανός είμαι και τον Χριστόν μου προσκυνώ και λατρεύω και ομολογώ Θεόν αληθινόν. την δε εδικήν σας πίστιν αρνούμαι και αποστρέφομαι» . Ο δικαστής έξαλλος διέταξε να τον δείρουν αλύπητα και να τον κλείσουν στη φυλακή. Αλλά και στη φυλακή τον υπέβαλαν σε φριχτά βασανιστήρια, χωρίς να καταφέρουν να τον λυγίσουν. Μάλλον εκείνοι κουράστηκαν , σε αντίθεση με τον μάρτυρα, ο οποίος ενδυναμωμένος από την χάρη του Θεού, όχι μόνο υπέμενε αγόγγυστα αλλά αναδεικνυόταν γενναιότερος .
Όταν είδαν πως δεν μπορούσαν να τον καταφέρουν να αρνηθεί την πίστη , τον πήγαν πάλι στον δικαστή, ο οποίος τον απείλησε με τα χειρότερα Ο άγιος δεν υπολόγιζε τίποτε, μόνο έλεγε : «Αν και μυρίας βασάνους και μυρίους θανάτους μοι δώσητε , εγώ τον γλυκύτατόν μου Ιησού Χριστό δεν αρνούμαι. Λοιπόν μη χάνετε καιρόν, κάμετε εκείνο οπού βούλεσθε , να ιδήτε πόσην δύναμιν δίδει ο Χριστός μου εις εκείνους οπού πάσχουν δια το όνομά Του ».
Βλέποντας λοιπόν ο δικαστής τη σταθερότητά του στη χριστιανική πίστη διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Τον πήγαν στον τόπο της εκτελέσεως , όπου γονατίζοντας και κλίνοντας την κεφαλή δέχθηκε τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο στις 14 Μαΐου 1643. Ήταν δεκαεπτά ετών.
Οι Χριστιανοί της Σμύρνης με πολλές δυσκολίες και πολλά χρήματα πήραν το λείψανό του και το έθαψαν στην Αγία Φωτεινή, όπου και τον τιμούσαν κάθε χρόνο.
Ο τάφος του και τα λείψανά του όχι απλώς έκαναν θαύματα αλλά ανεδείχθησαν πηγή ιαμάτων για τους πιστούς.
Άγιοι Δέκα Μάρτυρες που μαρτύρησαν στην Κρήτη
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Θεοδουλος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Σατορνινος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Ευπορος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Γελασιος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Ευνικιανος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Ζωτικος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Αγαθοπους Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Βασιλειαδης Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Ευαρεστος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη, Αγιος Πομπιος Που Μαρτυρησε Στην Κρητη
Τοῦ ποιμενάρχου θρέμματα Χριστοῦ δέκα,
Εἰσηλάθη τμηθέντα μάνδρᾳ Μαρτύρων.
Εἰκάδι τῇ τριτάτῃ δέκα ἐν Κρήτῃ τάμον ἄνδρας.
Οι άγιοι Δέκα μάρτυρες μαρτύρησαν τον 3ο αιώνα μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Δέκιος. Από αυτούς, οι μεν Θεόδουλος, Σατορνίνος, Εύπορος, Γελάσιος και Ευνικιανός, ήταν από τη Γορτυνία της Κρήτης. Ο Ζωτικός, από την Κνωσό. Ο Αγαθόπους από το λιμένα Πανούρμου. Ο Βασιλειάδης (ή Βασιλείδης) από την Κυδωνιά. Ο Ευάρεστος και ο Μόβιος (ή Πόμπιος, ή Πόντιος) από το Ηράκλειο.
Και οι δέκα με πολύ ζήλο εργάζονταν για τη διάδοση του Ευαγγελίου στο νησί. Καταγγέλθηκαν στον έπαρχο Κρήτης, που ήταν συνώνυμος του αυτοκράτορα, ονομαζόταν δηλαδή κι αυτός Δέκιος. Ο έπαρχος, όταν είδε την ανθηρή νεότητά τους και το αρρενωπό τους παράστημα, προσπάθησε να τους παρασύρει με πολλές υποσχέσεις εγκόσμιων απολαύσεων και ηδονών. Αλλά όταν είδε ότι τίποτα δεν πετύχαινε, διέταξε να τους μαστιγώσουν, και κατόπιν τους λιθοβόλησαν.
Οι γενναίοι μάρτυρες του Χριστού υπέμειναν ηρωικά τα βασανιστήρια, ενθυμούμενοι τα λόγια του ψαλμωδού: «Ἀνδρίζεσθε καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον» (Ψαλμός Λ' στ. 25). Δηλαδή, να έχετε γενναίο και ανδρείο φρόνημα, και η καρδιά σας ας γίνεται κραταιά και ατρόμητη, όλοι εσείς που ελπίζετε στον Κύριο. Κατόπιν, με διαταγή του έπαρχου, οι στρατιώτες έκοψαν με τα ξίφη τους τις τίμιες κεφαλές των δέκα χριστιανών Αγίων.
Εορτάζει στις 23 Δεκεμβρίου
Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ’. Την ωραιότητα.
Κρήτης τα εύοσμα άνθη τιμήσωμεν, τα διαπνέοντα, οσμήν την ένθεον, Θεόδουλον και Ζωτικόν, Γελάσιον, Σατορνίνον, Εύπορον Ευάρεστον, Αγαθόποδα Πόμπιον, Ευνικιανόν ομού, Βασιλειάδην τε ένδοξον, βοώντες αυτούς αυτούς ομοφρόνως, χαίρε Δεκάς η των μαρτύρων.
Εορτάζει στις 23 Δεκεμβρίου
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Τὴν πολυθαύμαστον Κρήτην τιμήσωμεν, τὴν ἐξανθήσασαν ἄνθη τὰ τίμια, τοὺς μαργαρίτας τοῦ Χριστοῦ, Μαρτύρων τοὺς ἀκρέμονας. Δέκα γὰρ ὑπάρχοντες, ἀριθμῷ οἱ μακάριοι, δύναμιν μυρίοπλον τῶν δαιμόνων κατήσχυναν· διὸ καὶ τοὺς στεφάνους ἐδέξαντο, Μάρτυρες Χριστοῦ οἱ καρτερόψυχοι.
Κάθισμα
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Τῆς Κρήτης οἱ λαμπροί, καὶ σεπτοὶ πολιοῦχοι, ἀθλήσαντες στερρῶς, ἐτροπώσαντο πίστει, τὸν ὄφιν τὸν ἀρχέκακον, καὶ νομίμως ἐστέφθησαν, τούτων σήμερον, τήν ἀξιέπαινον μνήμην, ἑορτάζοντες, μεγαλοφώνως τὸν πάντων, δοξάζομεν Κύριον.
Όσιος Γρηγόριος ο εν Ακρίτα
Ὁ Γρηγόριος ἀρεταῖς λάμψας μέγα,
Λαμπρῶς μεταστάς, καὶ μέγα πλουτεῖ κλέος.
Ο Όσιος Γρηγόριος καταγόταν από τη νήσο Κρήτη και γεννήθηκε περί το 755. Ο πατέρας του ονομαζόταν Θεοφάνης και η μητέρα του Ιουλιανή . Και οι δύο γονείς του ήταν πολύ ευσεβείς άνθρωποι.
Ο Γρηγόριος πέρασε αρκετά χρόνια της ζω ής του μαθαίνοντας γράμματα. Κάποτε όμως η ψυχή του θερμάνθηκε από θείο ζήλο, που τον έκανε να σηκωθεί και να φύγει από την πατρίδα του και να πάει στη Σελεύκεια. Εκεί έμεινε αρκετό χρόνο και τρεφόταν με πολύ λίγο ψωμί και νερό. Στο εικοστό έκτο έτος της ηλικίας του, όταν απέθανε ο αυτοκράτορας Λέων Δ΄ ο Χάζαρος (775-780) και εθριάμβευσε η Ορθοδοξία, πήγε στα Ιεροσόλυμα, επειδή είχε τον πόθο να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Εκεί επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια υπέστη πλείστα δεινοπαθήματα από τους Αγαρηνούς και τους Εβραίους.
Από τους Αγίους Τόπους πήγε στη Ρώμη. Εκεί, είχε την ευτυχία να λάβει και το αγγελικό σχήμα, δηλαδή να γίνει μοναχός. Όταν μετά το θάνατο του Σταυρακίου έγινε αυτοκράτορας ο Μιχαήλ Α΄ ο Ραγκαβές (811-813) και το πηδάλιο της Εκκλησίας είχε στα χέρια του ο ’γιος Νικηφόρος (806-815) απεστάλη στον Πάπα της Ρώμης αντιπροσωπεία. Η τριμελής αντιπροσωπεία, την οποία αποτέλεσαν ο πατρίκιος Θεόγνωστος, ο Αρσάφιος και ο Επίσκοπος Συνάδων Μιχαήλ, εστάλη στο Ακυισγράνο προς τον Κάρολο τον Μέγα, μετά του οποίου συνέγραψε συμφωνία, κατά την οποία ο Κάρολος παραχωρούσε στο Βυζάντιο τη Βενετία και τα παράλια της Αδριατικής, σε αντάλλαγμα δε αναγνωριζόταν σε αυτόν ο τίτλος του αυτοκράτορος .
Ο Επίσκοπος Συνάδων Μιχαήλ συνάντησε εκεί τυχαία τον μακάριο Γρηγόριο, τον οποίο πήρε μαζί του επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη. Μόλις έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Επίσκοπος Μιχαήλ παρέδωσε τον Γρηγόριο στην περίφημη μονή που βρισκόταν στην περιοχή του Ακρίτα και τον συγκαταρίθμησε μεταξύ των μοναχών αυτής. Ήταν το έτος 812. Ίσως η μονή να ήταν αφιερωμένη στη Θεοτόκο και ήταν πατριαρχική και σταυροπηγιακή. Εκεί, λοιπόν, ο ’γιος περνούσε τη ζωή του πολύ ασκητικά. Αλλά και σε άλλες σκληρές δοκιμασίες υπέβαλε τον εαυτό του. Για αρκετό χρονικό διάστημα διέμεινε σε έναν πολύ βαθύ λάκκο, όπου έκλαψε πολύ για την ταραχή που είχε παρουσιασθεί στην Εκκλησία. Έζησε το νέο σάλο τον οποίο δημιούργησε η εγκανιασθείσα δεύτερη εικονομαχική περίοδος υπό του αυτοκράτορος Λέοντος Ε΄του Αρμενίου. Όταν βγήκε από το λάκκο, κλείσθηκε σε ένα πάρα πολύ μικρό κελλί και κάλυπτε το σώμα του μόνο με ένα δερμάτινο χιτώνα. Στον κήπο υπήρχε ένα μεγάλο πιθάρι. Αυτό το πιθάρι το γέμιζε νερό και μόλις βράδιαζε, αφού έβγαζε το χιτώνα του, έμπαινε μέσα και διάβαζε το Ψαλτήριο. Όταν τελείωνε την ανάγνωση του Ψαλτηρίου, έβγαινε πάλι έξω από το πιθάρι. Και έτσι έπραττε όλες τις ημέρες της ζωής του ο Όσιος Γρηγόριος .
Κατ' αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, αφού καλώς αγωνίσθηκε, εναπέθεσε την αγία ψυχή του στα χέρια του κυρίου.
Εορτή 5 Ιανουαρίου
Ἀπολυτίκιον
Ήχος γ'. Την ωραιότητα.
Βίου λαμπρότητι καλλωπιζόμενος, σκεύος πολύτιμον της θείας Χάριτος και καί αρετών υπογραμμός εδείχθης δι' εγκρατείας, Όσιε Γρηγόριε, Κρήτης άγιον βλάστημα, της Ακρίτα Μάνδρας δε ιερόν εγκαλώπισμα. Και νυν μη διαλίπης πρεσβεύων, Πάτερ, υπέρ των σε τιμώντων
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Γ΄, ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο
ΠΑΤΕΛΑΡΟΣ
Ο Άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε περί το 1580.
Καταγόταν από την Αξό Μυλοποτάμου και ήταν υιός του Γεωργίου Πατελάρου γνωστού νοταρίου της εποχής, στο Ρέθυμνο. Η οικογένεια του κατείχε υψηλή κοινωνική θέση και αυτό τον βοήθησε στις σπουδές
του. Την εγκύκλιο μόρφωσή του έλαβε στο Ρέθυμνο και στη συνέχεια σπούδασε στην Σχολή του Σιναϊτικού Μετοχίου της Αγ. Αικατερίνης του Χάνδακα
.Εκεί Εκάρη Μοναχός με το όνομα Ανανίας και χειροτονείται διάκονος. Σπούδασε Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Φιλοσοφία και ΘεολογίαΕγκαταλείπει την Κρήτη και μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, όπου
εγκαταβιώνει αρχικά στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου. Από εκεί επισκέπτεται για προσκύνημα τους Αγίους τόπους και το όρος Σινά και επιστρέφει στο Άγιον Όρος. Την ίδια περίοδο χειροτονείται Πρεσβύτερος με το όνομα Αθανάσιος
όπου έμεινε και γνωστός στην ιστορία της ΕκκλησίαςΗ φήμη του εξαπλώνεται και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης, μαθαίνοντας για τον ένθεο ζήλο του τον καλεί στο Πατριαρχείο και του αναθέτει τα καθήκοντα του προσωπικού του γραμματέα και συμβούλου. Το 1630 εξελέγη Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και τέσσερα χρόνια αργότερα το 1634, εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης, ως Αθανάσιος ο Γ΄
Θα παραμείνει όμως στον θρόνο μόνο για σαράντα μέρες όπου αναγκάζεται να παραιτηθεί, λόγω των δυσμενών συνθηκών που επικρατούσαν στο Πατριαρχείο την εποχή εκείνη.Το 1639 ο πατριάρχης Παρθένιος Α΄ παραχώρησε στον Αθανάσιο για 2η φορά την Μητρόπολη Θεσσαλονίκης και την Ι. Μ. Βλατάδων, αλλά το 1643 ο Αθανάσιος ευρισκόμενος στη Μολδαβία, κέρδισε την συμπαράσταση του ηγεμόνος Βαλείου και με τη βοήθειά του αναρριχήθηκε πάλι εις τον Πατριαρχικό Θρόνο (1652) Την ίδια ημέρα της εκθρονίσεως εκήρυξε με βάση το χωρίο «Σύ εἰ Πέτρος καί ἐπί ταύτη τή Πέτραοἰκοδομήσω μου τήν Ἐκκλησίαν» και αντέκρουσε με ιδιαίτερη οξύτητα το παπικό πρωτείο. Τα ισχυρά επιχειρήματα του ανάγκασαν τον λατινόφρονα Αθανάσιο τον Κύπριο να συντάξει ειδική πραγματεία με τίτλο, «Αντιπατελλάριον»,το οποίο κυκλοφόρησε το 1655. Μετά τη νέα του αυτή παραίτηση αποσύρεται στο Άγιο Όρος, όπου ανακαινίζει το καθολικό του Αγίου Ανδρέα στην Ιερά Μονή Ξύστρου στις Καρυές. Το 1653 μεταβαίνει στη Μόσχα όπου τον υποδέχονται με μεγάλες τιμές ο Τσάρος Αλέξιος Μιχαήλοβιτς και ο Πατριάρχης Νίκωνας.
Ένα χρόνο αργότερα φεύγει από την Μόσχα και καταφεύγει στην Ουκρανία στη Μονή Μεταμορφώσεως της Πόλης Λούμπνην της περιοχής Poltana. Εκεί εξασθενημένος από τον βαρύ χειμώνα κοιμήθηκε οσιακά την 5η Απριλίου του 1654.
Ο Μητροπολίτης Γάζης Παΐσιος σε επίσκεψή του σε αυτήν την Μονή, 8 χρόνια αργότερα, είπε στους μοναχούς ότι τον επισκέφθηκε στον ύπνο του ο Άγιος, και ζήτησε να ανοιχθεί ο τάφος του. Οι Μοναχοί άνοιξαν τον τάφο και βρήκαν το σκήνωμα του Αγίου άφθαρτο και ευωδιάζον. Έτσι δόθηκε άδεια την ίδια χρονιά το 1662 από τον Μητροπολίτη Κιέβου να τοποθετηθεί επίσημα το σκήνωμα στο Καθολικό
της Μονής για προσκύνημα και ορίστηκε ως ημέρα μνήμης του η 2αΜαΐου, ημέρα μνήμης της ανακομιδής των Λειψάνων του Ομώνυμου του, του Μεγάλου Αθανασίου Πατριάρχου Αλεξανδρείας..
Εξαιτίας ποικίλων περιπετειών της Μονής το Σκήνωμα γνώρισε διάφορες μετακινήσεις, και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Μόλις το 1930 αποδόθηκε στην Εκκλησία, κατόπιν ενεργειών του Μητροπολίτου Χαρκόβου και Μπογοδούχωφ κ.κ. Νικοδήμου.
Σήμερα το Σκήνωμα φυλάσσεται Άφθαρτο στο καθεδρικό ναό Χαρκόβου της Ουκρανίας και αποτελεί πηγή αγιάσματος και ιαμάτων προς του Ορθόδοξους Χριστιανούς της Ουκρανίας και της Ρωσίας αλλά και όλων των Ορθοδόξων.
Στις 21 Αυγούστου του 1993 τμήμα του Ιερού λειψάνου του μετακομίστηκε στη γενέτειρά του. Από τότε, κατά την ημέρα αυτήν, καθιερώθηκε η εορτή της μετακομιδής των λειψάνων του στην Αξό
Μυλοποτάμου
Την 21ην Αυγούστου 2008 ημέρα μνήμη του Αγίου τελέστηκαν τα Εγκαίνεια του επ΄ ονόματι του, νεόδμητου ναού στη γενέτειρά του, Αξό Μυλοποτάμου. Τα Εγκαίνια ετέλεσε ο Μακαριώτατος Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και Πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος.
Απολυτίκιον
Ποίημα Μητρ. Ρεθ. & Αυλ. Ανθίμου Συριανού
15
Ἦχος πλδ΄ Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ
Γέννημα θεῖον τῆς Ἀξοῦ, Κρητῶν ἁπάντων σέμνωμα εὐκλεώτατον.
Βασιλευούσης ὁ ποιμήν, καί τοῦ Χαρκόβου πολύτιμον θησαύρισμα. Ἀθανάσιε
σοφέ, χάριν πλουσίαν ἄνωθεν ἔλαβες ἀθανατίζουσαν. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ
Θεῷ σωθῆναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν. γειών του Μητροπολίτου Χαρκόβου και Μπογοδούχωφ κ.κ. Νικοδήμου
Οἱ Τρεῖς Νεομάρτυρες Ἀπόστολος, Ζαχαρίας καί Δημήτριος ἐξ Ἄνω Μουλίων
Τούς βλαστούς τῶν Μουλίων, καί τῆς Κρήτης ἀδάμαντας, σύν τῷ θαυμαστῷ Ἀπoστόλῳ, Ζαχαρίαν, Δημήτριον, τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις εὐσεβῶς, ὡς νέους Ἀθλοφόρους τοῦ Χριστοῦ˙ ἀναβλύζουσι γάρ χάριτος δωρεᾶς, τοῖς εὐσεβῶς κραυγάζουσι˙ δόξα τῷ θαυμαστώσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ μεγαλύναντι, δόξα τῷ χορηγοῦντι δι᾽ ὑμῶν, ἔλεος ἄνωθεν.
Στήν ἐπιστημονική σειρά «Κρητικά Χρονικά», τ. Η΄, 1954, σελ. 23, ἡ Κ. Τσατσαρωνάκη δημοσίευσε «Ἔκθεση ὠμοτήτων τοῦ 1866» στήν ὁποία ἀναφέρεται: «Μούλια, Ἐκ τῶν 20 οἰκιῶν τάς 10 ἔκαυσαν, τήν Ἐκκλησίαν «Ἅγιοι Ἀπόστολοι» βεβηλώσαντες κατεύκασαν. Κατά τόν Αὔγουστον τοῦ 1867 συλλαβόντες τούς ὑποτεταγμένους Δημήτριον Μανουσάκην, Ἀπόστολον Χοιρομουριδάκην καί Ζαχάρην Κορνιλάκην δέσαντες τάς χεῖρας, ἐξωρύξαντες τούς ὀφθαλμούς, ἀπεκόψαντες τάς χεῖρας, τήν ῥίνα, τά ὦτα, τά χείλη άπεκεφάλισαν».
Μικρό 4/σέλιδο ἔντυπο μέ πληροφορίες τῆς περιοχῆς γιά τήν θυσία τῶν Ἁγίων κυκλοφόρησε ὁ π. Ἐμμ. Λεκάκης, Ἐφημέριος Ἄ. Μουλίων. Βιβλίο μέ ἀναλυτικές παρουσιάσεις συνέγραψε ὁ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Χρυσόστομος Παπαδάκης, Πρωτοσύγκελλος τῆς Ἱ. Μητροπόλεώς μας, μέ τίτλο: «Τῶν Ἁγίων Τριῶν Κρητῶν Νεομαρτύρων τῶν ἐκ Μουλίων Ἀποστόλου, Δημητρίου καί Ζαχαρίου, βίος, ἀκολουθία, παρακλητικοί κανόνες, ἔκδοσις Ἐνορίας Ἄ. Μουλίων, 2004».
Οἱ ὠμότητες εἶχαν ἔντονο χαρακτῆρα. Οἱ χριστιανικές οἰκογένειες τῶν Ἄ. Μουλίων ἀναγκάστηκαν νά φύγουν μόλις ἐντάθηκε ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1866. Οἱ οἰκογένειες τῶν Νεομαρτύρων, κατέφυγαν στό φαράγγι πάνω ἀπό τό Ζαρό στόν Ἅγ. Νικόλαο.
Ὅταν ἔφθαναν στό Μουλιανό Πόρο, ἔπεσαν σέ περίπολο τήν ὁποία ἀποτελοῦσαν Ἀξεντιανοί ὀθωμανοί, οἱ ὁποῖοι φημίζονταν γιά τά βάρβαρά τους ἔνστικτα. Οἱ ἔφιπποι τῆς περιπόλου τούς ἔφθασαν στήν περιοχή Ἅγ. Βασίλειος. Οἱ τρεῖς δέν κρατοῦσαν ὅπλα, οὔτε δημιούργησαν συμπλοκή. Συνελήφθησαν ὁ Δημήτριος καί ὁ Ἀπόστολος. Ἀρνήθηκαν νά ἀλλαξοπιστήσουν καί τούς ὑπέβαλλαν σέ φρικτά βασανιστήρια. Τούς χτύπησαν ἀλύπητα, τούς ἔκοψαν τά χέρια, τή μύτη καί τά αὐτιά, τούς ἔβγαλαν τά μάτια καί τέλος τούς θανάτωσαν διά σφαγῆς. Τόν Ζαχαρία τόν ἄφησαν τελευταῖο γιά νά δεῖ τά βασανιστήρια τῶν ἄλλων καί νά λυγίσει. Συνέβη ὅμως τό ἀντίθετο, γι᾽ αὐτό ἀφοῦ τοῦ πέρασαν γύρω ἀπό τήν μέση ἕνα σχοινί, τό ἔδεσαν στή σέλα ἑνός ἀλόγου καί τόν ἔσερναν μέ ταχύτητα πάνω στά βράχια καί τά κλαδιά. Κρατήθηκε ἀπό τόν κορμό μιᾶς ἀγριαχλαδιᾶς καί τότε τοῦ ἔκοψαν μέ σπαθί καί τά δυό χέρια. Ἐκεῖ τόν ἀποτέλειωσαν χτυπώντας τον στό κεφάλι ἑπτά φορές. Αὐτές οἱ ἑπτά σπαθιές φαίνονται στό κρανίο του. Κάποιοι χριστιανοί ἔσπευσαν στούς τόπους τοῦ μαρτυρίου. Δίπλα ἀπό τόν τόπο πού μαρτύρησαν οἱ δυό πρῶτοι, βρισκόταν ἕνα ρυάκι. Στήν κοίτη του πού ἦταν τό χῶμα μαλακό ἔσκαψαν πρόχειρα καί ἔθαψαν καί τούς τρεῖς.
Κάθε βράδυ παρουσιάζονταν τρία φῶτα πάνω ἀπό τόν τόπο τῆς ταφῆς. Ἄλλαξε ὁ ροῦς τοῦ ρυακιοῦ καί τοῦτο γιά νά μήν παρασύρουν τά νερά τό ἁπαλό χῶμα τῶν τάφων καί παρασύρουν τά ἱ. σκηνώματα. Μέ ἐνύπνιο σέ συγχωριανό τους, ζήτησαν οἱ Ἅγιοι νά γίνει ἡ ἐκταφή τους καί νά μεταφερθοῦν τά ἱ. λείψανα στό Ν. τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων. Ἔγινε ἡ ἐκταφή καί τοποθετήθηκαν τά λείψανα σέ ἕνα σεντούκι. Μεταφέρθηκαν στό Ναό τοῦ χωριοῦ καί τοποθετήθηκαν στήν ἀριστερή κόγχη πρό τοῦ ἱ. Βήματος. Μέ τόν καιρό, ἄρχισε νά παρουσιάζεται πάνω ἀπό τό σεντούκι ἕνα παράδοξο θέαμα, ἐμφανίστηκε ἱστός ἀράχνης πού μέρα μέ τή μέρα πύκνωνε καί πάνω σ᾽ αὐτόν σχηματίστηκαν τά πρόσωπα τῶν Ἁγίων.
Μετά τό μαρτύριο, οἱ ὀθωμανοί δέν εἶχαν ἡσυχάσει, γι᾽ αὐτό καί προξένησαν δεινά στίς οἰκογένειες τῶν Ἁγίων, ὅπως ἡ ἀπαγωγή μιᾶς ἀπό τίς τρεῖς θυγατέρες τοῦ μάρτυρα Ζαχαρία, πού τήν ἔλεγαν Παπαδιά, τήν ὁποία πούλησαν σκλάβα στήν Κων/πολη. Ἐκεῖ παντρεύτηκε κάποιο χριστιανό καί ἔκανε οἰκογένεια. Αὐτή εἶδε σέ ἐνύπνιο τόν πατέρα της, ὁ ὁποῖος τῆς εἶπε νά σκάψει ὁ Ἰωσήφ Χασουράκης, τότε παιδί, (διππάπους τοῦ σημερινοῦ Ἐφημερίου Ἄ. Μουλίων, π. Ἰωάν. Χασουράκη) μέσα στήν Ἐκκλησία καί στόν τόπο ὅπου εἶχαν τοποθετηθεῖ ἀρχικά τά ἅγ. λείψανα, διότι θά εὕρισκαν ἁγίασμα μέ τό ὁποῖο θά γίνονταν πολλές θεραπεῖες. Ἡ Παπαδιά ἦλθε ἀπό τήν Κων/πολη καί διηγήθηκε τό ἐνύπνιό της. Πράγματι, σέ βάθος δυό μέτρων, βρέθηκε τό ἁγίασμα καί πολλοί ἀσθενεῖς ἔρχονταν ἀπό πολλά μέρη τῆς Κρήτης καί γιατρεύονταν. Ὁ χῶρος αὐτός τοῦ ἁγιάσματος σήμερα εἶναι προστατευμένος.
Τό 1946, ὁ π. Μιχ. Τσαφαντάκης ἐφημέριος τῆς Ἐνορίας, ἔβαλε τόν ἀνιψιό του Κων. Π. Ἀποστολάκη νά ἀντικαταστήσει φθαρμένο σοβά στά χαμηλά μέρη τοῦ Ἱ. Βήματος. Χτυπώντας κατάλαβε ἀπό ὑπόκωφο θόρυβο πού ἄκουσε, ὅτι μέσα στόν τοῖχο ὑπῆρχε κενό. Φώναξε τό θεῖο του Ἱερέα καί ἀφοῦ ἀφαίρεσαν τό λεπτό κτῖσμα, βρῆκαν τό ἐντοιχισμένο ντουλαπάκι καί μέσα σ᾽ αὐτό τό σεντούκι μέ τά ἅγ. λείψανα. Καθώς τό ἄνοιξαν, ὁ Ναός πλημμύρισε ἀπό ἔντονη θεία εὐωδία ἡ δέ ὀροφή τοῦ Ναοῦ, γέμισε μυροβόλες σταγόνες ἁγιάσματος. Τό σεντούκι εἶχε ὑποστεῖ φθορά καί θεώρησαν καλύτερο νά τοποθετήσουν τά λείψανα, μέσα σέ μεταλλικό δίσκο καί στή συνέχεια νά τά βάλλουν στό ἴδιο κούφωμα.
Στίς 23 Αὐγούστου 1981, λειτούργησε στά Μούλια ὁ μακαριστός Μητροπ. Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Κύριλλος, ἔγινε τό ἄνοιγμα τῆς μικρῆς αὐτῆς κρύπτης καί ἡ μετακομιδή τῶν λειψάνων στόν κυρίως Ναό.
Στίς 23 Αὐγούστου 2011, ὁ Σεβ. Μητροπ. Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Μακάριος, τέλεσε μέ τεμάχια τῶν ἱ. λειψάνων τῶν Ἁγ. Τριῶν Νεομαρτύρων τά ἱ. ἐγκαίνια τοῦ πρός τιμήν τους ἀνεγερθέντος Ἱ. Ναοῦ στά Ἄ. Μούλια, μέ δαπάνες τῶν ἐκ τῶν συγγενῶν τῶν Ἁγίων, Κων/νου Ἀποστολάκη καί Ἐμμ. Ἀναγνωστάκη.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης
Ο Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε»
Ο Όσιος Νίκων γεννήθηκε σε ένα χωριό του Πόντου, κοντά στην Τραπεζούντα στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνος. Ήταν γόνος επιφανών και ευσεβεστάτων γονέων και από μικρός ήταν αφοσιωμένος στα θεία με όλη του τη ψυχή, ακολουθώντας το παράδειγμα των γονέων του. Σαν παιδί περιφρονούσε τις διασκεδάσεις, τους χορούς και γενικά τις κοσμικές τέρψεις της εποχής του και ζούσε βίο εγκρατή επιθυμώντας να αφιερωθεί στο Θεό. Ο πατέρας του ήταν πολύ πλούσιος γαιοκτήμονας και θα μπορούσε να εξασφαλίσει στο γιο του όλα τα μέσα για μια άνετη ζωή. Πλην όμως ο μικρός Νικήτας – έτσι ήταν το όνομα του Αγίου πριν γίνει μοναχός – θεωρούσε ως μάταια και απατηλά τα αγαθά του παρόντος κόσμου και επιθυμούσε την κατάκτηση της αιωνιότητος και της σωτηρίας, ψάχνοντας για την κατάλληλη ευκαιρία.
Μια ημέρα, λοιπόν, ο πατέρας του τον έστειλε να επισκεφθεί την αγροτική περιουσία του. Η αφθονία των κτημάτων όμως δεν προξένησε καμιά ευχαρίστηση στην ψυχή του, αλλά αντίθετα η αθλιότητα την οποία παρατήρησε στους φτωχούς εργάτες, γέννησε μέσα στην ψυχή του ένα αίσθημα συμπαθείας μεν προς τους φτωχούς καλλιεργητές, και αποστροφής από την άλλη προς τη ζωή, του κόσμου και της ύλης. Έτσι, εγκατέλειψε τα πλούτη, την οικογένειά του, την πατρίδα του, ακολούθησε δύσβατους δρόμους και έφτασε στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας. Εκεί έλαβε το αγγελικό σχήμα του μοναχού και από Νικήτας ονομάστηκε Νίκωνας. Στη μονή ο Νίκων προόδευε συνεχώς πνευματικά, τόσο με την προσευχή και τη μελέτη, όσο και με την εργασία και την εγκράτεια. Η παραμονή του όμως δεν διάρκεσε πάνω από 12 χρόνια. Οι αναζητήσεις του πατέρα του τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει το μοναστήρι και να διαμείνει για τρία ολόκληρα χρόνια σε τόπους έρημους και άγνωστους.
Στη συνέχεια ο Όσιος Νίκων αναλαμβάνει ιεραποστολική δράση, γίνεται μέγας κήρυκας του ευαγγελίου και συνισταμένη του κηρύγματός του είναι η μετάνοια. Σαν άλλος, λοιπόν, Ιωάννης Πρόδρομος, κήρυττε στα πλήθη και τους ζητούσε να μετανοήσουν. Γι’ αυτό ακριβώς έλαβε και την προσωνυμία Νίκων “ο Μετανοείτε”.
Ο Νίκων, αφού περιήλθε πολλές χώρες της Ανατολής, έφθασε στη νήσο Κρήτη, όπου παρέμεινε επτά (7) χρόνια και κατόρθωσε να οδηγήσει πολλούς από τους κατοίκους του νησιού στην αληθινή χριστιανική πίστη, ενώ έχτισε ναούς και εγκατέστησε ιερείς μετά τήν ἀπελευθέρωσή της ἀπό τόν Νικηφόρο Φωκᾶ (961), γιά τήν ἐνίσχυση τῆς πίστης τοῦ χειμαζόμενου χριστιανικοῦ ποιμνίου. Ἐπειδή καλοῦσε μέ τά κηρύγματά του συνεχῶς στή μετάνοια, ὀνομάστηκε «ὁ Μετανοεῖτε».
«Για τη στερέωση του θρησκευτικού φρονήματος ο Νίκων έκτισε πολυάριθμες εκκλησίες. Αναφέρεται συγκεκριμένα η εκκλησία της Αγίας Φωτεινής, που έκτισε ο Νίκων σε απόσταση τριών ημερών πορείας από τη Γόρτυνα». Θεοχ. Δετοράκη, Ιστορία της Κρήτης . Μέχρι σήμερα ἄνθρωποι τῆς περιοχῆς τοῦ οἰκισμοῦ Ἁγιά Φωτιά τῆς Μεσαρᾶς, μέ Ἱ. Ν. τῆς Ἁγ. Φωτεινῆς, μέ τοιχογραφίες τοῦ 12ου αἰ., ἀναφέρονται σέ συγκεκριμένο θαῦμα, μέ ἐνδιαφέρουσες πτυχές καί ἐκεῖ διαμονή καί διεύλευση τοῦ Ἁγ. Νίκωνος. Από την Κρήτη ο Όσιος πήγε στην Επίδαυρο της Αργολίδος και κατόπιν στην Αθήνα, όπου έτυχε καλής υποδοχής. Μετά πήγε στην Εύβοια, όπου έκανε πολλά θαύματα. Κατόπιν μετέβη στη Θήβα και από εκεί στο κύριο μέρος της δράσης του την Πελοπόννησο. Πέρασε από την Κόρινθο, το Άργος, το Ναύπλιο, πήγε στη Σπάρτη όπου έχτισε δύο ναούς και κατόπιν μετέβη στη Μάνη, Καλαμάτα, Κορώνη, Μεθώνη και Μεσσήνη. Μετά κατευθύνθηκε προς την Αρκαδία, όπου κήρυξε για αρκετό καιρό και τελικά εγκαταστάθηκε στην πόλη των Λακώνων, στη Σπάρτη.
Στη Σπάρτη ο Όσιος ανέπτυξε αξιόλογη δράση, ενώ την απήλλαξε και από τη μάστιγα των Ισραηλιτών, που με την άσχημη διαγωγή τους επηρέαζαν τον πληθυσμό και αποτελούσαν εμπόδιο στην ηθικοπλαστική προσπάθεια που έκανε ο Νίκων. Επίσης έκανε και θαύματα. Υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με την ίαση ασθενών που πήγαιναν σ’ αυτόν ή που πήγαινε ο ίδιος σ’ αυτούς, ενώ τα θαύματα συνεχίζονται και μετά τον θάνατό του, που τοποθετείτε το 998 μ.Χ..
Ο Όσιος Νίκων “ο Μετανοείτε”, είναι ο πολιούχος και προστάτης της πόλεως της Σπάρτης και η μνήμη του τιμάται με ιδιαίτερες τιμές από την τοπική μας Εκκλησία, στις 26 Νοεμβρίου.
Ἀπολυτίκιον Ὁσίου Νίκωνος
Ἦχος γ’ - Θείας Πίστεως
Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων, θείαν λάρνακα, τῶν σῶν λειψάνων, ἀναβρύουσαν πηγὰς τῶν ἰάσεων, καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεων, τοὺς σοὶ προστρέχοντας Πάτερ ἐκ πίστεως. Νίκων Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Η Αγία Νεομάρτυς Μαρία η Μεθυμοπούλα
Μαρτύρησε στις 29 Μαϊου
Η Αγία καταγόταν από το χωριό Κάτω Φουρνή της επαρχίας Μεραμβέλλου της Κρήτης. Την ερωτεύτηκε ένας Τούρκος χωροφύλακας, ο οποίος ήθελε να την κάνει σύζυγό του, αφού, εννοείται, εκείνη εξισλαμιζόταν πρώτα. Η κοπέλα ούτε που ν’ ακούσει ήθελε κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και δεν του έδινε καμιά σημασία. Εκείνος κυριολεκτικά την παρακολουθούσε, όποτε έβγαινε από το σπίτι της για δουλειές της και προσπαθούσε με χίλιες δυο υποσχέσεις να την κάνει να τον δεχτεί .
Είδε κι απόειδε πως όχι μόνο δεν τον αποδεχόταν αλλά τον αποστρεφόταν μάλιστα και αποφάσισε να την εκδικηθεί.
Κάποια μέρα που η Μαρία είχε ανέβει σε μια μουριά για να μαζέψει φύλλα για τους μεταξοσκώληκες την πυροβόλησε κατάστηθα. Η σφαίρα διαπέρασε την καρδιά που δεν είχε κατορθώσει να υποτάξει με τις απειλές του και η αγνή κόρη έπεσε από κλαδἰ σε κλαδί στο έδαφος ενώ η αγία της ψυχή πέταξε στον ουράνιο Νυμφίο της. Τον δε φονιά ούτε καν ρώτησε η Διοίκηση, για ποιο λόγο έκανε τέτοιον άδικο φόνο.
Βίος καὶ Μαρτύριον τῶν Ἁγίων Πέντε Κανονικῶν Παρθένων ἐν Κρήτῃ
Ἡ μνήμη τους τιμᾶται στὶς 9 Ἰουνίου.
Ἡ πεντάριθμη αὐτὴ χορεία ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Σαβωρίου, Βασιλέως τῶν Περσῶν τὸ 330 μ.Χ. Τόπος καταγωγῆς τους ἡ Ἀργυρούπολη Ρεθύμνης1, ὅπου ὑπάρχει μέχρι καὶ σήμερα ἀρχαιολογικὸς χῶρος μὲ ναΰδριο ἀφιερωμένο στὴ μνήμη τους. Τὰ ὀνόματά τους τὰ ὁποῖα γράφτηκαν στὴν αἰωνιότητα εἶναι Μάρθα, Μαρία2, Ἐνναθά, Θέκλα καὶ Μαριάμνη.
Ἔζησαν στοὺς χρόνους τῶν διωγμῶν. Καὶ ἐνῶ οἱ Χριστιανοὶ διώκονταν, ἡ πεντάκλωνη αὐτὴ χορεία μοναζουσῶν ἀνέβαινε τὴν κλίμακα τῆς ἁγιότητας μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἄθληση. Ἔζησαν τὸν μοναχικὸ βίο, πρὶν ἀκόμα ὀργανωθοῦν συστηματικὰ τὰ μοναστικὰ ἰδεώδη. Μέσα ἀπὸ τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ τοὺς νέκρωναν τὰ πάθη τοῦ σώματος καὶ δυνάμωναν τὸ πνεῦμα τους. Ἀνδρώνεται, δυναμώνεται, καὶ σκληραγωγεῖται ὁ μοναχὸς τόσο, ὅσο ἀγωνίζεται στὸν αὐτοέλεγχο, στὴν περισυλλογή, στὴν αὐτογνωσία καὶ αὐτοεξετάζεται συνειδητὰ στὸν κώδικα τῶν κανόνων καὶ κανονισμῶν τῆς μοναστικῆς ἰδιοτυπίας. Ἔτσι καλλιεργεῖται ἡ ἠθικὴ φιλοσοφία τῆς μοναστικῆς ζωῆς, ποὺ εἶναι θεολογία ἀνόθευτης Ὀρθοδοξίας. Καὶ ἐνῶ αὐτὲς πρόκοβαν πνευματικά, ὁ λειτουργός τους, ὁ Ἱερέας τους Παῦλος, κυριευόταν ἀπὸ φιλαργυρία. Στάθηκε προδότης τῆς χριστιανικῆς βιωτῆς τους, φιλάργυρος Ἰούδας καὶ βρόχος τρισάθλιος τῆς ὡραίας ψυχῆς τους.
Ἡ φιλαργυρία τοῦ Ἱερέα γίνεται ἀντιληπτὴ στὸν ἀρχιμάγο τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος τὸν καταδίδει στὸν ἄρχοντά του μὲ σκοπὸ νὰ κερδηθεῖ ὁ συναγμένος πλοῦτος του. Διότι ὅσοι δὲν προσκυνοῦσαν τὰ εἴδωλα καὶ ἰδιαίτερα οἱ Χριστιανοὶ ποὺ δὲν ἀρνοῦνταν τὴν πίστη τους, οἱ εἰδωλολάτρες βασιλεῖς τοὺς καταδίκαζαν σὲ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ ἔτσι κέρδιζαν τὰ πλούτη τους καὶ τὶς περιουσίες τους.
Τὸ πρόσταγμα δόθηκε, νὰ παρουσιαστεῖ ὁ ἱερέας μὲ τὴ συνοδεία τοῦ μπροστὰ στὸν Ἄρχοντα καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Θεὸ Ἥλιο. Οἱ παρθένες ἀρνήθηκαν, ἐνῶ ὁ Ἱερέας, ὡς δεύτερος Ἰούδας, ὑπολόγισε στὰ ἀργύρια, καὶ στὴν διάσωση καὶ διασφάλιση τῆς περιουσίας του. Ἔτσι προσκυνᾶ τὰ εἴδωλα, γεύεται αἷμα θυσιῶν, καὶ ὑπακούει ἀναντίρρητα σὲ κάθε πρόσταγμα. Ταυτόχρονα παροτρύνει καὶ τὶς παρθένες νὰ πράξουν τὸ ἴδιο, αὐτὲς ἀντιστέκονται σθεναρὰ μὲ πρῶτο τίμημα νὰ δαρθοῦν ἀνηλεῶς ἐπὶ πολλὲς ὧρες. Ἡ ἀπάντησή τους ἦταν ὅτι προσκυνοῦμε μόνο τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό. Τότε ὁ πονηρὸς καὶ μιαρὸς Βασιλιὰς σκέφτεται δόλια καὶ προτείνει στὸ φιλάργυρο ἱερέα νὰ φονεύσει μὲ ξίφος αὐτὸς τὶς πέντε παρθένες γιὰ νὰ κερδίσει τὸν πλοῦτο του.
Αὐτὸς μπροστὰ στὸ φόβο νὰ χάσει τὸ θησαυρό του, ὑπακούει στὸν δυνάστη καὶ ἀποκεφαλίζει τὶς ἀγωνίστριες τῆς εὐσεβείας. Τελικὰ τὸ μόνο ποὺ κέρδισε ὁ φιλάργυρος ἱερέας ἦταν νὰ χάσει καὶ αὐτὸς τὸ κεφάλι τοῦ ἀφοῦ πίστευσε τὸν δόλιο Ἄρχοντα ὅτι, ἂν πράξει αὐτὸ ποὺ τὸν πρόσταξε, θὰ τὸν ἄφηνε ἐλεύθερο μὲ ὅλο τὸ συναγμένο πλοῦτο του. Ὅμως ἐκείνη τὴ νύχτα τὸν σκότωσαν καὶ τὸν ἔριξαν στὰ σκυλιὰ ὡς βορὰ καὶ ἅρπαξαν καὶ τὴν περιουσία του. Ἔτσι ζημιώθηκε δίπλα ὁ τρισάθλιος Παῦλος, ἐνῶ τὰ ἅγια λείψανα τῶν πέντε ὁσιομαρτύρων, τὰ πῆραν οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ καὶ τὰ τοποθέτησαν σὲ ἰσάριθμες λάρνακες καὶ τὰ ἐνταφίασαν μὲ μεγάλες τιμές.
Σεμνύνεται τὸ Ρέθυμνο στὴν ἑορτὴ τῶν πέντε Παρθένων, στὴ μικρὴ Ἐκκλησία τους στὴν κοιλάδα τῆς Ἀργυρουπόλεως. Ὁ ἀρχαιολόγος καθηγητὴς Μιχ. Δέφνερ ὁμιλεῖ περὶ «οἰκογενειακοῦ εἰδωλολατρικοῦ τάφου τῆς Ἑλληνορωμαϊκῆς ἐποχῆς ποὺ ἔγινε προσκύνημα πέντε χριστιανῶν Μαρτύρων». Ἐντυπωσιάζει ὁ χῶρος αὐτὸς (πλάτος 2,70, μῆκος 3,20, ὕψος 1,80 καὶ βάθος 0,90). Εἶναι πέντε διαμερίσματα. Τὸ Β´ καὶ Γ´ εἶναι τάφοι γιὰ μεγάλους. Τὸ Δ´ καὶ Ε´ τάφοι γιὰ παιδιά. Ὁ ἐνδιάμεσος χῶρος εἶναι γιὰ σπονδές. Ἡ εὐλάβεια τῶν Ρεθυμνίων ραίνει ἐόρτια μὲ τὰ ροδοπέταλα τῆς πίστεώς της τὰ θερινὰ αὐτὰ ἄνθη τῆς πεντάκλωνης ἀνθοδέσμης τοῦ Ἰουνίου.
Ὑποσημειώσεις
Ἡ Ἀργυρούπολη ἀπέχει 27 χλμ. ἀπὸ τὸ Ρέθυμνο καὶ βρίσκεται στὴ διαδρομὴ τῆς Παλαιᾶς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ρεθύμνου – Χανίων. Τὸ χωριὸ εἶναι χτισμένο στὴ θέση τῆς ἀρχαίας Λάππας καὶ συνδυάζει σπάνια φυσικὴ ὀμορφιὰ καὶ ἱστορία. Ἡ Λάππα ἦταν μιὰ ἀπὸ τὶς σημαντικότερες πόλεις τῆς Δυτικῆς Κρήτης κατὰ τὰ ρωμαϊκὰ χρόνια καὶ ὑπολογίζεται ὅτι κατοικοῦσαν σ᾿ αὐτὴ περὶ τοὺς δέκα χιλιάδες ἄνθρωποι. Ἡ πόλη ὅμως εἶναι πολὺ ἀρχαιότερη καὶ ἡ δράση τῆς ἔνδοξη, ἤδη ἀπὸ τὸ 220 π. Χ., ὅταν παρεῖχε ἄσυλο στοὺς ἐκδιωκόμενους Λυττίους ἀπὸ τὴν ἰσχυρὴ Κνωσό. Ἂν βρεθεῖτε στὴν περιοχή, ἀξίζει νὰ ἐπισκεφθεῖτε τὶς πηγὲς στὴ θέση Ἁγία Δύναμη, ὅπου μέσα στὸ σπήλαιο βρίσκεται τὸ ὁμώνυμο ἐκκλησάκι. Οἱ μικροὶ γραφικοὶ καταρράκτες, οἱ ξύλινοι νερόμυλοι καὶ ἡ πυκνὴ βλάστηση χαρακτηρίζουν τὸ τοπίο. Στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ βρίσκεται ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη, χτισμένη τὸν 17ο αἰώνα, δίπλα στὸ λαογραφικὸ μουσεῖο ὅπου ὁ ἐπισκέπτης ἔχει τὴν εὐκαιρία νὰ δεῖ εἴδη λαϊκῆς τέχνης, ἐνδυμασίες, ἐργαλεῖα καὶ οἰκιακὰ σκεύη ποὺ χρησιμοποιοῦνταν κατὰ τὸ παρελθόν. Ἡ Ἀργυρούπολη κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ἐνετοκρατίας θὰ πρέπει νὰ διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο, καθὼς μνημεῖα τῆς ἐποχῆς σώζονταν στὶς ἀρχὲς τοῦ αἰώνα μας. Σ᾿ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέγαρα τοῦ 1500 ἀναγραφόταν στὴν πόρτα του τὸ “omnia mundi fumus et umbra”, δηλαδὴ «πάντα τὰ ἐγκόσμια εἶναι καπνὸς καὶ σκιά».
Ἰσίδωρος Ἱερομάρτυς καί τέκνα αὐτοῦ Γεώργιος καί Εἰρήνη Βαλῆ Μεσαρᾶς
Πρόκειται για τοπικούς Αγίους οι οποίοι μαρτύρησαν την εποχή των Αράβων.Φανερώθηκαν μέ ἐνύπνια σέ πολλούς καί ἔκαμαν γνωστό τόν τρόπο τοῦ μαρτυρίου καί τόν τόπο ταφῆς τῶν ἱ. Λειψάνων τους. Ὑπάρχουν ἀρκετές ἐξιστορήσεις γιά τούς Ἁγ. αὐτούς Μάρτυρες. Ἡ ἀνακομιδή τους ἔγινε στίς 18-10-1953, στό Βαλῆ. Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες ὁ Ἱερέας Ἰσίδωρος, μέ τά κατά σάρκα τέκνα του μαρτύρησαν ἀπό τούς ὀθωμανούς, ἐντός τοῦ Ἱ. Ναοῦ ὅπου τελοῦσε τήν Θ. Λειτουργία.
Τούς ἔκοψαν τά κεφάλια τά πέταξαν καί ἀφοῦ τά περισυνέλεξαν εὐλαβεῖς χριστιανοί τά ἐνταφίασαν παρά τούς πόδας τῶν σωμάτων τῶν μαρτύρων, ὅπως ἀκριβῶς βρέθηκαν κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκταφῆς τους.
Σήμερα ὑπάρχει μέρος τῶν ἱ. Λειψάνων, ἀφοῦ μιά ἀσεβής μοναχή ἔκλεψε τό μεγαλύτερο μέρος τους.
ΙΓΝΑΤΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΙΤΗΣ
Ο Όσιος και Θεοφόρος Ιγνάτιος κατάγεται από την πόλη του Ρεθύμνου της Κρήτης.
Κήρεται Μοναχός στην Ι. Μονή του Σινά όπου και ασκήτεψε. Εκεί τηρώντας τους όρους της μοναστικής πολιτείας, παρθενία, υπακοή και ακτημοσύνη, έφθασε σε ύψη πνευματικής τελειότητας
και καθοδήγησε πνευματικά πολλούς ασκητές.
Αξιώθηκε να δει άφθαρτο και μυροβλύζον το σκήνωμα, του μεταστάντος μαθητού του Νικάνδρου ως διαβεβαίωση του πνευματικού αγώνα, του ιδίου, αλλά και δικαίωση, για την εν Χριστώ τελείωση των υποτακτικών του.
Σαράντα ημέρες μετά την εκταφή του Νικάνδρου ο όσιος Ιγνάτιος κοιμήθηκε εν ειρήνη και απήλθε προς Κύριον.
Η μνήμη του τιμάται στις 29 Ιανουαρίου
.Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. Α΄. Τόν συνάναρχον λόγον.
Ἐκ Ρεθύμνης ὡς ἄστρον, τόν ἀνατείλαντα, πνευματοφόρον πατέρα,
τῆς ἀρετῆς ἐραστήν, ἀκτησίας καί εὐχῆς φωστήρα μέλψωμεν, ὅτι ἐφώτισεν
αὐγαις, ἀπαθείας ἀσκητᾶς, Σιναίου βοῶντες ζόφον, τῆς ἁμαρτίας εὐχαίς
σου, ημῶν ἐκδίωξον Ἰγνάτιε.
ΓΕΔΕΩΝ Ο ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ
Ο Άγιος Γεδεών, το καύχημα και το σέμνωμα της Ιεράς Μονής Καρακάλλου, ανήκει στην χορεία των Οσιομαρτύρων εκείνων, οι οποίοι ορμώμενοι εκ του Αγιωνύμου Όρους, ομολόγησαν παρρησία στην Χριστιανική πίστη και κατήσχυναν την ασέβεια των τυράννων. Η διδασκαλία, το μαρτυρικό αίμα και τα επακολουθούντα θαύματα των Οσιομαρτύρων ενίσχυαν τους Χριστιανούς και προετοίμαζαν την επανάστασιν του υποδούλου γένους.
Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της επαρχίας Δημητριάδος από ευσεβείς και ορθοδόξους γονείς. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αυγερινός και η μητέρα του Κυράτζα. Είχε άλλα εφτά
αδέλφια 3 αδελφούς και 4 αδελφές αυτός ήταν ο πρωτότοκος των άλλων, ονομαζόμενος Νικόλαος Μέμτσιας.
Επειδή ο πατέρας του δεν μπορούσε να εξοικονομήσει τα προς το ζην αναγκάστηκαν να αλλάξουν τόπο διαμονής και τα παιδιά έπρεπε να εργαστούν για να προσφέρουν στην οικογένεια.
Ο Άγιος ως πρωτότοκος έπιασε δουλειά σε ένα εξάδελφο της μητέρας του που ήταν μπακάλης. Εκεί συνήθιζε να συχνάζει ένας Αγαρηνός Αλής ονόματι, βλέποντας τον Νικόλαο να είναι πολύ εργατικός
κι έξυπνος ζήτησε από τον Μπακάλη να τον πάρει στην υπηρεσία του. Ο θείος του Αγίου αρνήθηκε και είπε στον Αλή ότι έπρεπε πρώτα να πάρει την συγκατάθεση της μητέρας του παιδιού. Ο Αγαρηνός θύμωσε και μετά από εφτά μέρες γύρισε και άρπαξε βιαίως τον Νικόλαο και τον έφερε αμέσως στο χαρέμι του. Ο πατέρας του Αγίου ζητούσε επιμόνως από τον Αλή να του δώσει το γιο του πίσω, αλλά αυτός του έλεγε με αυθάδεια και προκλητικότητα: «Εγώ μπρέ Αυγερινέ ξέρεις καλά ότι έχω το παιδί μου στον πόλεμο λοιπόν όταν επιστρέψει από τον πόλεμο τότε έλα να πάρεις τον υιόν σου».
Γυρίζοντας ο γιος του Αγαρηνού παραπονέθηκε στον πατέρα του γιατί έχει στο χαρέμι του ένα Ρωμαιόπουλο. Και ο Αλής του απάντησε ότι σύντομα θα ανάγκαζε το Νικόλαο να ασπασθεί το Ισλάμ. Έτσι και έγινε, αφού λοιπόν περιέτεμον αυτόν οι οπαδοί του ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, επωνόμασαν αυτόν Ιμβραήμ.
Ο Άγιος μετά την παρέλευσιν δυο μηνών και αφού μετανόησε για την πτώση του έφυγε κρυφά από τον Αγαρηνό και γύρισε στο πατέρα του ζητώντας του να τον συγχωρήσει και να τον κρύψει.Ο πατέρας του τον έκρυψε σε μια κοντινή περιοχή. Εκεί κατά Θείαν Οικονομία ζούσε μια καλόγρια, θεία του πατέρα του Αγίου, η οποία τον βοήθησε να πιάσει δουλειά ως κτίστης μαζί με άλλους τεχνίτες.
Τις ημέρες εκείνες ένα καράβι έφευγε για Κρήτη, έτσι μαζί με τους τεχνίτες που έφευγαν για την Κρήτη μπήκε στο καράβι και ο Άγιος. Κατά τη διαμονή στην Κρήτη τον πρώτο καιρό οι τεχνίτες φέρονταν
απάνθρωπα στο Νικόλαο, τον ράβδιζαν και τον άφηναν πεινασμένο. Από τις κακουχίες ο Άγιος δεν άντεξε και ανεχώρησε από την περιοχή εκείνη, και αφού έφτασε σε ένα εξωκκλήσιο βρήκε ένα ιερέα. Του εξιστόρησε μετά δακρύων τα συμβάντα της ζωής του και ο ιερέας αφού του είπε ότι προ λίγων ημερών πέθανε ο υιός του, του ζήτησε να τον υιοθετήσει. Μετά τρεις χρόνους ο Ιερεύς πέθανε και ο άγιος αναγκάστηκε να αναχωρήσει εις το αγιώνυμον όρος στη Μονή Καρακάλου όπου εκάρη μοναχής. Πριν λάβει το Αγγελικό σχήμα προσπαθούσε να βρει έναν έμπειρο πνευματικό για την εξομολόγησή του, διότι κατά την παραμονή του στην Κρήτη σε κανένα πνευματικό, ούτε και προς τον ψυχοπατέρα του εξομολογήθηκε την αμαρτία του, ότι ήταν Τούρκος, και αποδιωχθεί της κοινωνίας των Αχράντων Μυστηρίων.
Γι’ αυτό τον λόγο όμως όλα αυτά τα χρόνια δεν τολμούσε να πλησιάσει στην θεία Κοινωνία προσποιούμενος διαφόρους λόγους, ότι δεν ήταν έτοιμος.
Στη Συνοδεία όμως των πατέρων της Μονής Καρακάλου βρήκε τον πνευματικό όπου τον εξομολόγησε και έτσι μετά κατανύξεως και συντετριμμένης καρδίας κοινώνησε των θείων Μυστηρίων.
Ο ένθεος ζήλος του ήτανε παράδειγμα για τους μοναχούς. Του άρεσε να ασκείται στις νηστείες, στις αγρυπνίες, στις γονυκλισίες και σε άλλους ασκητικούς αγώνες. Θέλησε να αποσυρθεί και σε σκήτη για πιο έντονο πνευματικό αγώνα και οι πατέρες της Μονής με πολλή αγάπη του έδωσαν απολυτήριο δια την Σκήτη. Όμως ο Άγιος, μη αναπαυθείς, επέστρεψε πάλιν στη Μονή.
Στη Μονή Καρακάλου παρέμεινε 35 χρόνια μέσα σε αυτό το διάστημα εν έτει 1797, 6 Ιουνίου, διωρίσθη παρά της Ιεράς Μονής, σε ένα Μετόχιον της Μονής Καρακάλου στο χωριό Μαργαρίτες στο ΡέθυμνοΚρήτης, στο Μετόχιον της Θείας Μεταμορφώσεως. Εκεί παρέμεινε για 6 χρόνια, και μετά επέστρεψε στο Άγιον Όρος.
Έπειτα από πολλή άσκηση και προσευχή αποφάσισε να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του και να ομολογήσει ενώπιον των Αγαρηνών την πίστη του στον Χριστό. Οι Σαρακηνοί αφού τον ράβδισαν και τον διαπόμπευσαν, του έκοψαν τα χέρια και τα πόδια και τελικά τον
θανάτωσαν στις 30 Δεκεμβρίου το 1818. Οι χριστιανοί, αφού πρώτα φιλοδώρησαν τον τύραννο κατάφεραν και πήραν το άγιο λείψανο ώστε να το ενταφιάσουν. Το μετέφεραν με τιμή και με ευλάβεια στην πόλη του Τυρνάβου και το ενταφίασαν όπισθεν του ιερού βήματος του ναού των Αγίων Αποστόλων.
Τμήματα του Λειψάνου του παρεδόθησαν στη Μονή Καρακάλου όπου οι πατέρες τα υπεδέχθησαν με μεγάλες τιμές. Υπεδέχθησαν τον Άγιο ως αδελφό τροπαιούχο και νικητή της πλάνης του διαβόλου. Η Ιερά Μονή από τότε καυχάται για τον Άγιο Γεδεών και εορτάζει μεγαλοπρεπώς την αγία αυτού μνήμη στις 30 Δεκεμβρίου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχύ προκατάλαβε.
Ἐν Κρήτῃ διέπρεψας, ἐν μετανοίᾳ θέρμη, ἐν Ἄθῳ ἐπέδειξας, ἀσκητικήν βιοτήν, Θεόν ἰλεούμενος. Δρόμον δέ μαρτυρίου, ἐν Τυρνάβῳ τελέσας, νέος Ὁσιομάρτυς, τοῦ Κυρίου ἐδείχθης. ὤ πρέσβευε ἀει
Γεδεῶν, ὑπέρ τῶν τιμώντων σέ
«Άγιος Μελέτιος ο Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας»
Γεννήθηκε το 1549 στον Χάνδακα της Κρήτης, από οικογένεια ευσεβή και ευκατάστατη. Μετά τη βασική εκπαίδευση, συνέχισε τις σπουδές του στην Ιταλία και συγκεκριμένα στο Πανεπιστήμιο του Παταβίου. Αφού επέστρεψε, εκάρη μοναχός και εγκαταστάθηκε στη Μονή Αγκαράθου Κρήτης, όπου ήταν ηγούμενος ο μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σιλβέστρος. Μετά την εκλογή του Σίλβεστρου ως Πατριάρχη, έγινε ο ίδιος ηγούμενος. Κατόπιν εγκαταστάθηκε στη Μονή Σινά, επιθυμώντας να υπηρετήσει το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Το 1579 συνόδεψε τον Αρχιεπίσκοπο Σιναίου Ευγένιο στα Ιεροσόλυμα, για την εκλογή του Πατριάρχη Σωφρόνιου.
Το 1579 έγινε πρωτοσύγκελλος και το 1584 πήρε το οφίκιο του αρχιμανδρίτη. Ως κληρικός του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, εργάστηκε για την οργάνωση του κλήρου και του μοναχισμού, καθώς και για τον περιορισμό της λατινικής προπαγάνδας. Το 1588 έγινε Έξαρχος και το 1590 Πατριάρχης Αλεξανδρείας.
Ως Πατριάρχης εργάστηκε ιδιαίτερα για την αναδιοργάνωση του Πατριαρχείου, αλλά και για τις διορθόδοξες και διεκκλησιαστικές σχέσεις. Αντιμετώπισε το τεράστιο οικονομικό χρέος του Πατριαρχείου προς το Σουλτάνο. Το 1593 συμμετείχε στη Σύνοδο που συνήλθε υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ στην Κωνσταντινούπολη και ανακήρυξε την Εκκλησία της Ρωσίας σε Πατριαρχείο. Το 1594 έστειλε τον ανηψιό του Κύριλλο Λούκαρι στη Ρωσία, για να εργαστεί ενάντια στην επιρροή του Βατικανού. Έδειξε ενδιαφέρον και για τους Κόπτες της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας και προσπάθησε να συσφίγξει τις σχέσεις τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Μετά το θάνατο του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιερεμία Β΄, δέχθηκε προτάσεις να τον διαδεχθεί, αλλά αρνήθηκε, προτιμώντας να παραμείνει στην Αλεξάνδρεια. Διετέλεσε μόνο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου μεταξύ των ετών 1597 και 1598. Πέθανε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1601, σε ηλικία 52 ετών.
Αν και στην αρχή διέκειτο φιλικά στην επαναπροσέγγιση Δυτικής και Ανατολικής Εκκλησίας, εντούτοις στη συνέχεια αγωνίστηκε με ζήλο ενάντια στην παπική προπαγάνδα και επιρροή. Σώζεται μάλιστα επιστολή του του 1583 προς το φίλο του Μάξιμο Μαργούνιο, στην οποία αναπτύσσει ανθενωτική επιχειρηματολογία, παίρνοντας το μέρος του άλλου φίλου του, Γαβριήλ Σεβήρου.
Ο Μελέτιος Πηγάς ήταν μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα του 16ου αιώνα, που διετέλεσε Πατριάρχης Αλεξανδρείας και τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 13 Οκτωβρίου, ημέρα που ανακηρύχθηκε Άγιος, από την εκκλησία της Κρήτης το 1999.
ΑΓ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΡΗΤΗΣ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ
ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ Ο ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ
Από τούς κορυφαίους ῾Αγίους τοῦ Κρητικοῦ ῾Αγιολογίου καί παγχριστιανικῆς ἐμβέλειας ῾Ιεράρχης μέ σπάνιο ὑμνογραφικό χάρισμα μέσα στό ὁποῖο πέρασε ἡ ἁγία του ἐμπειρία, ἡ βαθειά γνώση ὅλης τῆς ῾Αγίας Γραφῆς καί ἡ θεολογική του κατάρτιση. Γεννήθηκε στή Δαμασκό περί τό 660. Σέ ἡλικία 14-15 ἐτῶν ἐντάχθηκε στήν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς ῾Αγίου Σάββα ῾Ιεροσολύμων ὅπου παρακολούθησε τήν ἐγκύκλιο παιδεία καί μυήθηκε στή θεολογία, τή λειτουργική καί μουσική πράξη. ᾿Εκάρη μοναχός ἀπό τόν Τοποτηρητή τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου ῾Ιεροσολύμων κι ἀνέλαβε καθήκοντα Πατριαρχικοῦ Νοταρίου (ὑπογραφεύς). Τό 685 μετέχει τῆς τιμητικῆς ἀποστολῆς νά κομισθεῖ στήν Κωνσταντινούπολη ἡ ὁμολογία τῆς ᾿Ορθοδόξου Πίστεως τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν ῾Ιεροσολύμων. Παρέμεινε στήν Κωνσταντινούπολη, Διάκονος τῆς Μεγάλης ᾿Εκκλησίας καί ὑπεύθυνος τοῦ ᾿Ορφανοτροφείου καί ἑνός ἄλλου εὐαγοῦς ἱδρύματος ἀποδεικνύοντας καί τά διοικητικά του προσόντα, παράλληλα δέ καί τά ρητορικά. Τό 711 μ.Χ. ἐκλέγεται καί ἀποστέλλεται ᾿Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Μέ τήν ἐμπειρία πού εἶχε, ὀργάνωσε στήν Κρήτη τή φιλανθρωπία κτίζοντας Ναούς, εὐαγῆ ἱδρύματα γιά τούς πάσχοντες καί ἀδύναμους, ἐνίσχυσε τόν Μοναχισμό καί ἀντιμετώπισε ᾿Αραβικές ἐπιδρομές. ῎Εγραψε περίφημους ἐγκωμιαστικούς λόγους καί ὑπέροχους ὕμνους καί ἀγαπήθηκε ἀπό τό ποίμνιό του. ᾿Εκοιμήθη στίς 4 ᾿Ιουλίου τοῦ 740 μ.Χ. ταξιδεύοντας ἀπό Κων/πολη γιά Κρήτη καί ἐτάφη στήν ᾿Ερεσό τῆς Μυτιλήνης. ᾿Αναγνωρίσθηκε ἀμέσως ὡς ῞Αγιος, οἱ ὕμνοι του πέρασαν στά λειτουργικά βιβλία τῆς ᾿Εκκλησίας μέ κυριότερο τό Μεγάλο Κανόνα. ῾Η μνήμη του ἑορτάζεται στίς 4 ᾿Ιουλίου, στό δέ τόπο τῆς κοιμήσεώς του (᾿Ερεσό Μυτιλήνης) τήν Κυριακή μετά τήν 4η ᾿Ιουλίου, γιά νά ἑορτάζεται μεγαλοπρεπέστερα. Στό ῾Ηράκλειο ὑπάρχει Σωματεῖο ῾Ιεροψαλτῶν πού φέρει τό ὄνομά του. Στήν ῾Ι. Μητρόπολη Γορτύνης καί ᾿Αρκαδίας ὑπάρχουν τέσσερις Ναοί ἀφιερωμένοι στό ὄνομά του• α) ᾿Εξωκλήσιο μεταβυζαντινό μέ ἁγίασμα στήν ᾿Ενορία Βουρβουλίτου, β) ὁ νέος ᾿Ενοριακός Ναός τῆς ᾿Ενορίας Πρεβελιανῶν, γ) ὁ κοιμητηριακός Ναός τῆς ᾿Ενορίας Βώρων καί δ) τό Νότιο κλῖτος τοῦ ῾Ι. Καθ. Ναοῦ ῾Αγίου Νεκταρίου Μοιρῶν πού ἀνήγειρε ὁ ἀοίδιμος ᾿Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος ὡς Μητροπολίτης Γορτύνης. Τό Ναό τῶν Πρεβελιανῶν ἐγκαινίασε ὁ ἀοίδιμος ᾿Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Εὐγένιος καί τούς ἄλλους δύο (Βώρων καί Μοιρῶν) ὁ ἀοίδιμος Μητρ. Κύριλλος.
Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΟ-ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΕΘΥΜΝΗΣ
Σέ τρεῖς, κυρίως, κατηγορίες διακρίνουμε τούς Ἁγίους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας: τούς Μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι συνδέονται μέ τήν περίοδο τῶν διωγμῶν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὑπέμειναν τό «μαρτύριο τοῦ αἵματος» καί διαιροῦνται -μεταξύ τῶν ἄλλων- σέ Ἱερομάρτυρες, Παιδομάρτυρες, Ὁσιομάρτυρες, Παρθενομάρτυρες, Μεγαλομάρτυρες, κ.ἄ. Τούς Ὁσίους, στούς ὁποίους ἐντάσσονται ὅσοι ἁγίασαν διαχρονικά βιώνοντας τό «μαρτύριο τῆς συνειδήσεως», καί προέρχονται ἀπό τίς τάξεις τοῦ Μοναχισμοῦ, π.χ. Ἀναχωρητές, Στυλίτες, Δενδρίτες, Γυμνίτες, Σαλοί, κ.ἄ. καί τέλος τούς Νεομάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ὑπέμειναν τό «μαρτύριο τοῦ
αἵματος» -ὅπως καί οἱ Μάρτυρες- ἀλλά ἡ μαρτυρική τελείωσή τους τοποθετεῖται ἀπό τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου μέχρι τίς ἡμέρες μας.
Ἡ Ἁγιοτόκος Κρήτη ἀνέδειξε καί ἀναδεικνύει Ἁγίους καί τῶν τριῶν παραπάνω κατηγοριῶν. Ὁ Ἅγιος Νέο-ἱερομάρτυρας Γεράσιμος, Ἐπίσκοπος Ρεθύμνης, τοποθετεῖται στήν τρίτη κατηγορία, ἐκείνη τῶν Νεομαρτύρων. Ἐπιπροσθέτως, μέ δεδομένη τήν ἀρχιερατική του ἰδιότητα, ἀποκαλεῖται «Νέο-ἱερομάρτυρας».Ἐλάχιστα εἶναι σ’ ἐμᾶς γνωστά γιά τό βίο του, καί τά σπάργανα τῶν πληροφοριῶν πού ἐντοπίζουμε στίς πηγές ἀφοροῦν τήν περίοδο πρίν ἀπό τή μαρτυρική τελείωσή του, τό 1822.
Σύμφωνα μέ τούς, κατά καιρούς, ἐκδεδομένους καταλόγους τῆς Ἐπισκοπῆς Ρεθύμνης, ὁ Γεράσιμος, ὁ ἐπονομαζόμενος «Καστρινός», φέρεται μέ τό ἐπώνυμο «Περδικάρης» ἤ «Κοντογιαννάκης».
Ἀπό τά ἐλάχιστα στοιχεῖα πού διαθέτουμε ἀπό τήν περίοδο τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας τοῦ Γερασίμου εἶναι καί ἡ ἐπιστολή πού ἔστειλε (1819) στόν Μητροπολίτη Οὐγγροβλαχίας Ἰγνάτιο, μέ τήν ὁποία τόν παρακαλοῦσε νά θέσει ὑπό τήν προστασία του τόν ἀνιψιό του -κομιστῆ τῆς ἐπιστολῆς- ὁ ὁποῖος μετέβαινε ἐκεῖ γιά σπουδές.
Ἡ μαρτυρική τελείωση τοῦ Ἐπισκόπου Ρεθύμνης Γερασίμου ἦρθε ὡς συνέχεια τῶν θηριωδιῶν τῶν Τούρκων στήν Κρήτη, ἀφοῦ προηγουμένως (1821) εἶχαν δεχθεῖ τό «μαρτύριο τοῦ αἵματος» ὁ Μητροπολίτης Κρήτης Γεράσιμος (Παρδάλης)
. Ὁ Ρεθύμνης Γεράσιμος φυλακίστηκε (1821) σέ ἕνα «καταφρονεμένο, ἄχρηστο καί δυσῶδες σπίτι» τοῦ Ρεθύμνου -σύμφωνα μέ τόν Τρύφωνα Εὐαγγελίδη- ὅπου καί ὑπέμεινε βασανιστήρια, μέχρι τό Μάϊο τοῦ 1822, ὁπότε καί ἀπαγχονίστηκε στή «Μεγάλη Πόρτα» τῆς πόλης.
Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, μετά τόν ἀπαγχονισμό τοῦ Ἐπισκόπου Ρεθύμνης, οἱ Τοῦρκοι ἔλαβαν αἷμα ἀπό τήν καρδιά του καί ράντισαν, μέ ὑπόδειξη τῶν Ἑβραίων, τίς σημαῖες τους, προκειμένου νά νικήσουν τούς χριστιανούς στίς μάχες.
Τό Ἐκκλησιαστικό σῶμα δέν ἔπαψε νά ἐνθυμεῖται τό περιστατικό τῆς θυσίας καί τῆς μαρτυρικῆς τελείωσης τῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλά καί τῶν λοιπῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν τῆς περιόδου ἐκείνης. Οἱ Θεῖες Λειτουργίες καί ἐπιμνημόσυνες δεήσεις πρός αὐτούς, πού ἔλαβαν χώρα τόσο κατά τή διάρκεια τοῦ 19ου ἀλλά καί τοῦ 20οῦ αἰῶνα, καταδεικνύουν τήν πεποίθησή του ὅτι ὁ Ρεθύμνης Γεράσιμος καί οἱ λοιποί Ἀρχιερεῖς μαρτύρησαν ὑπέρ τοῦ Ἀρχιθύτη Χριστοῦ, γι’ αὐτό καί συγκαταλέγονται στή χορεία τῶν Νεομαρτύρων Του. Στό πλαίσιο αὐτό γίνεται κατανοητή ἡ ὑποβολή (περί τό 2000) ἀπό μέ-ρους τῆς Ἱερᾶς Ἐπαρχιακῆς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης τοῦ αἰτήματος πρός τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, γιά τήν ἔνταξή τους στό Γενικό Ἁγιολόγιο καί Ἑορτολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Ἡ Μητέρα Ἐκκλησία, τό Οἰκουμενικό μας Πατριαρχεῖο, μέ τήν ὑπ’ ἀριθμ. 837 τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 2000 Πατριαρχική καί Συνοδική Πράξη Tης, διακήρυξε τήν Ἁγιότητα τοῦ Ρεθύμνης Γερασίμου, καθώς καί τῶν λοιπῶν Ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης, τοῦ Μητροπολίτου τῆς νήσου, τῶν κληρικῶν καί λαϊκῶν, τῆς περιόδου 1821-1822. Ἡ ἐν λόγῳ Πατριαρχική καί 3 Συνοδική Πράξη ἀναγνώσθηκε στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ στίς 28 Ἰανουαρίου τοῦ 2001, ὅπου καί ἔλαβε χώρα Συνοδική Θεία Λειτουργία. Ὡς ἡμέρα μνήμης τῶν ἐν λόγῳ Ἁγίων Νέο-ἱερομαρτύρων ὁρίστηκε ἡ 23η Ἰουνίου
Ὅσιος Χαραλάμπης ὁ ἐν Καλυβιανῇ
Ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ μακαριστοῦ Μητροπ. Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Τιμοθέου, κατά τή διαμόρφωση τῆς αὐλῆς τῆς Ἱ. Μονῆς Παναγίας Καλυβιανῆς, δίπλα σχεδόν στόν παλαιό Ἱ. Ναό της, βρέθηκε ἕνας τάφος, ἀπό τόν ὁποῖο ξεχύθηκε εὐωδία καί βρέθηκαν καί ἱ. λείψανα. Ὁ Ὅσιος ἀποκαλύφθηκε σέ πολλούς καί φανέρωσε τήν καταγωγή του ἀπό τό χωριό Δαφνές, ὅπου ἦλθε καί ἀφιερώθηκε στήν Ἱ. Μονή τῆς Καλυβιανῆς. Ἔζησε βίο ἀσκητικό καί ἔτυχε ὁ ἴδιος θαύματος ἀπό τήν Παναγία.
Μεταξύ τῶν θαυμάτων πού ἔκαμε ὁ Ὅσιος ἦταν καί στή γυναίκα τοῦ ἀγᾶ ἀπό τά Καλύβια, μέ ἀποτέλεσμα νά βαπτισθοῦν ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειάς του χριστιανοί.
Κτίστηκε Ναός πρός τιμήν του ἀπό τόν ἀοίδιμο Μητροπολίτη Τιμόθεο, τόν ὁποῖο ἐγκαινίασε ὁ Σεβ. Μητροπ. Γορτύνης καί Ἀρκαδίας Μακάριος, μετά τῶν Ὁσιομαρτύρων καί λοιπῶν Ὁσίων τῆς Ἱ. Μονῆς, στίς 29/9/2012
Εμμανουήλ, Ανεζίνα και τα τέκνα αυτών Γεώργιος και Μαρία
Οι Νεομάρτυρες της πίστεως, Εμμανουήλ, Ανεζίνα και τα παιδιά τους Γεώργιος και Μαρία ήταν κρυπτοχριστιανοί και είχαν τα εξής τούρκικα ονόματα: «Ιβραήμ Ιβνί Αβδουλλάχ και Φατμέ Ιβνί Αβδουλλάχ οι γονείς και τα παιδιά Μουσταφάς και Χατιζιέ». Επίσης ο πατέρας, Εμμανουήλ, είχε ηλικία 40 ετών, ενώ η σύζυγος του Ανεζίνα 38 ετών. Τα παιδιά ο Γεώργιος ήταν 18 και η Μαρία 16.
Ως Μουσουλμάνοι ζούσαν στο χωριό Μελισσουργιό της Κισάμου και δούλευαν έξω στα χωράφια τους ήσυχοι. Μια μέρα ο γείτονας τους είδε να κάνουν τον Σταυρό τους και τους κατέδωσε στους Τούρκους. Τους παρακολούθησαν πάλι και τους πήγαν στο δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε να αποκεφαλιστούν αφού δεν αρνήθηκαν τίποτα από όλα όσα τους κατηγόρησαν και με θάρρος είπαν: «Χριστιανοί εγεννηθήκαμε και Χριστιανοί θα αποθάνομε». Αξίζει να αναφέρουμε ότι μετά που τους είπαν την απόφαση του δικαστηρίου, τους κάλεσαν και τους είπαν ότι αν επέστρεφαν στην θρησκεία του Ισλάμ θα ζούσαν και όμως πάλι αρνήθηκαν και επέλεξαν τον Χριστό.
Ως μόνα στοιχεία που βρέθηκαν για τους τέσσερις Νεομάρτυρες από το Μελισσουργιό Κισάμου είναι η απόφαση του δικαστηρίου την οποία και παραθέτομε ως έχει.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Ενεφανίσθη ενώπιον εμού του ιεροδίκου Χανίων Ισμαήλ Χακή Χαφήζ Αλή Ογλού εκ Μελισσουργιού και μου κατήγγειλε τα εξής:
Προ οκτώ ετών παρουσιάσθη εις τον ιεροδίκην Κισσάμου ο Ιβραήμ Ιβνί Αβδουλλάχ και εδήλωσεν ότι είναι χριστιανός «Μανώλης του Γιώργη» και η σύζυγος του Φατμέ Ιβνί Αβδουλάχ «Μαρία» και επιθυμούν να γίνουν Μουσουλμάνοι ως και τα τέκνα του, εν θύλη και εν άρρεν, αυτοπροαιρέτως.
Με την ανωτέρω δήλωσιν εγένοντο Ισλάμιδες ως η επιθυμία των κατά τους κανόνας του Ιερού Δικαίου λαβόντες τα ανωτέρω Ιερά ονόματα οι γονείς και Μουσταφάς και Χατιζιέ τα τέκνα των και έζων Ισλάμιδες και οι τέσσαρες, θεωρούμενοι από τους πιστούς ως γνήσιοι Μουσουλμάνοι.
Ο γείτων των όμως Μουρά αγάς τους είδε προ ενός μηνός εις το Πλακάλωνα χωρίον Κισσάμου μεσημέρι και εκάθισαν να φάνε και προτού αρχίσουν έκαμαν τον Σταυρό των χριστιανών. Τους παρηκολούθησε άμα απόφαγαν και έκαμαν πάλι Σταυρόν ως και τα παιδιά. Ήλθε αμέσως και μου το είπε δια να πεισθώ τους παρηκολούθησα με τους Γαλήπ, Μπαχρήν και Χασάν και τους είδομεν με τα μάτια μας την ώρα που ετοιμάζοντο να κοιμηθώσιν εις το αυτό αλώνι και έκαμαν και οι 4 Σταυρόν.
Έφερα και τους ανωτέρω μάρτυρας και τους 4 Χιγιανέτ δια να τιμωριθώσι όπως ο Ιερός Νόμος ορίζει. «Ισαλλάχ Βαλλαχή».
Διέταξα και παρουσιάσθησαν οι 3 Τούρκοι μάρτυρες και οι 4 Χιγιανέτ άπιστοι με δεσμά οκάδων 86 λαιμού και μέσης και αφού εξήτασαν τους πιστούς ενώπιον των κατηγορουμένων τους είπον να απολογηθούν. Ούτοι ηλικίας οι γονείς 38-40 ετών και τα παιδιά 16-18 ετών, απήντησαν: «Χριστιανοί εγεννήθησαν και χριστιανοί θα αποθάνουν».
Τους ηρώτησα αν έχουν Τουρκέψη και απήντησαν εις το σώμα, όχι εις την ψυχήν και δεν εννοούν να αρνηθούν πλέον το Χριστόν και να προσκυνήσουν τον προφήτην του Θεού Μωάμεθ, τον οποίον επί ολίγα έτη προς το θεαθήναι ελάτρευον ψευδώς. Ήμαρτον δια την φράσιν.
Λαβών υπ όψει τον Ιερόν Νόμον, τον υπ αριθμ. 28 Φετφάν του Ενδοξοτάτου Μουτφή Σεϊρουλλάχ εφένδη και τας καταθέσεις των 3 πιστών ως και τας απολογίας των κατηγορουμένων:
Καταδικάζω τους τέσσαρας απίστους Μανώλην του Γεωργίου ετών 40 Γιώργην του Μανώλη ετών 18, Ανεζίναν του Κωσταντή ετών 38 και την Μαρίαν του Μανώλη ετών 16, εις τον δι αποκεφαλισμού θάνατον , εκτελεθησόμενον υπό των γεναίων Τζελάτιδων του Ορτά των Γιαννιτσάρων Χανίων εις το ύψωμα του Ανατολικού μέρους του φρουρίου Πεχλιβάν ταμπιασί εντός της εβδομάδος μετά τα εσπερινά, τα δε βρωμερά πτώματα των να πεταχθώσι εις τους έξωθι του φρουρίου κοπρώνας (Χεντέκ). Η περιουσία των εις το Μπειτούλ Μαλ.
Ο Θεός γνωρίζει κάλλιον
Ο Ιεροδίκης Χανίων
Ισμαήλ Χακκή
Μετά την έκδοσιν της αποφάσεως και αφού το ήκουσαν οι κατηγορούμενοι εκλήθησαν και πάλιν υπ' εμού άνευ δεσμών ίνα μετανοούντες επανέλθουν εις την θρησκείαν του Ισλάμ σώζοντες και την παρούσαν ζωήν και την μέλλουσαν των ουρανών, απήντησαν πάλι: «Χριστιανοί εγεννήθησαν, Χριστιανοί ας αποθάνουν».
Αριθμ. εκτελεστής αποφάσεως 67.
27 του Σεληνιακού μηνός Τζεμάζιελ Άχηρ 1092 την Εγίρας.
Προς τον Γενναιότατον Φρούραρχον Χανίων Χουσεΐν αγάν Τσαούσην του Ορτά των Γιαννιτσάρων 8 Χανίων.
Έγινε η εκτέλεσις ως αναγράφεται ανωτέρω, τα βρωμερά πτώματα τρώγονται από κόρακας και σκύλους.
(14 Ιουλίου 1861 – Χριστιανική χρονολογία).
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ, ΑΝΕΖΙΝΑΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑΣ
Ήχος γ΄
«Νέοι μάρτυρες οι της Κισάμου, καταστρέψαντες πλάνην της Άγαρ, Ορθοδόξων μαρτυρίαν εκράτυναν, Εμμανουήλ, Ανεχήναν, Γεώργιον, συν τη Μαρία φαιδρώς επαινέσωμεν, και βοήσωμεν Χριστώ το Αυτούς δοξάσαντι, διδόνε και υμίν πίστην ακλόνητον».
Όσιοι ενενήκοντα και εννέα Θεοφόροι Πατέρες
«Πατέρες της Εκκλησίας» είναι η επωνυμία που έδιναν τους πρώτους αιώνες της Χριστιανοσύνης, σε όποιους διακρίθηκαν στην προσπάθεια για την θεωρητική κυρίως θεμελίωσή Της, αλλά και στην αγιωσύνη της ζωής τους.
Μέσα από την σοφία τους έγιναν πασίγνωστοι και κυρίως ως υπερασπιστές της Ορθοδοξίας στην καταπολέμηση των αιρέσεων. Ανάμεσα στους σπουδαιότερους: Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζινός.
Στο πέρασμα των χρόνων η ίδια επωνυμία δόθηκε σε κληρικούς, μοναχούς και σεβάσμια πρόσωπα. Με αυτήν την δεύτερη έννοια χρησιμοποιείται η λέξη στα βιβλία που γράφουν για την ζωή, την χριστιανική δράση και τον θάνατο των 99 Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι σχετίζονται με την Ιερά Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου.
Στις αρχές λοιπόν του 1600 ξεκίνησαν από την Αίγυπτο 36 από αυτούς. Έφτασαν στην Κύπρο και εκεί αναζήτησαν τόπο ερημικό για να μπορέσουν να αφοσιωθούν απερίσπαστοι στην λατρεία του Θεού. Πίστευαν ότι μόνο χωρίς πολυκοσμία και μέσα στην ερημιά θα μπορούσαν να ζήσουν όπως ήθελαν. Ότι μόνο έτσι μπορεί κανείς να επικοινωνεί με τον Ύψιστο, να προσεύχεται σ΄ Αυτόν και να Τον υμνεί. Όσο όμως κι αν επιδίωξαν την ερημιά οι συγκεκριμένοι εκείνοι Πατέρες στην Κύπρο, η φήμη τους εξαπλώθηκε παντού. Πολύ σύντομα ήταν δίπλα τους πλήθος κόσμου για να ακούσει την διδασκαλία τους και να θαυμάσει τον ήρεμο, άκακο και άγιο τρόπο της ζωής τους. Στην συντροφιά τους τότε προστέθηκαν κι άλλοι Πατέρες Κύπριοι 38 στον αριθμό. Η ερημιά που ζητούσαν δεν υπήρχε πλέον και έτσι οι 75 ως τώρα Πατέρες αποφάσισαν να μεταναστεύσουν πηγαίνοντας προς την Αττάλεια της Μικράς Ασίας. Όμως ούτε εκεί μπόρεσαν να βρουν την πολυπόθητη ησυχία. Οι άνθρωποι συνέρρεαν σαν μέλισσες, που ζητούσαν με επιμονή να ρουφήξουν το μέλι της διδασκαλίας τους, το άρωμα της αγιοσύνης τους. Ταυτόχρονα προστέθηκαν άλλοι 24 Πατέρες από εκεί, ντόπιοι και έτσι έφτασαν στον αριθμό 99. Οι Πατέρες δεν έπαιρναν άλλο μαζί τους διότι πίστευαν πως τα οικονόμησε έτσι ο Κύριος ώστε ο εκατοστός να είναι ο Ίδιος.
Αφού η κατάσταση ολοένα και χειροτέρευε, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποφασίζουν να μεταναστεύσουν πάλι και αυτή την φορά για την Κρήτη. Καθώς έπλεαν με την βάρκα τους και οι 99 στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο βλέπουν από μακριά την Κρήτη. Η τρικυμία δεν τους επέτρεψε να φτάσουν κοντά, καθώς κινδύνευσε το καράβι τους να χτυπήσει στα βράχια. Έτσι μετά από μια περιπλάνηση ημερών στις ακτές του νησιού έφτασαν τελικά στο νησί Γαύδο. Αξίζει να πούμε ότι οι Πατέρες είχαν σκοπό να αποβιβαστούν στο ανατολικότερο σημείο της μεγαλονήσου, στην Σητεία που είναι ποιο κοντά στην Μικρά Ασία όπου ξεκίνησαν. Η φουρτούνα όμως τους ανάγκασε να τραβήξουν νότια και ύστερα δυτικά και έτσι περνώντας από Ιεράπετρα και Καλούς Λιμένες, αφού ηρέμησε ο καιρός κατάφεραν να αράξουν σε κάποιο μικρό κόλπο στην Γαύδο.
Στην Γαύδο οι Πατέρες έμειναν 24 μέρες και αφότου ηρέμησε η θάλασσα μπήκαν στη βάρκα τους και γύρισαν στην Κρήτη. Έφτασαν απέναντι στα Σφακιά που είναι περίπου είκοσι μίλια απόσταση, μετά που κατέβηκαν διαπίστωσαν ότι έλειπε ένας και αυτός ήταν ο Ιωάννης ο Ερημίτης. Έτσι έχουμε το εξής θαύμα: Θέλοντας ο Θεός να δοξάσει τον Άγιο Ιωάννη και να φανερώσει στους ανθρώπους την αρετή του, τον σκέπασε με νέφος εκεί που κοιμόταν όταν έφευγαν οι Πατέρες και έτσι δεν τον είδαν. Δεν φτάνει όμως αυτό αλλά όταν το αντιλήφθηκαν δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω γιατί άρχισε και πάλι τρικυμία, έτσι συγκεντρώθηκαν στην παραλία των Σφακίων και περίμεναν. Το θαύμα αυτό ολοκληρώνεται όταν ο Ιωάννης μετά από αρκετή προσευχή ηρέμησε την θάλασσα και απλώνοντας το μανδύα του στο νερό άρχισε να πλέει σαν βάρκα, μετά ανέβηκε πάνω, έβαλε το ραβδί του για κατάρτι και το ράσο του για άρμενο. Με το θαυμαστό αυτό τρόπο έφτασε μετά από μερικές ώρες εκεί που τον περίμεναν οι υπόλοιποι 98 Πατέρες οι οποίοι έκθαμβοι από το θαύμα που είδαν τον αγκάλιασαν και όλοι μαζί έψαλαν ύμνους στο θεό.
Αφού περιπλανήθηκαν στις ακτές και τα βουνά των Σφακίων οι Πατέρες αναζήτησαν κατάλυμα. Κατευθύνθηκαν δυτικότερα και μπήκαν στην επαρχία Σελίνου. Εκεί βρήκαν μια σπηλιά στο βουνό του μεγάλου χάρακα κοντά στο χωριό Αζωγυρέ και δίπλα σε ένα ποτάμι. Ύστερα από τόσες ταλαιπωρίες βρήκαν επιτέλους την ησυχία που αναζητούσαν. Επειδή η σπηλιά δεν ήταν τόσο μεγάλη που να χωρέσει και τους 99 μοιράστηκαν. Οι 36 πέρασαν απέναντι από το ποτάμι σε μια άλλη σπηλιά. Μοναδικό φαγητό για αυτούς ήταν χαρούπια και οι καρποί του σκίνου και δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να προσεύχονται. Ενώ οι λοιποί Πατέρες ήταν ευχαριστημένοι με το κοινόβιο, ο Άγιος Ιωάννης ήταν θερμός υποστηρικτής του απόλυτου μοναχικού βίου. Θεωρούσε την παρουσία ακόμη και σεβάσμιων ανθρώπων εμπόδιο στην προσπάθεια ολόψυχης αφιερώσεως και επικοινωνία με τον Θεό. Στην τελευταία κοινή προσευχή τους, οι Πατέρες, πριν φύγει ο Ιωάννης παρακάλεσαν τον Θεό να τους εκπληρώσει μια επιθυμία που ήταν καθολική. Ζήτησαν να πεθάνουν όλοι μαζί την ίδια μέρα.
Φεύγοντας ο Άγιος Ιωάννης από τον Αζωγυρέ και αφήνοντας πίσω του τους 98 πατέρες μετά από πολύ ταλαιπωρία, έφτασε στο ακρωτήρι Χανίων. (Σύμφωνα με την παράδοση, ο Άγιος πηγαίνοντας για τα Χανιά πέρασε και σταμάτησε για να ξεκουραστεί στην Μαραθοκεφάλα Κισάμου, όπου κι εκεί υπάρχει σπήλαιο το οποίο έχει ένα εκκλησάκι και εορτάζει στην μνήμη του), σημερινό προσκύνημα. Φτάνοντας στο Ακρωτήρι ο Όσιος Ιωάννης βρήκε ένα σπήλαιο όπου και έζησε πολλά χρόνια. Μια μέρα που ο Άγιος βγήκε να βρει μερικά χόρτα κάποιος βοσκός τον πέρασε για θήραμα πίσω από τους θάμνους που ήταν και τον χτύπησε με το τόξο του. Ακολουθώντας τα αίματα ο βοσκός έφτασε στη σπηλιά όπου με δυσκολία είχε συρθεί ως εκεί ο Άγιος. Στεναχωρημένος ο βοσκός ζητούσε να τον συγχωρήσει και τότε με ήρεμη φωνή του απάντησε ο Άγιος Ιωάννης: «εγώ σε συγχωρώ μα το σπουδαιότερο είναι πως ο Θεός που αγαπά την σωτηρία των ανθρώπων θα δεχθεί την μετάνοια σου….»
Τα πλήθη που συγκεντρώθηκαν στη σπηλιά είδαν τον Άγιο, άκουσαν ψαλμωδίες και ένοιωσαν την ευωδία του λιβανιού που απλωνόταν τριγύρω. Άνθρωποι πίστεψαν, όσοι ασθενείς πήγαν θεραπεύτηκαν. Χτίστηκε εκκλησία εκεί δίπλα την οποία αφιέρωσαν στον Άγιο και από τότε και στην Εκκλησία και στο σπήλαιο υπάρχει μαρτυρία θαυμαστών γεγονότων. Από τον 18o αιώνα στην περιοχή όπου κοιμήθηκε ο Όσιος Ιωάννης κτίστηκε Μοναστήρι, το οποίο λειτουργεί μέχρι και σήμερα.
Σύμφωνα με την παράδοση και τα ιερά βιβλία με τους λοιπούς 98 Πατέρες έγινε αυτό που ζήτησαν από το Θεό. Την ίδια ώρα που πέθανε ο Άγιος Ιωάννης πέθαναν και οι 98 Πατέρες στο σπήλαιο. Μάλιστα ήταν τόσο αιφνίδιος ο θάνατος που άλλοι ήταν καθιστοί και ακουμπισμένοι στα ραβδιά τους, άλλοι κοιμώμενοι όπως ήταν και άλλοι σε στάση προσευχής.
Όλα αυτά συνέβησαν την 6ην Οκτωβρίου του 1632. Η Εκκλησία μας τους τιμά στις 7 Οκτωβρίου με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου Λουκάρεως, του Κρητός αφού την 6ην του αυτού μηνός εορτάζει την μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου Θωμά.
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΩΝ 99 ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΚΡΉΤΗ
Ήχος γ΄
«Η μεγαλόνησος Κρήτη εφραίνεται, ότι εν όρεσι αυτής ενίκησαν, τον πολυμήχανον εχθρόν πατέρες οι θειότατοι, δάκρυσι νηστείαις τε, προσευχές και δεήσεσι, όθεν και τα πνεύματα συν Αγγέλοις αγάλλονται, τα λείψανα τα θεία δε τούτων, ρώσιν χαρίζουσι τοις κάμνουσι».
Αγ. Κύριλλος, Επίσκοπος Γορτύνης,
Μαρτύρησε τό 304 μ.Χ. ἐπί Διοκλητιανοῦ σέ ἡλικία 93 ἐτῶν. ῾Η μνήμη του στήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τιμᾶται 14 ᾿Ιουνίου ἐνῶ στή Ρωμαιοκαθολική ᾿Εκκλησία στίς 9 ᾿Ιουλίου. Παραδόξως, ἡ ἡμέρα τῆς πανηγύρεως στήν ὁμώνυμη ᾿Ενορία τῆς ῾Ι. Μητροπόλεως Γορτύνης καί ᾿Αρκαδίας εἶναι ἡ 9η ᾿Ιουλίου. Τό γεγονός αὐτό στάθηκε ἀφορμή νά ἐρευνήσουμε καί νά καταλήξουμε ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρξε ὁ τόπος τοῦ μαρτυρίου καί ταφῆς τοῦ ῾Αγίου Κυρίλλου καί τόπος ταφῆς τοῦ ῾Αγίου Εὐμενίου ᾿Επισκόπου ἐπίσης Γορτύνης, δηλαδή ὁ Ναός-Μαρτύριον ὅπου παρά τίς μακροχρόνιες ὑποδουλώσεις τῆς Κρήτης καί τούς διωγμούς καί παρά τήν καταστροφή τοῦ Ναοῦ-Μαρτυρίου, ἐρείπια τοῦ ὁποίου σώζονται, διατηρήθηκε ἡ σωστή ἡμερομηνία μνήμης. Σέ ψηφιδωτό τοῦ 5ου αἰ. Τῆς Ροτόντας Θεσ/νίκης ἱστορεῖται μέ τόν Φίλιππο Γορτύνης. Στήν Κρήτη ὑπάρχουν ἑπτά Ναοί πρός τιμήν του. Στή Μητρόπολη Γορτύνης καί ᾿Αρκαδίας ὑπάρχει ἕνας ᾿Ενοριακός Ναός (τῆς ὁμώνυμης ᾿Ενορίας) καί ἕνα ἐξωκκλήσιο (τῆς ᾿Ενορίας Παναγιᾶς Μονοφατσίου), πού ἐγκαινιάσθηκε τό 2006 ἀπό τό Σεβ. Μητροπολίτη Γορτύνης καί ᾿Αρκαδίας κ. Μακάριο.
Ἀπό τό βιβλίο «Μελετήματα ἁγιολογικά - ἱστορικά» 2008 τοῦ Πανοσιολ. Ἀρχιμ. Χρυσοστόμου Παπαδάκη, Πρωτοσυγκέλου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Γορτύνης καί Ἀρκαδίας
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Νεομάρτυρας ἐκ Κρήτης
Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Νικηφόρος καταγόταν ἀπὸ τὴν κωμόπολη Κριτσὰ Μεραμβέλλου Κρήτης καὶ ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Τζανῆς.
Αλλαξοπίστησε, ἔγινε Μουσουλμάνος με τὸ ὄνομα Ἰμπραχίμ και νυμφεύθηκε μία Μωαμεθανή ονόματι Φετμὰ, με την οποία ἀπέκτησε δυὸ γιούς. Ὅμως, μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁ Νικηφόρος ἦλθε στὸν ἑαυτό του, μετανόησε γιὰ τὸ ὀλίσθημά του καὶ άρχισε να ζει τὴν Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή.
Ἡ γυναίκα του, βλέποντας αὐτὴ τὴν μεταστροφή του, τὸν κατήγγειλε στὶς ἀρχές. Τότε ὁ Νικηφόρος συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ Χάνδακα (Ἡράκλειο), ἐνώπιον τοῦ Μουσταφᾶ Πασᾶ, βαλῆ τῆς Κρήτης. Ἡ ὑπόθεση παραπέμφθηκε στὸ Ἱεροδικεῖο, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁ Μάρτυρας ὁμολόγησε μὲ γενναιότητα τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ἡ ἀπόφαση ἦταν καταδικαστική.
Ὁ Νεομάρτυς Νικηφόρος ἀπαγχονίστηκε τὸ ἔτος 1832, σὲ ἡλικία 30 ἐτῶν καὶ ἔλαβε έτσι τὸν ἁμάραντο στέφανο τῆς δόξας
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΕΚ ΣΦΑΚΙΩΝ
Από τα ένδοξα και ηρωικά Σφακιά της Κρήτης καταγόταν ό άγιος Ιωάννης ό νεομάρτυς πού εορτάζουμε στις 15 Σεπτεμβρίου. Επαγγελματικοί λόγοι τον είχαν αναγκάσει - από νέο ακόμα - να βρεθεί στην εύφορη γη της Μικρασίας και εκεί να εργάζεται ως γεωργός στη Νέα Έφεσο (σημερινό Kusadasi). Αρραβωνιασμένος με μία ευσεβή κόρη ζούσε με τιμιότητα και σωφροσύνη. Ό Ιωάννης αγαπούσε πολύ τον Θεό. Συμμετείχε στις ιερές Ακολουθίες της Εκκλησίας μας και τιμούσε με ευλάβεια τις εορτές των Αγίων μας.
Ήταν 29 Αυγούστου του έτους 1811, ημέρα της εορτής της απότομης της τίμιας κεφαλής του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Λίγο πιο έξω από τη Νέα Έφεσο γινόταν πανηγύρι στη μνήμη του Αγίου. Εκεί βρισκόταν και ό Ιωάννης και πανηγύριζε με άλλους δύο γνωστούς φίλους του από τα Σφακιά. Συνέβη όμως την ώρα εκείνη να περάσουν από δίπλα τους άνθρωποι του Τούρκου αγά. Και ζήτησαν με έντονο τρόπο από τούς τρεις αυτούς Έλληνες κεφαλικό φόρο. Οι νέοι δεν θέλησαν να πληρώσουν. Διαμαρτυρήθηκαν έντονα. Ακολούθησε καυγάς και αιματηρή συμπλοκή, πού άφησε νεκρό έναν από τούς Τούρκους. Έντρομοι οι δύο από τούς Σφακιανούς έφυγαν τρέχοντας να κρυφτούν φοβούμενοι τα αντίποινα. Ό Ιωάννης έφυγε και αυτός άλλα με ήσυχη συνείδηση, διότι δεν είχε ανακατευθεί με το φόνο, και επέστρεψε ειρηνικός στις δουλειές του αγρού του. Την επόμενη όμως ήμερα έφθασαν εκεί εξαγριωμένοι οι Αγαρηνοί. Άρπαξαν βίαια τον αθώο Ιωάννη κατηγορώντας τον ως υπεύθυνο του φόνου. Και τον έσερναν στο δρόμο κτυπώντας τον με «βαρβαρικό θυμό». Έτσι βαθιά πληγωμένο και αιμόφυρτο τον έριξαν στη φυλακή «ως κακούργο».
Ό κριτής διέταξε να μείνει εκεί ό Ιωάννης 16 μέρες εγκαταλελειμμένος, «απαρηγόρητος» από φίλους και χωρίς τροφή. Οι δεσμοφύλακες όμως του πετούσαν κάπου - κάπου λίγα ψίχουλα. Ό Ιωάννης υπέμενε με καρτερία και με πίστη και υπομονή τα παθήματα αυτά και περίμενε από τον πανάγαθο Θεό λύση στο πρόβλημα. Θα τον άφηναν άραγε ελεύθερο ή θα ακολουθούσε την οδό του μαρτυρίου; Ό ίδιος ήταν έτοιμος να υποταχθεί με χαρά στο θέλημα του Κυρίου του. Την απόφαση την είχε πάρει μέσα του σταθερά. Δεν θα φοβηθεί τις απειλές των Τούρκων ούτε θα υποκύψει στα δελεάσματά τους. Και θα παραμείνει πιστός μαθητής του Ιησού Χριστού. Και να! ή ώρα της επιλογής έφθασε. Του προτείνουν μια συμβιβαστική λύση:
«Φαίνεται, του λένε, πώς είσαι αθώος. Αλλά εάν θέλεις να σώσεις τη ζωή σου, πρέπει να αρνηθείς την πίστη σου, να γίνεις μουσουλμάνος, να πάρεις τη θέση του φονευθέντος. 'Αν δεν συμφωνείς, σε περιμένει ή αγχόνη».
Ό αθλητής του Χρίστου Ιωάννης ατάραχος έδωσε αμέσως απάντηση που κατέπληξε: «Χριστιανός έγεννήθηκα, Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Ιωάννης ονομάζομαι. Δεν αλλάζω ούτε το όνομα μου ούτε και την πίστη μου». Το πρόσωπο του έλαμπε ολόκληρο.
Την ώρα εκείνη βρήκε την ευκαιρία και έτρεξε κοντά του ή κόρη του Τούρκου κριτή και με λόγια τρυφερά προσπαθούσε να του αλλάξει τη γνώμη και να τον παγιδεύσει στις άνομες επιθυμίες της.
Ό Ιωάννης όμως απαθής και αδιάφορος, ενισχυόμενος από την παντοδύναμη θεία Χάρη του Κυρίου Ιησού Χρίστου, διέλυσε και αυτή την καλοστημένη διαβολική παγίδα με τη σταθερή άρνηση του. Και έτσι τελείως ελεύθερος, «φαιδρός και άγαλλόμενος», κατά τον βιογράφο του, πορεύθηκε τον δρόμο του μαρτυρίου του ικετεύοντας συνεχώς την Παναγία μας: «Ύπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι». Και όσους χριστιανούς συναντούσε στο δρόμο, τούς παρακαλούσε να τον συγχωρήσουν.
Πανέτοιμος στάθηκε στον τόπο του μαρτυρίου. Γαλήνιος, ειρηνικός και προσευχόμενος παραδόθηκε στα χέρια των δημίων. Σε λίγο υψωμένος στην αγχόνη προσέφερε στον Κύριο σαν το πιο ευωδιαστό θυμίαμα την τελευταία αναπνοή της ζωής του. Μια νεανική σφριγηλή καρδιά έπαψε να κτυπά στη γη αυτή. Μια αγνή ψυχή φτερούγισε για τον ουρανό. Ήταν 15 Σεπτεμβρίου του 1811.
Το αιωρούμενο τίμιο σώμα του μάρτυρος εκείνη τη νύχτα πλημμύρισε από ουράνιο ιλαρό φως, πού άφησε έκθαμβους πλήθος Τούρκων καμηλιέρηδων πού έτυχε να διανυκτερεύουν στην ύπαιθρο. Ή είδηση διαδόθηκε αστραπιαία. Κρέμασαν τον αθώο Ιωάννη.
Μετά από τρεις ήμερες οι χριστιανοί με ευλάβεια παρέλαβαν το σεπτό ιερό λείψανο του νεομάρτυρος Ιωάννου και το ενταφίασαν με τιμές στο προαύλιο του ιερού Ναού του Άγιου Γεωργίου της Νέας Εφέσου. Μία ήμερα μετά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού ό άγιος Ιωάννης ό εκ Σφακιών αξιώθηκε να υψωθεί στην αγχόνη του μαρτυρίου του για την αγάπη του Χρίστου.
'Άς χαιρόμαστε όλοι, πολύ δε περισσότερο οι σύγχρονοι πιστοί νέοι μας, γιατί στο χορό των Αγίων έχουμε τέτοιους «δυνατούς» και γενναίους εκπροσώπους μας. Μαζί όμως με τη χαρά μας ας αγωνιζόμαστε να βαδίζουμε και με συνέπεια το δρόμο της χριστιανικής ζωής. Έτοιμοι για κάθε θυσία και για κάθε μορφή ομολογίας για την αγάπη και την αλήθεια του Χριστού. Με τη δύναμη και τη χάρη του ζωοποιού Σταυρού όλα είναι εύκολα και δυνατά και στους πιο δύσκολους καιρούς.
«Σταύρου ένδεδυμένος την πανοπλίαν, του εχθρού κατέβαλες την δυναστείαν, και στερρώ φρονήματι ύπέμεινας, τον δι’ αγχόνης θάνατον διό Χριστός σε άξίως έδόξασεν, Ιωάννη». «Ένδοξε Νεομάρτυς Ιωάννη, αδιαλείπτως ικέτευε υπέρ των ψυχών ημών». Αμήν.
Ο Άγιος οσιομάρτυς Ιλαρίων
Ο άγιος καταγόταν από το Ηράκλειο της Κρήτης και το κοσμικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια, οι δε γονείς του τον είχαν αναθρέψει με επιμέλεια και είχε μάθει τα ιερά γράμματα .
Ο Ιωάννης είχε ένα θείο γιατρό ο οποίος φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη τον πήρε κοντά . Μολονότι ο Ιωάννης έμεινε από μικρός μαζί του για δέκα χρόνια ούτε ιατρική τον έμαθε ο θείος ούτε ενδιαφερόταν καν για τον ανιψιό του . Γι’ αυτό ο Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει από το σπίτι του θείου του και προσελήφθη ως υπάλληλος σ’ ένα έμπορο, Χιώτη στην καταγωγή, ο οποίος απασχολούσε ήδη και κάποιο άλλο υπάλληλο. Κάποτε ο έμπορος αναγκάστηκε να λείψει από το κατάστημά του πηγαίνοντας στην ιδιαίτερή του πατρίδα τη Χίο. Όταν επέστρεψε ,οι δύο υπάλληλοι απέδωσαν λογαριασμό στο αφεντικό τους για το χρονικό διάστημα που απουσίαζε. Ο έμπορος θεώρησε ότι τα χρήματα που είχαν εισπραχθεί δεν ανταποκρίνονταν στην αξία των εμπορευμάτων που είχαν πουληθεί και ότι έλειπαν τριάντα γρόσια , μολονότι δεν είχαν κάνει απογραφή των εμπορευμάτων πριν φύγει. Οι υποψίες και οι απειλές του εμπόρου στρέφονταν κατά του Ιωάννη . Απελπισμένος ο Ιωάννης ζήτησε βοήθεια από τον θείο του, ο οποίος όμως δεν τον δέχθηκε.
Μέσα στην απελπισία του πήγε στο ανάκτορο του σουλτάνου για να συναντήσει τη Βαλιδέ σουλτάνα, τη βασιλομήτορα. Πρώτα παρουσιάστηκε στον επιτετραμμένο αγά ,τον Αιθίοπα Μερτζάν Αγά, που τον γνώριζε, του ανέφερε την υπόθεση και αυτός ο κάκιστος σύμβουλος άρπαξε την ευκαιρία και τον συμβούλεψε να αλλαξοπιστήσει και θα έχει πολλά πλούτη και αξιώματα .
Μέσα στη στεναχώρια του ο Ιωάννης και με συνεργία του διαβόλου δέχθηκε. Τότε περιχαρής ο αγάς τον παρουσίασε στη μητέρα του σουλτάνου και αυτή με τη σειρά της στον σουλτάνο. Αμέσως του έκαναν περιτομή , τον έντυσαν με λαμπρά ενδύματα και τον παρέδωσαν σε κάποιον χότζα να τον διδάσκει.
Μετά τρεις ημέρες όμως ήρθε ο νέος στον εαυτό του και μετανόησε από την καρδιά του. Ζητούσε ευκαιρία να φύγει. Πράγματι κατόρθωσε και έφυγε για την Κριμαία. Έμεινε εκεί δέκα μήνες αλλά δεν μπορούσε να βρει ανάπαυση από το μεγάλο σφάλμα της άρνησης. Έτσι αποφάσισε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη με σκοπό να ομολογήσει τον Χριστό. Κάποιοι πνευματικοί όμως τον συμβούλευσαν να πάει στο Άγιο Όρος.
Πήγε στο Άγιο Όρος , πρώτα στην Ιβήρων κι έπειτα στη σκήτη της Αγίας Άννης, κοντά σε κάποιο ιερομόναχο Βησσαρίωνα, ο οποίος υπήρξε αλείπτης και του νεομάρτυρος Λουκά. Ο Γέροντας τον δέχθηκε και του όρισε κανόνα με αυστηρή άσκηση και νηστεία. Σε λίγο καιρό τον έκειρε μοναχό με το όνομα Ιλαρίων. Ένα πρωί ο Ιλαρίων είπε στον Γέροντά του ότι νιώθει έτοιμος να ομολογήσει τον Χριστό που είχε αρνηθεί .Ο Γέροντας συγκατένευσε στον καλό λογισμό και αναχώρησαν μαζί για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί πρώτα κοινώνησε από τον Γέροντά του τα Άχραντα Μυστήρια και μετά παρουσιάστηκε στον αγά.
Αμέσως μόλις έγινα μουσουλμάνος –του είπε – μετάνιωσα πικρά και αμέσως άφησα το σκοτάδι της πλάνης και επανήλθα στο φως της αλήθειας, γι’ αυτό αναθεματίζω την ομολογία και την πίστη σας. Χριστιανός ήμουν και είμαι και αναθεματίζω το σαλαβάτι σας. Και ρίχνοντας κάτω στη γη το σαρίκι φόρεσε τον μαύρο σκούφο που είχε κρυμμένο στο στήθος του.
Βλέποντας ο αγάς την αμετάθετη απόφασή του διέταξε να τον συλλάβουν και να τον βασανίσουν αλύπητα. Τόσο πολύ τον βασάνισαν που εξαρθρώθηκαν όλα του τα οστά.
Τελικά τον αποκεφάλισαν και έλαβε δύο στεφάνια , της ασκήσεως και του μαρτυρίου .
Κάποτε που είχαν καλέσει τον Γέροντα Βησσαρίωνα σ’ ένα χριστιανικό σπίτι και του έφεραν τα παιδιά να τα ευλογήσει, ένα από αυτά ,κοριτσάκι περίπου οκτώ ετών, που είχε κρυφό δαιμόνιο, μαύρισε , έκανε άτακτες κινήσεις και τελικά έπεσε κάτω σα νεκρό. Ο Γέροντας είχε μαζί του λίγο αίμα του Αγίου αλλά , πριν ακόμα προλάβει να σφραγίσει με αυτό το κορίτσι ,βγήκε το δαιμόνιο από μέσα του και σηκώθηκε γερό το παιδί .
Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 20 Σεπτεμβρίου 1804
ΕΥΜΕΝΙΟΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
῏Ηταν μεγάλος ἀσκητής, πολύ ἐνάρετος καί εἶχε τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας. ῾Η ἁγιότητα τοῦ βίου τόν εἶχε κάμει γνωστό παντοῦ καί εἶχε μεγάλο κῦρος. Τοῦτο φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι μέ τό κῦρος τῆς ἁγιότητός του ἔλυσε τήν μακρά ἔχθρα μεταξύ τοῦ ἰσχυροῦ αὐτοκράτορος Κων/νου Δ´ Πωγωνάτου (668-685 μ.Χ.) καί τῶν ἀδελφῶν του ῾Ηρακλείου καί Τιβερίου πού ἦταν κατ’ ὄνομα μόνο συμβασιλεῖς. ῾Η ἀρχιερατεία του τοποθετεῖται μεταξύ τῶν ἐτῶν 670-680 μ.Χ. ᾿Αγωνίσθηκε ὑπέρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας πολεμώντας τίς αἱρέσεις τῶν Μονοθελητῶν καί Εὐτυχιανῶν. Μετέβη στή Ρώμη καί ἀπό ἐκεῖ χωρίς τή θέλησή του στή Θηβαΐδα ὅπου καί ἐκοιμήθη. Κατά τήν ἐπιθυμία του, πρό τῆς κοιμήσεώς του ἀποδόθηκαν στήν ᾿Εκκλησία Γορτύνης τά ῾Ι. Λείψανά του καί ἐναπετέθησαν δίπλα στόν τάφο τοῦ ῾Αγίου Κυρίλλου τοῦ ῾Ιερομάρτυρος στή θέση Ράξος. ῾Η μνήμη του τιμᾶται στίς 18 Σεπτεμβρίου ἀπό τήν ᾿Ορθόδοξη καί τή Ρωμαιοκαθολική ᾿Εκκλησία. Ναοί τοῦ ῾Αγίου Εὐμενίου στήν ῾Ι. Μητρόπολη Γορτύνης καί ᾿Αρκαδίας ὑπάρχουν τέσσερις· α) ᾿Ενορίας ῾Αγίου Κυρίλλου, β) ᾿Ενορίας Ροτασίου, γ) ᾿Ενορίας Σίβα καί δ) ᾿Ενορίας Βουρβουλίτου, στήν περιοχή ῾Αλμυρῆς, τήν ὁποία ἐγκαινίασε ὁ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Γορτύνης καί ᾿Αρκαδίας Κύριλλος.
Ὁσιομάρτυρες καί Ὅσιοι οἱ ἐν τῇ Ἱ. Μονῇ Καλυβιανῆς
Οἱ Ὅσιοι αὐτοί διέλαμψαν στήν Ἱ. Μονή Καλυβιανῆς, κατά τούς δυσχειμέρους καιρούς τῆς Ἑνετικῆς καί Ὀθωμανικῆς κατοχῆς τῆς Κρήτης. Ἐμφανίστηκαν σέ πολλούς διηγούμενοι τόν βίο καί τήν ἐν Χριστῷ τελείωσή τους.
Τό 1993 στόν αὔλειο χῶρο τῆς Ἱ. Μονῆς ξεράθηκε ἕνα κυπαρίσσι τό ὁποῖο ἔπρεπε νά κοπεῖ γιά λόγους ἀσφαλείας. Ὅταν ἔγινε ἡ ἐκρίζωση τοῦ δένδρου βρέθηκαν τάφοι καί λείψανα τά ὁποῖα ἀπέπνεαν εὐωδία. Τότε πλήθυναν τά σημεῖα τῆς ἐμφανείας τους σέ μοναχές, εὐσεβεῖς χριστιανούς, ἐργάτες, τεχνίτες καί προσκυνητές ἀπό τήν Κρήτη καί ἐκτός αὐτῆς.
Στίς 28-9-2008 ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Γορτύνης καί Ἀρκαδίας κ. Μακάριος καθαγίασε κατά τήν Θ. Λειτουργία τήν Ἱ. Εἰκόνα τους καί καθιέρωσε τό πρῶτον τήν ἑορτή τῆς συνάξεώς των, ἐνῶ στίς 28-9-2012 ἐγκαινίασε τόν Ἱ. Ναό τοῦ Ὁσ. Χαραλάμπη, δίπλα στόν ὁποῖο βρέθηκαν οἱ τάφοι τους καί στόν ὅνομα τῶν ἐν λόγῳ Ὁσιομαρτύρων καί Μαρτύρων. Τά λείψανά τους, βρύουν ἰάσεις.
Όσιος Γεράσιμος ο Βυζάντιος
Ο Όσιος Γεράσιμος, ο διδάσκαλος, καταγόταν από ευσεβές γένος. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στα λεγόμενα Υψωμάθεια, από γονείς ευσεβείς. Συναναστράφηκε στην πατρίδα του με σοφούς άνδρες, ήλθε στην Πάτμο, όπου μαθήτευσε κοντά στον πιο σοφό δάσκαλο του Γένους, τον Όσιο Μακάριο τον Καλογερά, στην περιώνυμη Πατμιάδα Σχολή και ανέλαβε την καθοδήγησή της μετά την οσιακή κοίμηση του Οσίου Μακαρίου. Αφού απομακρύνθηκε από τις βιοτικές μέριμνες, έγινε μοναχός στη βασιλική και πατριαρχική Μονή του Ευαγγελιστού και Θεολόγου Ιωάννου στην Πάτμο, στην οποία και χειροτονήθηκε ιερέας.
Πολιτεύθηκε με όσιο και καλό τρόπο, υπήρξε άριστος παιδαγωγός των νέων και φώτισε τους πάντες. Αφού αρρώστησε από λιθίαση, αναχώρησε για τη Σμύρνη προς θεραπεία της αρρώστιας του. Επειδή δεν πέτυχε τον σκοπό του, πήγε στην Κρήτη, όπου κοιμήθηκε οσιακώς το έτος 1770 μ.Χ. και τάφηκε στην Ιερά Μονή της Παναγίας Τριάδος, την επονομαζόμενη των Τζαγκαρόλων. Μόλις έμαθαν οι μοναχοί στην Πάτμο την κοίμηση του Οσίου κατέφθασαν με πλοίο στην Κρήτη, ζητώντας το τίμιο λείψανό του. Όταν αρνήθηκαν οι Πατέρες της Μονής της Αγίας Τριάδος να αποδώσουν τον πολύτιμο θησαυρό «ὃν ἀπέστειλεν αὐτοὶς ὁ Θεός» έγινε αγρυπνία και κατά την διάρκεια του χερουβικού Ύμνου εκόπη αυτομάτως το ιερό δεξί χέρι του Οσίου, το οποίο έλαβαν και μετέφεραν οι μοναχοί στην Πάτμο, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα, αναβλύζοντας τις δωρεές της χάριτος σε όσους προσέρχονται σε αυτή με πίστη.
Το χαριτόβρυτο λείψανο του Οσίου που φυλασσόταν κάτω από την αγία Τράπεζα του Καθολικού της σεβασμίας Μονής των Τζαγκαρόλων, μαζί με το λείψανο του οσίου πατρός ημών Ακακίου, που έζησε οσιακώς στη Μονή και τελειώθηκε ο βίος του σε αυτήν, παραδόθηκε στη φωτιά από μιαρούς Αγαρηνούς που επέδραμαν εναντίον της Ιεράς Μονής το έτος 1821 μ.Χ. και την έκαψαν. Χάθηκε έτσι ο σπουδαίος αυτός θησαυρός της χάριτος.
Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Ο Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς γεννήθηκε το 1633 μ.Χ. γεννήθηκε στο χωριό Σκιλλούς της Πεδιάδος Κρήτης από ευγενείς και ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του Θεόδωρος υπήρξε πρωτοπαπάς και ιεροκήρυκας στον Χάνδακα και είναι γνωστή μία ομιλία του που εξεφώνησε στη μνήμη των Αγίων δέκα μαρτύρων των εν Κρήτη το 1633 μ.Χ. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του. Κατόπιν μετέβη για σπουδές στην Κέρκυρα και την Βενετία. Γνώριζε ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά· «φιλότιμος γαρ ων και δεξιάς φύσεως δια το μνημονικόν, εν λόγοις μέγας εγένετο τη μαθήσει πάντας τους κατ’ εκείνου καιρού υπερβαίνων».
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα δεν κατάφερε να μεταβεί στην Κρήτη λόγω της αλώσεως της από τους Τούρκους. Έτσι δίδασκε και κήρυττε στην Πελοπόννησο, τα Ιωάννινα, την Άρτα και την Παραμυθία. Άγνωστο πότε, εξελέγη μητροπολίτης Καστορίας, στην οποία χρημάτισε διδάσκαλος, παρέχοντας δείγματα της σοφίας και της αγιότητός του. Τον Μάϊο του 1686 μ.Χ. του δόθηκε επιτροπικώς η μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Ο Καισάριος Δαπόντες γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος «έκαμεν Αδριανουπόλεως τον από Καστορίας σοφώτατον Γεράσιμον».
Στις 25 Ιουλίου 1688 μ.Χ. εξελέγη πατριάρχης Αλεξανδρείας, διαδεχθείς τον αποθανόντα στο σεισμό της Σμύρνης Πατριάρχη Παρθένιο (1678 - 1688 μ.Χ.) τον από Βηθλεέμ. Κύριο μέλημά του ήταν η διάδοση του θείου λόγου. Σώζονται πολλές χειρόγραφες ομιλίες του. Λόγω μεγάλων χρεών του πατριαρχείου αναγκάσθηκε να περιέλθει τις ρουμανικές χώρες και τη Ρωσία διενεργώντας εράνους. Οι άρχοντες τον δέχονταν με τιμές και του προσέφεραν πλούσια δώρα, εξασφαλίζοντας τα εκεί μετόχια του πατριαρχείου. Εργάσθηκε για την επίλυση του χρονίζοντος σιναϊτικού προβλήματος και συνέταξε κανονισμό για το πτωχοκομείο της μονής Αγίου Γεωργίου Καΐρου. Ανέπτυξε πλούσια αλληλογραφία με προσωπικότητες της εποχής του, όπως τον Μέγα Πέτρο της Ρωσίας, τον πάπα Ρώμης Κλήμεντα ΙΑ΄, την Εκκλησία της Κύπρου και της Κρήτης.
Στις 20 Ιανουαρίου 1710 μ.Χ., μετά 22 ετών γόνιμη πατριαρχεία, παραιτείται λόγω ασθενείας, γήρατος και χάριν της ησυχίας υπέρ του Επισκόπου Χίου Σαμουήλ: «Γήρατι όμως ήδη κατακαμφθείσα - η μετριότητα του, όπως γράφει στην παραίτηση του ο ίδιος - και πάθεσι νοεροίς περιπεσούσα, την του σώματος δύναμιν εγνώρισεν ατονήσασαν και εις μνήμην έχουσα το τέλος της ζωής και το του θανάτου άφευκτον και άδηλον και άωρον, τοις πάσι χάριν κέκρικεν ειπείν, και μόνην της ησυχίας ασπάσασθαι, ως φίλην θεώ και την της ψυχής προξενούσαν σωτηρίαν… Τούτων δε πάντων λύπη συσχεθέντων εν δάκρυσι θερμοίς και πνεύματι συντετριμμένω ουκ εδέξαντο την αγγελίαν, αλλ’ ηξίουν ημάς μεταβαλείν τον σκοπόν και την αιτίαν του τοιούτου απροσδοκήτου αυτών απορφανισμού επυνθάνοντο μήποτε δια λύπην η παραπικρασμόν η ενόχλησίν τινος των πατέρων η των χριστιανών, προετράπημεν εις τούτο, ημείς δε παντοίοις τρόποις και λόγοις βεβαιώσεως επιστώσαμεν τους πάντας, ότι δια μόνην την ησυχίαν και την της ψυχής ημών σωτηρίαν τούτο γίνεται μόλις ουν κατένευσαν τω ημετέρω σκοπώ, ω εν ονόματι του μεγάλου θεού».
Ο πατριάρχης Γεράσιμος παρέμεινε στο Ταμιάθιο ως τον Μάϊο του 1712 μ.Χ. Κατόπιν μετέβη για εφησυχασμό, μελέτη και προσευχή στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου και ανεπαύθη οσιακώς τον Ιανουάριο του 1714 μ.Χ. Στον τάφο του υπήρχε η επιγραφή: «Εκοιμήθη ο δούλος του θεού και μακαριώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας κυρ Γεράσιμος εν έτει αψιδ’΄μηνι Ιανουαρίω ιε’΄ Ινδικτιώνος». Η κάρα του φυλάγεται σε ασημένια λειψανοθήκη στο άγιο βήμα του Καθολικού της μονής.
Οσοι αναφέρονται σε αυτόν τον εγκωμιάζουν για τη λογιότητα και την αγιότητά του: Ο μοναχός Καισάριος Δαπόντες ο Ξηροποταμηνός γράφει: «Ανήρ σοφώτατος και αγιώτατος, θεολόγος, φιλόσοφος, ανιχνευτής του βάθους των θείων Γραφών, δαημονέστατος της ελληνικής, εβραϊκής και λατινικής γλώσσης εχρημάτισε…». Ο έξ Απορρήτων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έγραφε προς τον ίδιο: «Τον δε λειμώνα των αρετών και των χαρίτων, ώσπερ αυτώ τέθηλε και επανθεί και κοσμεί ποικίλοις καρποίς, και την αθάνατον υμίν ευωδίαν αποπνέει.. διοφρήδην έπεισιν εκείνο γε΄ ότι το της οικουμένης κριτήριον, την θεοφρούρητον ρήσιν καθέδραν των Αλεξανδρέων, εν καιροίς ιδίοις, αξιολογωτάτην ανδρών ουδέποτε κατέλιπιν έρημον η θεία πρόνοια..». Αξιοσημείωτοι είναι και οι λόγοι του Γερασίμου Μαζαράκη: «Ο Γεράσιμος πρέπει να συναριθμηθή μεταξύ των μεγάλων της Ανατολής Πατριαρχών και προμάχων της Ορθοδοξίας, ως δια του λόγου, της γραφίδος και του παραδείγματος καταπολεμήσας επιτυχώς τας προσπαθείας της Δύσεως. Μη δε τις νομίση ότι ο κίνδυνος, ον διέτρεχεν η Ανατολή, ήτο τότε μικρότερος του επί Κυρίλλου. Η Εκκλησία της Ρώμης διδαχθείσα εκ των πραγμάτων ότι ουδέν ηδύνατο να κατορθώση δια της βίας, μετεχειρίζετο νυν πολιτικήν διαλλαγής και δια ιεραποστόλων, συστάσεως σχολείων εν Ανατολή και εκδόσεως συγγραμμάτων, εξηκολούθει να επιδιώκη την πραγματοποίησιν των προαιωνίων πόθων της. Μεγάλως τότε κατερραδιουργούντο ο ημέτεροι, ιδία δε εν Παλαιστίνη και Συρία… Τας ενεργείας ταύτας επολέμησεν ο Γεράσιμος δια τε της προς τους εν Τριπόλει της Συρίας επιστολής του και του μεγάλου σεβασμού, ου παρά τοις εν Συρία και Παλαιστίνη απήλαυε».
Έργα του αγίου Γερασίμου σώζονται: θεολογικά, υμνογραφικά, φιλοσοφικά και φιλολογικά. Βιογράφος του είναι ο συνώνυμος και ένας των διαδόχων του Γεράσιμος Γ΄ ο Γηράρης (1783 - 1788 μ.Χ.), ο όποιος στις 20 Μαΐου 1785 μ.Χ. γράφει: «Βίος του εν Αγίοις Πατρός ημών Γερασίμου Πατριάρχου Αλεξανδρείας του Κρητός και Παλλαδά καλουμένου Μητροπολίτου πρότερον Καστορίας». Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Απήλθεν εις τας αιωνίους και μακαρίους των δικαίων σκηνάς, ίνα κατατρυφά της θείας ελλάμψεως, ελλαμφθείς πρότερον εντεύθεν, ως έμαθε παρ’ αυτού του αγίου Πνεύματος, ως και ημάς εδίδαξεν. Αλλ’ ω πάτερ άγιε και σεβάσμιε, ο ελλαμπόμενος και δεχόμενος τας θείας ελλάμψεις εντελώς, δος και ημίν άπασι τοις αγαπώσι τα σα ένθεα προτερήματα, όπως διά σου χειραγωγούμενοι, φωτισθώμεν και ημείς μη ετέρως σε βλέπειν, μηδ΄εις δεξιά η αριστερά παρεκκλίνειν…».
Ακολουθία συνέθεσε ο νυν μητροπολίτης Ρόδου Κύριλλος Κογεράκης. Η επίσημη αναγνώριση του έγινε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στις 17 Σεπτεμβρίου 2002 μ.Χ.
ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΑΘΩΝΙΤΗΣ
Ο ΟΣΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ γεννήθηκε στην πρωτεύουσα του Πόντου Τραπεζούντα μεταξύ των ετών 927-930. Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι και ευγενείς. Το όνομα του ήταν Αβραάμιος. Ο πατέρας καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η μητέρα από την Κολχίδα του Πόντου. Πριν γεννηθεί, ο πατέρας απέθανε και λίγο μετά τη γέννηση του, και η μητέρα απήλθε από τον παρόντα κόσμο.
Ο μικρός Αβραάμιος, ορφανός και από τους δύο γονείς, τέθηκε υπό την προστασία συγγενής του μοναχής, η οποία ανέλαβε την φροντίδα και την παιδαγωγία αυτού. Όλη δε η ζωή και η συμπεριφορά της μοναχής επέδρασε θετικά και καταλυτικά στην μετέπειτα εξέλιξη του Αβρααμίου.
Ο μικρός Αβραάμιος, παρ' ότι ήταν παιδί, η ζωή και η συμπεριφορά του δεν έμοιαζε με εκείνες των άλλων συνομιλήκων του. Ο χαρακτήρας του δεν ήταν απρεπής, απρόσεκτος και αγενής. Καταγινόταν με την προσευχή και τις άλλες θρησκευτικές πράξεις. Μετά την κοίμηση της προστάτιδας του μοναχής και αφού έλαβε την εγκύκλια παιδεία, με την βοήθεια ενός αυτοκρατορικού φορολογικού υπαλλήλου που ήλθε στην Τραπεζούντα για την είσπραξη των δημοσίων φόρων, έρχεται στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορος Ρωμανού Α' Λεκαπηνού (920-944).
Στην Πόλη φοιτά στη Σχολή του Προέδρου των σχολών της Πρωτευούσης, που εκαλείτο Αθανάσιος. Στη σχολή αυτή επιδίδεται με ζήλο και επιμέλεια στην εκμάθηση των γραμμάτων της θύραθεν (κοσμικής) παιδείας. Παράλληλα δεν παρέλειπε τα πνευματικά και θρησκευτικά του καθήκοντα. Στην Κωνσταντινούπολη εγνώρισε τον συγγενή του στρατηγό Ζεφιναζέρ, στο σπίτι του οποίου έκτοτε διέμεινε.Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα ο Αβράαμιος κατέστη κάτοχος και διδάσκαλος πάσης φιλοσοφίας και ρητορικής, ώστε η φήμη του να φτάσει μέχρι και τα βασιλικά ανάκτορα.
Ο ενάρετος και σοβαρός βίος του, το πράον του ήθους, το γλυκύ της ομιλίας, ο πλούτος της γνώσεως, το έντιμον και το χρηστόν του χαρακτήρος του τον έκαναν αγαπητόν σε όλους. Εξαιτίας των χαρισμάτων του, οι μαθητές και διδάσκαλοι της Σχολής, «κοινή ψήφω», εζήτησαν από τον αυτοκράτορα να εκλεγεί διδάσκαλος αυτής. Έτσι, με αυτοκρατορική υπόδειξη, τιμάται με το αξίωμα του διδασκάλου.
Ο Αβραάμιος σύντομα απέδειξε τις ικανότητες του. Απέκτησε πολλούς μαθητές και συγχρόνως τη φήμη του σοφού διδασκάλου. Γι' αυτό, χρόνο με το χρόνο, ο αριθμός των μαθητών ηύξανε. Αλλ' ο Αβραάμιος ταυτόχρονα ζούσε συνεπή χριστιανική ζωή. Η επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στο Θεό. Την περίοδο αυτή ο συγγενής του στρατηγός Ζεφιναζέρ αναλαμβάνει την ναυτική διοίκηση στο Αιγαίο και παίρνοντας μαζί του τον Αβραάμιο πραγματοποιεί περιοδεία στο Αρχιπέλαγος. Κατέπλευσαν στη νήσο Λήμνο, απ' όπου διακρινόταν το Άγιον Όρος, όπου έμελλε αργότερα να ιδρύσει τη Λαύρα. Επανερχόμενος στην Πόλη, συναντάται με τον όσιο Μιχαήλ Μαλεΐνον, ιδρυτή και ηγούμενο της Λαύρας του Κυμινά. Του εξομολογείται την επιθυμία να ασπαστεί τον μοναχικό βίο. Στην Πόλη έγινε και η συνάντηση των Οσίου Μιχαήλ, Νικηφόρου Φωκά, μετέπειτα αυτοκράτορος, και του Αβρααμίου. Έτσι, κρίνεται από τον όσιο Μιχαήλ άξιος να ακολουθήσει βίο πιο ησυχαστικό και ασκητικό, και επιλέγει τόπο ερημικό, όπου επιδίδεται σε νέους πνευματικούς αγώνες. Βλέποντας ο Όσιος Μιχαήλ την μεγάλη πνευματική άσκηση του Αθανασίου, πρόβλεψε (προείδε) την μετέπειτα εξέλιξη του, ότι δηλαδή θα γίνει διάδοχος του στα πνευματικά χαρίσματα.
Αλλά τον Αθανάσιο για άλλα είχε προορίσει ο Θεός. Ως εκ τούτου, από το όρος Κυμινά αναχωρεί και έρχεται στο Άγιον Όρος. Εδώ, φθάνοντας, περιοδεύει πολλά σκηνώματα της αθωνικής χερσονήσου και γνωρίζει πολλούς και εναρέτους μοναχούς και ασκητές. Εντυπωσιάζεται από την σκληρή ασκητική ζωή, τον λιτό βίο, τις πολλές στερήσεις. Αρχικά γίνεται υποτακτικός σε ένα απλό γέροντα, χωρίς να αποκαλύψει ποιος ήταν, κοντά στη Μονή Ζυγού.
Δεν εφανέρωσε το πραγματικό του όνομα, αλλά προσποιήθηκε ότι ονομάζεται Βαρνάβας, γιατί ήθελε να είναι απαρατήρητος. Επιθυμία του ήταν να γνωρίσει τους μοναχούς του Όρους και να ακολουθήσει ένα υψηλότερο στάδιο μοναχικού βίου, του ερημίτη. Όπως ο ίδιος αναφέρει στο Τυπικό του, την περίοδο αυτή οι αρχές του Άθω δεν επέτρεπαν σε κανένα μοναχό να ζήσει ως ερημίτης, εάν δεν είχε παραμείνει στο Όρος δύο ή τρία χρόνια. Με τον τρόπο αυτό υπήρχε ένας έλεγχος δι' όσους ήθελαν να γίνουν ερημίτες.
Ο Αθανάσιος, έπρεπε, για να μην αποκαλύψει τον εαυτό του να υποταχθεί σε κάποιο αναχωρητή. Έτσι έκρυβε τις γνώσεις του και τις πνευματικές του ικανότητες από σεβασμό στον γέροντά του, που -ήταν αμόρφωτος.
Υποτάσσεται, λοιπόν, σε σχεδόν αμόρφωτο γέροντα, παρά του οποίου, εκτός της μοναχικής ασκήσεως, «διδάσκεται τα ιερά γράμματα».
Ενώ λοιπόν ο Αθανάσιος δοκιμαζόταν στον Άθω ως υποψήφιος ασκητής, ο δομέστικος των Σχολών της Ανατολής, Νικηφόρος Φωκάς, τον αναζητούσε. Βέβαιον είναι ότι έκανε έρευνες σε διάφορα μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας χωρίς αποτέλεσμα.Τέλος θυμήθηκε, λέει ο βιογράφος του, ότι ο Αθανάσιος του είχε μιλήσει για πιθανή αναχώρηση και των δύο στο Άγιον Όρος. Γράφει λοιπόν στον κριτή-έπαρχο της Θεσσαλονίκης και του ζητά να μεταβεί στον Άθω προς αναζήτηση του Αθανασίου, περιγράφοντας τα προσωπικά χαρακτηριστικά του.
Ο κριτής μεταβαίνει στο Όρος, συναντάται με τον Πρώτο του Όρους Στέφανο (958962) και διαβιβάζει το αίτημα. Ο Πρώτος υπόσχεται να προβεί στην ανεύρεση του, ενώ επλησίαζαν τα Χριστούγεννα και η σύναξη των γερόντων του Όρους γινόταν τρεις φορές το χρόνο: Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στις 15 Αυγούστου, εορτή της κοιμήσεως της Παναγίας. Στις συνάξεις, υπό την προεδρία του Πρώτου, συμμετείχαν οι πατέρες οι οποίοι ασκούνταν στην περιοχή της Λαύρας των Καρυών.
Κατά τα Χριστούγεννα λοιπόν του έτους εκείνου, έγινε από τον Πρώτο Στέφανο8 η αναγνώριση του Αθανασίου. Όλοι οι Αθωνίτες ξέρουν πλέον ότι ο Βαρνάβας είναι ένας μορφωμένος μοναχός, αλλά δεν γνωρίζουν ποιος είναι στην πραγματικότητα, γιατί ζήτησε από τον Πρώτο να κρατήσει το μυστικό του, διαφορετικά θα έφευγε από τον Άθω. Ο Πρώτος του παραχωρεί ένα αναχωρητικό κελλί κοντά στις Καρυές. Ο Αθανάσιος εγκαθίσταται εκεί με ένα μαθητή, ονόματι Λουκίτζη και ασκεί το επάγγελμα του καλλιγράφου. Εκεί ο Αθανάσιος παρέμεινε μέχρι το 959.
Περί το έτος 960 έρχεται στο Όρος ο αδελφός του Νικηφόρου και δομέστικος των Σχολών της Δύσεως Λέων Φωκάς, μετά την νίκη του κατά των Σκυθών, για να ευχαριστήσει από ευγνωμοσύνη τον Θεό. Επιθυμούσε βέβαια να συναντήσει *τον Αθανάσιο, όπερ και έγινε. Τότε λοιπόν όλοι πληροφορούνται ποιος ήταν πραγματικά ο Βαρνάβας και ποιες οι σχέσεις του με την περιφανή οικογένεια Φωκά. Το ασκητικό περιβάλλον, η όλη προσωπικότητα και η σχέση του με την ένδοξη οικογένεια της αυτοκρατορίας, προκάλεσαν αίσθηση στους Αθωνίτες και πολλοί παρεκινήθησαν να προσέλθουν κοντά του.
Ο Αθανάσιος θέλοντας να αποφύγει την προσέλευση και σύγχυση, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο, που είχε, όταν αφίχθει στο Όρος: να αποσυρθεί στα ενδότερα του Όρους, στην ησυχία. Έτσι, με την ευλογία του Πρώτου και της Συνάξεως, αφού έμεινε δυο χρόνια στις Καρυές, έλαβε ένα τόπο εξαιρετικά απρόσιτο και ερημικό, που λεγόταν Μελανά, στη θέση όπου έκτισε τη Λαύρα. Εκεί έστησε την ασκητική του καλύβη, σαν άλλο αρετής εργαστήριον, και επιδόθηκε σε νέους πνευματικούς αγώνες αφοσιωμένος στις κατά Θεόν μελέτες και θείες θεωρίες.
Την ίδια περίοδο ο Νικηφόρος Φωκάς διηύθυνε την εκστρατεία του Βυζαντινού στρατού, περί το 960, για την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Οι συγκρούσεις ήταν σκληρές και αμφίρροπες. Η βυζαντινή στρατιά υπέφερε από το κρύο και την έλλειψη τροφών, σε αντίθεση με τον στρατό των Αράβων.
Επιθυμώντας να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών, ο Φωκάς υπενθύμιζε ότι σκοπός της εκστρατείας ήταν η απελευθέρωση εδαφών και πληθυσμού χριστιανικού. Άλλωστε, οι Άραβες ή Σαρακηνοί, έχοντες ως ορμητήριο την Κρήτη, έκαναν επιδρομές σε όλο το Αιγαίο, ακόμα και το Άγιον Όρος, από το οποίο πέραν των λαφύρων, είχαν αιχμαλωτίσει και μοναχούς.
Στην προσπάθειά του να ενισχύσει το ηθικό του στρατού, απεφάσισε να αποστείλει γράμματα σε μοναστήρια της Μ. Ασίας και στο Άγιον Όρος, ζητώντας να στείλουν μερικούς μοναχούς κοντά στο στρατό. Μεταξύ των μοναχών, έγραψε και στον Αθανάσιο και στον Πρώτο του Όρους. Οι Αθωνίτες απάντησαν θετικά. Με την ευλογία του Πρώτου και των γερόντων του Όρους, αποφασίζει να μεταβεί στην Κρήτη ο Αθανάσιος συνοδευόμενος από ένα μοναχό, το Θεόδοτο.
Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν συγκινητική. Ο Αθανάσιος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον πνευματικό του φίλο Νικηφόρο Φωκά. Η αποστολή και παραμονή του Αθανασίου στην Κρήτη στέφθηκε με πλήρη επιτυχία. Επέτυχε να βοηθήσει στην εκδίωξη των Αράβων από την Κρήτη, την απελευθέρωση όσων Αθωνιτών είχαν συλληφθεί και διασωθεί, και την επανασύνδεση του φιλικού του δεσμού με τον στρατηγό Νικηφόρο Φωκά.
Εκεί καταστρώθηκε η ιδέα της ιδρύσεως ενός μοναστηριού στον Άθω, υπό την ηγουμενία του Αθανασίου, στο οποίο θα εμόναζε και ο Φωκάς. Για τον σκοπό αυτό ο Φωκάς πρότεινε στον Αθανάσιο να του διαθέσει τα χρήματα που θα απαιτούνταν για την ανέγερση της Μονής. Αφού οι δύο άνδρες έμειναν σύμφωνοι περί της Μονής και τα σχετικά με αυτήν, ο μεν Αθανάσιος ανεχώρησε για τον Άθωνα, ο δε Φωκάς επέστρεψε στη Βασιλεύουσα. Επιστρέφοντας ο Αθανάσιος στο Όρος, εσκέπτετο να αρχίσει την ίδρυση της Λαύρας. Στο μεταξύ ο Νικηφόρος Φωκάς αποστέλλει στον Άθω τον έμπιστο του μοναχό Μεθόδιο, με επιστολή και τα αναγκαία χρήματα για την έναρξη των εργασιών. Ο Μεθόδιος παρέμεινε στο κελλί του Αθανασίου έξι μήνες και δεν ανεχώρησε παρά αφού έπεισε τον Αθανάσιο να αρχίσει την κατασκευή της Λαύρας και αφού είχαν αρχίσει οι οικοδομικές εργασίες.
Πράγματι ο Αθανάσιος άρχισε με την ανέγερση του ησυχαστηρίου, όπου θα εμόναζε ο Νικηφόρος και ναό επ' ονόματι του Τιμίου Προδρόμου10. Στη συνέχεια προχώρησε στην ανέγερση του καθολικού και άλλων κτισμάτων. Ενώ λοιπόν προχωρούσαν οι εργασίες ανεγέρσεως του καθολικού και των κελλίων, έφθασε η είδηση της ανόδου τουΝικηφόρου στον αυτοκρατορικό θρόνο. Η είδηση αυτή επίκρανε τον Αθανάσιο, ο οποίος ανέλαβε την ανοικοδόμηση της Λαύρας μετά από επίμονες παρακλήσεις του Νικηφόρου και την υπόσχεση του να ακολουθήσει το μοναχικό βίο.
Γι' αυτό απεφάσισε να εγκαταλείψει την ηγουμενία της Λαύρας και να φύγει από το Όρος.
Φεύγει λοιπόν και αποβιβάζεται στην Άβυδο της Μικράς Ασίας. Φθάνοντας εκεί, έστειλε πίσω στον Άθωνα το πλοίο της Λαύρας με τους περισσότερους εκ των συνοδών του. Ένα μοναχό αποστέλλει στη Βασιλεύουσα με σκοπό να επιδώσει στον αυτοκράτορα επιστολή και ο ίδιος με τρεις εμπίστους μοναχούς επιβιβάζεται σε πλοίο με προορισμό την Κύπρο. Με το γράμμα στον αυτοκράτορα τον πληροφορεί ότι παραιτείται από την ηγουμενία, αλλά συγχρόνως του υποδεικνύει το μοναχό Ευθύμιο, να αναλάβει το αξίωμα.
Φθάνοντας στην Κύπρο, διαμένει στη Μονή των Ιερέων και αποστέλλει τον μοναχό Θεόδοτο στη Λαύρα, με αποστολή να παρακολουθεί την εξέλιξη των υποθέσεων της Μονής. Μόλις η πορεία των πραγμάτων της Μονής πήρε αρνητική τροπή, ο Θεόδοτος επιστρέφει στην Κύπρο και ενημερώνει τον Αθανάσιο για την κατάσταση. Ο αυτοκράτωρ, διαβάζοντας την επιστολή του Αθανασίου, λυπείται, καθιστά τον μοναχό Ευθύμιο ηγούμενο της Λαύρας και πάραυτα, αποστέλλει γράμματα προς αναζήτηση του Αθανασίου, ο οποίος κρυβόταν στη Μονή των Ιερέων.
Τα γράμματα έφθασαν και στον ηγούμενο της Μονής των Ιερέων, ο οποίος εκάλεσε τον Αθανάσιο και τον συνοδό του μοναχό Αντώνιο προς εξακρίβωση. Ο Αθανάσιος απέφυγε να αποκαλύψει τον εαυτό του. Αναχωρεί με τον Αντώνιο και φθάνει στην πόλη Αττάλεια της Μ. Ασίας, όπου φθάνει επίσης και ο μοναχός Θεόδοτος, ο οποίος πληροφορεί τον Αθανάσιο για την θλιβερή κατάσταση της Λαύρας. Έτσι χωρίς χρονοτριβή, αποφασίζει να επιστρέψει στη Μονή. Η επάνοδος του στη Λαύρα έδωσε χαρά και ικανοποίηση στους πατέρες, οι οποίοι δοκιμάσθηκαν αρκετά κατά το διάστημα της απουσίας του, κατά την οποία διακινδύνεψε και η ίδια η ύπαρξη της Μονής.
Αφού ετακτοποίησε καλώς όλα τα πράγματα της Λαύρας, απεφάσισε να μεταβεί στη Βασιλεύουσα προς συνάντηση του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά. Η συνάντηση των δύο ανδρών υπήρξε συγκινητική, και ακόμη περισσότερο, σημαντική και χρήσιμη. Δεν έγινε απλώς η διάλυση των παρεξηγήσεων αλλά υπήρξε σταθμός, όχι μόνον για την ιστορία της Λαύρας, αλλά και του Αγίου Όρους.
Ο Αθανάσιος εγνώριζε πολύ καλά ότι ο Νικηφόρος Φωκάς από τη θέση την οποία πλέον κατείχε θα βοηθούσε αποτελεσματικά τη Λαύρα. Πράγματι, ο αυτοκράτωρ εξέδωσε, χάρη του Αθανασίου, υπέρ της Λαύρας τρία χρυσόβουλλα, τα οποία εκτός από τη θεσμική τους διάσταση, παραχωρούσαν στην νεόδμητη Λαύρα σημαντικές δωρεές. Στο χρυσόβουλλο του, το οποίο είχε χαρακτήρα Τυπικού για τη Λαύρα, ο Φωκάς περιέχει μία ρήτρα μεγάλης σημασίας: κανείς δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει στη Λαύρα εκτός από τον αυτοκράτορα. Η Λαύρα η οποία από ιδιωτική κατέστη βασιλική αυτοκρατορική, με την ανάρρηση του Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο καθιερούται ελευθέρα και αυτοδέσποτος από κάθε κοσμική ή εκκλησιαστική αρχή.
Ο Νικηφόρος, κτίτωρ της Μονής, έχει την κυριότητά της σε όλη τη διάρκεια της ζωής του, και μετά το θάνατο του περιέρχεται στο Αθανάσιο, ο οποίος είναι ισόβιος ηγούμενος. Ο Φωκάς με το χρυσόβουλλο του απαγορεύει την παραχώρηση της Λαύρας σε πρόσωπο ξένο προς αυτήν, κοσμικό ή εκκλησιαστικό ή σε άλλη Μονή. Παράλληλα χορηγεί στη Λαύρα χρηματικές παροχές σε ετήσια βάση, αναγκαίες για τη συντήρηση της. Έτσι, η Λαύρα καθίσταται αυτοκρατορικό μοναστήρι, με κοινοβιακό χαρακτήρα, με πλούτο και ευμάρεια.
Την ίδια περίοδο, λόγω της φήμης του Αθανασίου και της εντυπωσιακής εξελίξεως της Λαύρας, μοναχοί από πολλές περιοχές προσέρχονται να υποταχθούν. Μεταξύ αυτών έρχονται από τη Ρώμη, Καλαβρία, Ιταλία, Ιβηρία, Αρμενία κ.λ.π. Όλοι αυτοί βρίσκουν καταφύγιο τη Λαύρα, η οποία την περίοδο αυτή (964 972) ήταν το μόνο σημαντικό μοναστικό ίδρυμα, εκτός του Πρωτάτου, στον Άθω.
Αυτή η πρωτόγνωρη άνοδος της Λαύρας δημιούργησε ορισμένες αντιδράσεις από πολλούς Αθωνίτες ασκητές, ερημίτες και ηγουμένους μονυδρίων. Η βασική διαμαρτυρία επικεντρώνονταν στο ότι με τη μεγάλη οικονομική δραστηριότητα, τις άφθονες χρηματικές δωρεές κ.λπ. αλλοιώνονταν η μοναχική παράδοση του Όρους και ο χαρακτήρας του αγιορείτικου ασκητικού πνεύματος, όπως τότε υπήρχε στον Άθω.
Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, δημιούργησε μία νέα εποχή και τροπή στα αγιορείτικα πράγματα. Όσοι αντιδρούσαν ή διαφωνούσαν με τον Αθανάσιο, θεώρησαν κατάλληλη την ευκαιρία να ανακόψουν την πορεία του. Έτσι, έστειλαν αντιπροσωπεία στο νέο αυτοκράτορα στον οποίο διετύπωσαν τις αιτιάσεις τους.
Τη μνήμη του Αγίου Αθανασίου την εορτάζουμε στις 5 Ιούλιου.
ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ
Η νήσος της Κεφαλληνίας εκτός από της εξαιρετικής ευλογίας του Προστάτου και Πολιούχου αυτής Αγίου Γερασίμου, συμπεριλαμβάνει εις την τοπικήν αγιολογίαν και τους αυτόχθονας Οσίους, ’νθιμον τον Κουρούκλη Πολιούχον Αστυπάλαιας και Παναγή Μπασιά, τους Κεφαλλήνας.
Επίσης την νήσον ευλόγησε με τις περιοδείες του, ο Ιερομάρτυς Εθναπόστολος ’γιος Κοσμάς ο Αιτωλός.
Ο ’γιος ’νθιμος Κουρούκλης είδε το φως της ζωής το 1727 εις το Ληξούριον Κεφαλληνίας από τον Ιωάννη και την Ατζουλέτα Κουρούκλη, αλλά από πολύ μικρός υφίσταται τον δρόμον των δικαίων, θλίψης και ταλαιπωρίας.
Εις την ηλικίαν 7 ετών η φοβερή αρρώστια της ευλογιάς που ταλαιπωρεί την Παλλική προσέβαλε τον μικρό Αθανάσιο με αποτέλεσμα να τυφλωθεί.
Η μητέρα του κατά την ευλογημένη συνήθεια της εποχής τελεί "σαρανταλείτουργο" και εις την τεσσαρακοστήν λειτουργία εις την προσφώνησιν του ιερέως "Μετά φόβου Θεού..." Ο μικρός νοιώθει φως και απεκαταστάθη η όρασίς του από τον δεξιόν οφθαλμόν.
Ακολουθεί δι' ολίγον διάστημα το επάγγελμα του πατέρα του, ναυτικός, και φθάνει εις την πόλιν των ονείρων και πόθων κάθε Έλληνος, την Κωνσταντινούπολιν.
Αλλά η ισχυρά κλήσις της θείας Χάριτος συντονισμένη με την φυσικήν κλίσιν τον οδηγεί να λάβει την απόφασιν να αφοσιωθή εξ' ολοκλήρου εις τον Θεόν και γίνεται ρασοφόρος μοναχός εις την Ιεράν Μονήν Αγίας Παρασκευής Λεπέδων λαβών το όνομα του Ηγουμένου της Μονής, Ανθίμου και εν συνεχεία μεταβαίνει εις το Πανεπιστήμιον της Μοναχικής Πολιτείας, τον ’γιον Όρος όπου κείρεται μεγαλόσχημος Μοναχός.
Ταξιδεύει εις Χίον, Σίφνο, Πάρο και φθάνει εις τους Αγίους Τόπους Προσκυνητής των σεβασμάτων, εις "τόπον ου έστησαν οι πόδες Κυρίου".
Απ' εδώ φωτιζόμενος και καθοδηγούμενος υπό της θείας Χάριτος αρχίζει μια δύσκολη και θεοφώτιστη περιοδεία εις διαφόρους νήσους εις τας οποίας εκήρυτε, εθαυματούργει, προεφήτευε και ίδρυε μεγαλοπρεπείς μονάς.
Τόσον εντυπωσιακόν είναι το έργο του, ώστε ο καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Π. Ν. Πολίτης τον ονομάζει καταπληκτικόν άνθρωπον, από τους σημαντικότερους άνδρας της Εκκλησίας μας κατά τον 18ον αιώνα.
Κατ' αρχάς εις το Καστελόριζο ανεγείρη ανδρική Μονή επ' ονόματι του Αγ. Γεωργίου, εις το υπόγειον του οποίου εν είδει σπηλαίου, θεμελιώνει ναΐδριον επ' ονόματι του Πολιούχου Ληξουρίου και πάσης Πάλλης (της πατρίδος του) Αγίου Χαραλάμπους.
Σημαντικός σταθμός της ευλογημένης αυτής πορείας του είναι η νήσος Αστυπάλαια όπου το 1760 ανεγείρη εκ βάθρων μεγαλόπρεπο, με κελλιά και τείχη γυναικείο μοναστήρι αφιερωμένο εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον Πορταΐτισσα, μεταφέρει μάλιστα και από το ’γιο Όρος, θαυματουργή εικόνα της και επικυρώνει την λειτουργίαν των δύο αυτών μονών με Πατριαρχικά Σιγγίλια, επί Πατριάρχου Ιωαννικίου.
Ο καταστρεπτικός σεισμός όμως του 1767 εις το Ληξούριον και ο πόλεμος της συκοφαντίας, ο κλήρος των Αγίων, και ο νόστος του Κεφαλλήνος τον οδηγούν να επιστρέψει εις την ερειπωμένην μονήν της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, την οποίαν διασώζει, ανακαινίζει και την μετατρέπει εις γυναικείον κοινόβιον, με ευσεβείς μοναχάς της συνοδείας του Μετά την ανοικοδόμησιν κτιρίων και ψυχών συνεχίζει την σημαντική περιοδεία του και ιδρύει την Ιεράν Μονήν Αγίου Αντωνίου εις Σφακιά Κρήτης
Ἡ Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς τῶν Λεπέδων ὑπῆρξε ἡ βάση καὶ τὸ ὁρμητήριο τοῦ Ἁγίου Ἀνθίμου γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀφύπνιση καὶ ἀνεφοδιασμὸ τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τῶν Κρητῶν τῆς ἐπαρχίας Σφακίας. Ἡ σωματικὴ ἀλγηδόνα δὲν ἐμπόδισε τὸν φλογερὸ ἱεραπόστολο τοῦ Χριστοῦ νὰ φθάσει στὰ μακρινὰ καὶ ἀπροσπέλαστα Σφακιά, ἀντιμετωπίζοντας τὸ τρικυμιῶδες πέλαγος καὶ πλῆθος ἄλλων κινδύνων. Ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὰ Σφακιὰ τὸ ἔτος 1770, τότε ποὺ ἡ περιοχὴ συνταρασσόταν ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση τοῦ ἥρωα ὁπλαρχηγοῦ Δασκαλογιάννη (Ἰωάννη Βλάχου) ἐναντίον τοῦ Τούρκου. Ἦταν ἡ πρώτη μεγάλη ἐπανάσταση τῶν Κρητῶν κατὰ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ (1669-1898), ἀλλὰ καὶ ἡ αἱματηρότερη μὲ πολλὲς καταστροφὲς καὶ ὁμαδικὲς σφαγές.
Ὁ Ὅσιος Πατὴρ βρῆκε τοὺς κατοίκους νὰ ζοῦν σὰν ἄγρια θηρία, μὲ ἔριδες καὶ φθόνους, ἴσως λόγῳ τῆς ἐμπόλεμης κατάστασης ποὺ ἐπικρατοῦσε. Οἱ Σφακιανοὶ ἐντυπωσιάστηκαν ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ τυφλοῦ μοναχοῦ. Τὸ εὐαγγελικό του κήρυγμα ἔφερε τὴν καλλὴ ἀλλοίωση στὴν ψυχή τους, ὥστε πολλοὶ νὰ ἀφήσουν τὰ ὅπλα καὶ νὰ εἰρηνεύσουν μεταξύ τους. Ὑπακούοντας στὶς παρακλήσεις τῶν ντόπιων ὁ Ὅσιος ἔκτισε μικρὸ γυναικεῖο Μοναστήρι πρὸς τιμὴν τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου. Ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Κρήτης κατέφθανε καθημερινὰ στὰ Σφακιά, πλῆθος κόσμου γιὰ νὰ φωτισθοῦν καὶ ξεδιψάσουν ἀπὸ τὸ ζείδωρο λόγο τοῦ μακαρίου Ἀνθίμου. Ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ Ὁσίου ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε κάποτε 3 δόλιοι μάγοι ἀποφάσισαν νὰ τὸν συλλάβουν και νὰ τὸν θανατώσουν. Ἀπὸ τὴν κορυφὴ ψηλοῦ βουνοῦ τῆς περιοχῆς ἀντίκρισαν τὸν Ὅσιο Ἄνθιμο νὰ διδάσκει τοὺς πιστούς. Ἔντρομοι ὅμως παρατήρησαν ἀπὸ τὸ ὑποχθόνιο αὐτὸ ἐπιχείρημα. Κατάλαβαν ὅτι εἶχαν μπροστά τους ἕναν ἄξιο ὑπηρέτη τοῦ Θεοῦ, στὴν ἁγιότητα τοῦ ὁποίου ἐκδημενίζεται κάθε ῥαδιουργία καὶ δολιοφθορά.
Ὅταν κάποτε ὁλοκλήρωσε τὴν διδασκαλία του ὁ Ὅσιος, ἔφεραν κοντά του μιὰ γυναίκα τυφλή. Καὶ πάλι ἡ μεγάλη πίστη τοῦ Ἁγίου ἀσκητοῦ θαυματούργησε. Συντριβήτωσαν ὑπὸ τὴν σημείωσιν τοῦ τύπου τοῦ Τιμίου Σταυροῦ σου πᾶσαι αἱ ἐναντίαι δυνάμεις· προσευχήθηκε, σχηματίζοντας ταυτόχρονα τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὰ ἄφωτα μάτια τῆς παθούσης. Ἀμέσως ἡ πρώην τυφλὴ ἀνέβλεψε καὶ εὐχαρίστησε μὲ δάκρυα χαρᾶς τὸν Ἅγιον θεράποντα τοῦ Θεοῦ. Ὄντως μεγάλα τὰ τῆς πίστεως κατορθώματα! Ἄλλοτε πάλι, θέλοντας ὁ Ἅγιος νὰ ἀφυπνίσει τὶς συνειδήσεις τῶν κατοίκων καὶ νὰ ἐμφυτεύσει στὴν ψυχή τους τὴν καλὴν ἀνησυχίαν γιὰ τὴν σωτηρία τους, προσευχήθηκε κατὰ τὸν Ἰούλιο μῆνα καὶ ἔβρεξε πολύ, ἐνῷ σὲ ἄλλη περίπτωση τὸ κήρυγμά του συνοδεύτηκε ἀπὸ ἰσχυρὴ σεισμικὴ δόνηση. Σὲ τόση καθαρότητα καρδιᾶς ἔφθασε ὁ ζηλωτὴς ἱεραπόστολος καὶ τόση παῤῥησία εἶχε πρὸς τὸν Θεό, ὥστε ὑποκλίνονταν μπρός του τὰ στοιχεῖα καὶ οἱ δυνάμεις τῆς φύσεως.
Κάποια ἄλλη φορά, μιὰ ἄτεκνη γυναῖκα ἀπὸ χωριὸ τῆς περιοχής, ἱκέτεψε τὸν Ὅσιο νὰ προσευχηθεῖ γιὰ νὰ ἀποκτήσει παιδί. Ὁ πατὴρ Ἄνθιμος δέχθηκε, τὴν συμβούλευσε ὅμως νὰ τὸ ἀφιερώσει στὸν Κύριο. Πράγματι ἡ γυναῖκα γέννησε, ὅμως δὲν δέχθηκε νὰ ὑπακούσει στὴν προτροπὴ τοῦ Ὁσίου. Θλιβερὸ ἀποτέλεσμα ἦταν νὰ πεθάνει τὸ παιδί, καὶ νὰ μείνει ξανὰ ἄτεκνη…
Σὲ ἕνα ἄλλο χωριὸ τῶν Σφακίων ζοῦσε μιὰ μάγισσα, ἡ ὁποία ἔφτιαχνε φυλακτά. Ετσι ὁ διάβολος κέρδιζε ὕπουλα τὶς ψυχὲς τῶν κατοίκων. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Ἅγιος, συγκέντρωσε τὰ φυλακτά, καὶ πρόσταξε νὰ τὰ κάψουν. Τότε ἔπνευσε δυνατὸς ἄνεμος καὶ ἐμφανίστηκε ἕνα σκοτεινὸ σύννεφο μὲ ἀναρίθμητους κόρακες, τοὺς ὁποίους ἐπετίμησε ὁ θεοφώτιστος Πατὴρ καὶ ἐξαφανίστηκαν.
Ἄλλοτε πάλι κάποιοι χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν Ῥέθυμνο ξεκίνησαν γιὰ τὰ Σφακιά, μὲ σκοπὸ νὰ ἀκούσουν τὴν διδαχὴ τοῦ Ὁσίου Ἀνθίμου καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του. Στὸ δρόμο συνάντησαν κάποιον Τοῦρκο που περιποιόταν τὸν ἐλαιῶνά του. Ὅταν ἔμαθε τὸν σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τους ἄρχισε νὰ τοὺς χλευάζει: Ἀνόητοι! Πηγαίνετε νὰ ἀκούσετε διδαχὴ ἀπὸ τὸν Ἅγιόν σας! Αὐτὸς εἶναι μάγος καὶ ἀπατεώνας, καὶ γιὰ αὐτὸ τυφλώθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅμως ὁ βλάσφημος ὑβριστὴς τιμωρήθηκε σκληρά. Στὴν ἐπιστροφή τους οἱ ταπεινοὶ ἐκεῖνοι προσκυνητές, εἶδαν ὅτι ὁ θαυμάσιος ἐκεῖνος ἐλαιῶνας εἶχε καεῖ ὁλοσχερῶς. Ὁ δὲ Τούρκος ἰδιοκτήτης ἀφοῦ ἀῤῥώστησε, πέθανε σὲ λίγες μέρες μέσα σὲ φριχτοὺς πόνους.
Ἄρκετὲς πληροφορίες γιὰ τὸν Ὅσιο καὶ τὴν δράση του στὴν Κρήτη δίνει ὁ Ἄγγλος περιηγητὴς καὶ νομικὸς Robert Pashley στὸ ἔργο του· Ταξίδια στὴν Κρήτη. Γράφει: Οἱ γεροντότεροι Σφακιανοί, θυμοῦνται ὅτι λίγο μετὰ τὴν καταστροφὴ τοῦ 1769 ἦρθε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἕνας ἅγιος ποὺ ἦταν τυφλός, καὶ ποὺ δὲν ἔτρωγε ποτέ. Ἦρθε γιὰ νὰ κάνει κήρυγμα καὶ προφητεῖες στοὺς Σφακιανούς. Ὅταν εἶχε μεγάλο ἀκροατήριο συνήθιζε νὰ δείχνει ποιοὶ ἦσαν οἱ ἁμαρτωλοί, καὶ ποιοὶ οἱ ἐνάρετοι. Μια φορὰ μάλιστα ἦρθαν στὴν συνάθροιση μερικοὶ μωαμεθανοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχαν προλάβει ἀκόμη νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία, ὅταν ἀναφώνησε ὅτι δὲν θὰ μάθουν ἀπὸ αὐτὸν τίποτα καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ πᾶνε στὸν προφήτη τους τὸν Μωάμεθ. Δήλωσε ἐπιπλέον ὅτι ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ θὰ ἀποτρεπόταν μόνον ἐφ᾿ ὅσον ἐγκατέλειπαν τὶς ἀντιχριστιανικὲς καὶ δολοφονικές τους συνήθειες. Κατὰ γενικὴ ὁμολογία ἐξ᾿ ἄλλου, ἡ φήμη καὶ ἡ ἐπιῤῥοὴ τῶν κηρυγμάτων του ἦταν τόσο σημαντική, ὥστε γιὰ κάποιο διάστημα σταμάτησαν οἱ δολοφονίες ποὺ ἦταν συνήθεις στὰ Σφακιά ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. Ὡστοσο, ἡ ἐποχὴ ποὺ συνέβαιναν αὐτὰ εἶναι τόσο παλιὰ ὥστε δὲν μποροῦμε νὰ μάθουμε κάτι περισσότερο γιὰ αὐτὸν τὸν ἄξιο ἄνθρωπο9.
Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναφέρουμε, ὅτι μὲ τὸν Ἅγιο Ἄνθιμο κατέφυγαν στὴν Κεφαλληνία Κρῆτες πρόσφυγες, μετὰ τὴν κατάληψη τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς τὸ ἔτος 1669.
Όσιος Ανανίας εκ Μαλλών Κρήτης
Πρώτος Αδελφός, ανακαινιστής και Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Εξακουστής Μαλλών Ιεράπετρας, υπήρξε ο Χατζη-Ανανίας, κατά κόσμον Αντώνιος Μπαρμπεράκης, που γεννήθηκε το έτος 1837 μ.Χ. στις Μαλλες Ιεράπετρας από απλούς, φτωχούς αλλά θεοσεβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Αθηνά, οι οποίοι μεγάλωσαν το παιδί τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Ο Αντώνιος δεν έμαθε γράμματα, αλλά από μικρός είχε έφεση στα ιερά γράμματα και επιθυμούσε να περιβληθεί το αγγελικό σχήμα. Απέφευγε κάθε σωματική απόλαυση. Ως βρέφος δεν θήλαζε Τετάρτη και Παρασκευή και αρνούνταν πεισματικά να πιάσει τον μαστό της μητέρας του. Δεν έφαγε ποτέ κρέας, ψάρι και τυροκομικά. Μόνο τα Σαββατοκύριακα και τις μεγάλες εορτές έτρωγε λάδι και το Πάσχα κατέλυε οστρακοειδή, σουπιές και καλαμάρια. Ήταν πάντοτε ξυπόλυτος και ντυμένος κατάσαρκα με τρίχινα και χονδρά ράσα ενώ για κρεββάτι του είχε το δέρμα ενός ζώου, συνήθως προβάτου, και μαξιλάρι του μία κακόβολη πέτρα. Έτσι, σε ηλικία μόλις 14 ετών εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι και κατέφυγε στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καψά Σητείας, όπου εκάρη Μοναχός και υπήρξε μαθητής και συμμοναστής του Οσίου Ιωσήφ του Γεροντογιάννη, ιδρυτού της σημερινής Μονής Καψά, ο οποίος τον όρισε διάδοχό του.
Μετά το θάνατο του Οσίου Ιωσήφ το 1870 μ.Χ. εξελέγη Ηγούμενος της Μονής, αλλά κάποιες συκοφαντίες τον ανάγκασαν αργότερα να καταφύγει στα Ιεροσόλυμα. Επειδή έμεινε στους Αγίους Τόπους, όπου είχε πάει να προσκυνήσει τα Ιερά Προσκυνήματα φέρει τον τίτλο του Χατζή, που στα αραβικά σημαίνει προσκυνητής.
Ο νόστος και η αγάπη του για την πατρίδα τον έφεραν πίσω στις Μάλλες το έτος 1877 μ.Χ., όπου κατέφυγε στην Εξακουστή και επιδόθηκε στο ανακαινιστικό έργο της Μονής. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δραστήριους εκείνους μοναχούς που έδρασαν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα μ.Χ., ως ανακαινιστές ξεχασμένων μοναστηριών και ως ιδρυτές καινούργιων.
Ο Χατζη-Ανανίας ανακαίνισε το σπηλαιώδη ναό και ανοικοδόμησε τον παλαιό ναό, τον οποίο και μετέτρεψε σε καθολικό της νεοσύστατης Μονής. Συμφωνα με τον Γάλλο αρχαιολόγο Πωλ Φωρ βρήκε εκεί «ερείπιόν τι ναού, αγνώστου ονόματος και μικρόν τι Εξωκκλήσιον, επωνομαζόμενον δε Παναγία Εξακουστή...». Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, που αναφέρουν ότι ο Χατζή- Ανανίας ανακαίνισε την εκκλησία που υπήρχε εκεί και άρχισε να οικοδομεί την καινούργια Μονή κοντά στο σπήλαιο. Η αποπεράτωση των εργασιών της ανακαίνισης της Μονής έγινε πέντε χρόνια μετά και αναφέρεται σε επιγραφή που σώζεται στη βάση του κωδωνοστασίου του Ναού: «ΤΗ 21η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1882 / ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΕΞΑΚΟΥΣΤΗΣ / ΜΝΗΣΘΗΤΙ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥ ΔΟΥΛΟΥ ΣΟΥ ΑΝΑΝΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ / ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΙΑΣ ΑΥΤΟΥ».
Ο Ναός έχει σχήμα μονόκλιτης Βασιλικής, με στέγη σαμαροειδή, όπως συνηθίζεται στην Κρήτη. Οι εικόνες του τέμπλου είναι νεώτερες, όμως δεξιά και αριστερά του Τέμπλου βρίσκονται εντοιχισμένες δύο παλιές εικόνες της Υπεραγίας Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης και του Τιμίου Προδρόμου, ενώ παλιός είναι και ο Δεσποτικός Θρόνος. Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο εξαιρετικής τέχνης και είναι έργο των περίφημων ξυλογλυπτών (νιταδόρων) αδελφών Παναγιώτου και Ιωάννου Μακράκη και Ζαχ. Φαρσάρη από το Μέσα Λασίθι Οροπεδίου. Στη νότια πλευρά του περιβόλου και σε μικρή απόσταση υπάρχει βράχος, η κορυφή του οποίου καλύπτεται από τους κλάδους συκιάς.
Στη βάση του υπάρχει μικρός σπηλαιώδης ναός αφιερωμένος στην ένδοξη Μεταμόρφωση του Κυρίου. Αρχικά ήταν μικρό φυσικό σπήλαιο, το οποίο διαμορφώθηκε πρόχειρα σε ναΰδριο και γι’ αυτό θεωρείται αχειροποίητος η θεόκτιστος ναός, στον οποίο ανακαλύφθηκε η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αργότερα καλύφθηκε με τοίχο η δυτική πλευρά του και κλείσθηκε με πόρτα, ενώ σοβατίσθηκε το εσωτερικό του και κατασκευάσθηκε μικρό τέμπλο. Το Θυσιαστήριο του είναι φυσικός βράχος. Πάνω στο Θυσιαστήριο υπάρχει βράχος, χωρίς όμως να έχει ερευνηθεί γιατί η διάμετρος είναι πολύ μικρή.
Συμφώνα με την παράδοση το ναΰδριο αυτό δεν υπήρχε, αλλά υπήρχε απλώς μικρό φυσικό σπήλαιο. Σ’ αυτό αναγκάσθηκε να καταφύγει μικρό παιδί ο Αντώνιος Μπαρμπεράκης, ο μετέπειτα Μοναχός Χατζη-Ανανίας, μία μέρα του χειμώνα που έβοσκε εκεί κοντά τα ζώα της οικογένειας του για να προφυλαχθεί από τη βροχή και αποκοιμήθηκε. Τότε είδε στο όνειρό του την Παναγία, η οποία του είπε ότι είναι εκεί και να ερευνήσει να βρει την εικόνα της. Το παιδί εκείνο ξύπνησε φοβισμένο και έφυγε. Το ίδιο όνειρο είδε και την επόμενη μέρα όταν αναγκάστηκε και πάλι να καταφύγει στο σπήλαιο αυτό για να προφυλαχθεί από τη βροχή και αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε ερεύνησε στο βάθος του σπηλαίου και ανακάλυψε μία εικόνα της Παναγίας, την οποία μετέφερε το βράδυ στο πατρικό σπίτι του. Ο πατέρας του Αντωνίου φοβήθηκε να κρατήσει την εικόνα στο σπίτι του, επειδή θεωρούσε ανάξιο και ακατάλληλο τον χώρο αυτό για την Παναγία. Έτσι παρήγγειλε στο γιό του να επιστρέψει την εικόνα στον τόπο που την βρήκε. Από τότε ο μικρός Αντώνιος πήγαινε καθημερινά στο χώρο αυτό και άναβε κανδήλι μπροστά στην εικόνα. Αργότερα μαζί με τον πατέρα του διαμόρφωσαν εκείνο το σπήλαιο σε Ναΰδριο.
Μετά από πολλά χρόνια, ο Αντώνιος έγινε Μοναχός στη Μονή Καψά και έλαβε το όνομα Ανανίας, και επέστρεψε, όπως είπαμε, στη γενέτειρά του το έτος 1877 μ.Χ. για να εγκατασταθεί στην μέχρι τότε ερειπωμένη Μονή Εξακουστής. Η φωτισμένη προσωπικότητα και η αγιότητα του Χατζή- Ανανία προσέλκυσε και άλλους Μοναχούς στο Μοναστήρι, οι οποίοι πρόσφεραν και την πατρική τους περιουσία, με αποτέλεσμα τη σύντομη αποπεράτωση και επάνδρωση της Μονής. Η γύρω περιοχή ανήκε στην οικογένεια Τσακιράκη, που τη δώρισε για την ανέγερση της Μονής και βοήθησε τον Χατζή-Ανανία στο έργο του. Νέοι προσκυνητές κατέφθαναν καθημερινά στο νεόδμητο τότε μοναστήρι και υποψήφιοι μοναχοί εγκαταστάθηκαν σ' αυτό. Το 1881 μ.Χ. η Μονή αριθμούσε οκτώ μοναχούς και δύο λαϊκούς κατοίκους. Ηγούμενος της Μονής παρέμεινε ως το 1895 μ.Χ. ο Χατζή-Ανανίας, ο οποίος προσπάθησε με τα πλούσια διοικητικά του χαρίσματα να αποκτήσει το μοναστήρι πόρους για να μπορέσει να επιβιώσει. «...Η της Μονής περιουσία, η οποία κατ’ αρχάς αποτελείτο κατ’ έκτασιν εκ κτήματος οκτώ στρεμμάτων πέριξ της Μονής, ηυξήθη δι’ αγορών εις τριάκοντα στρέμματα, καλλιεργημένα και δενδροφυτευμένα. Εις την περιουσίαν ταύτην, δι’ αγορών ομοίως και αφιερώσεων, προσετέθησαν και άλλα εις εννέα διαφόρους θέσεις κτήματα, εν οις και ελαιοτριβείον εντός του χωρίου Μαλλών...», σημειώνει ο Ν. Ι. Παπαδάκης στο έργο του «Η Εκκλησία της Κρήτης».
Το 1893 μ.Χ. κανονικός Ηγούμενος της Μονής εξελέγη ο Ιερομόναχος Μεθόδιος Βρυγιωνάκης από τους Αρμένους, αλλά τίποτα δεν γινόταν στη Μονή χωρίς τη γνώμη και του Χατζή-Ανανία, τον οποίο όλοι αναγνώριζαν ως κτίτορα. Τα χρόνια αυτά η Αδελφότητα της Μονής είχε δύναμη οκτώ Μοναχούς και δύο δοκίμους, ενώ διέθεται αξιόλογη κτηματική περιουσία και ικανό αριθμό αιγοπροβάτων. Το επόμενο έτος ο π. Μεθόδιος παραιτήθηκε και στη θέση του ηγουμένου εξελέγη ο Ιερομόναχος Ιερόθεος Μπαρμπεράκης, ανηψιός του Χατζή-Ανανία. Λίγο αργότερα, λόγω δύσκολων συνθηκών, ο τότε Επίσκοπος Ιεράς και Σητείας Αμβρόσιος ανέθεσε πάλι στον Χατζή-Ανανία την επιστασία της Μονής από τις 7 Απριλίου 1898 μ.Χ. έως 3 Φεβρουαρίου 1899 μ.Χ.
Η σπουδαία αυτή πορεία του Μοναστηριού διακόπηκε με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα μ.Χ., αφού η Μονή κρίθηκε διαλυτέα σύμφωνα με τον Καταστατικό Νομό της Κρητικής Πολιτείας 276/1900 της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας, με την οποία οι δέκα (10) μοναχοί μετατέθηκαν και εγγράφησαν στη Μονή Φανερωμένης. Ομως το 1903 μ.Χ. η Μονή επανασυστάθηκε και ο Χατζή-Ανανίας με όλη την αδελφότητα των μοναχών επανήλθαν στον αγαπημένο τους τόπο, την Μονή της μετανοίας τους.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Ηγούμενος Ανανίας εκοιμήθη οσιακά τη νύκτα του Πασχα, στις 22 Απριλίου του 1907 μ.Χ., την ώρα μάλιστα της τελετής της Αναστάσεως.
Στη συνείδηση όσων τον γνώρισαν από κοντά είναι ένας άγιος, που η φήμη του φτάνει ως τις μέρες μας και διατηρείται ζωντανή στους κατοίκους της περιοχής Ιεράπετρας και Βιάννου. Εκτός από το χάρισμα της ιάσεως ασθενών, ήταν προικισμένος από τον Θεό και με το προορατικό χάρισμα, με το οποίο βοήθηκε πολλούς πιστούς να συναισθανθούν την αμαρτωλότητά τους και να μετανοήσουν. Τα Λείψανά του μετά την εκταφή αποπνέουν άρρητη ευωδία και επιτελούν θαύματα σε όσους με πίστη επικαλούνται την βοήθεια του.
Όπως είναι φυσικό μετά τον θάνατο του Οσίου Ανανία η Μονή γνωρίζει περίοδο παρακμής, αφού ο βασικός πόλος έλξεως των προσκυνητών δεν βρίσκεται πια στη ζωή. Το 1920 μ.Χ. αριθμούσε μόλις τέσσερις μοναχούς, ενώ το 1935 μ.Χ. η Μονή κρίθηκε διαλυτέα και άρχισε η ερήμωσή της. Ο Οργανισμός Διαχειρίσεως Εκκλησιαστικής Περιουσίας πώλησε στην τότε Κοινότητα Μαλλών όσα κτήματα είχαν απομείνει.
Κατά το διάστημα της Γερμανοϊταλικής Κατοχής τα κελλιά λεηλατήθηκαν και ερημώθηκαν. Δεν καταστράφηκαν μόνο το παρεκκλήσιο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αλλά και το Καθολικό της Μονής και το κελλί του Ιερομονάχου π. Ιωακείμ Χατζάκη, που πήγαινε τακτικά για να λειτουργεί στο Μοναστήρι του.
