Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης 12 Ιουλίου

 

Ὁ Ὅσιος Παΐσιος γεννήθηκε στίς 25 Ἰουλίου 1924 στά Φάρασα τῆς Καππαδοκίας καί ἦταν υἱός τοῦ Προδρόμου καί τῆς Εὐλαμπίας Ἐζνεπίδη. Εἶχε ἄλλα ὀκτώ ἀδέλφια, ἐνῶ ὁ πατέρας του ἦταν πρόεδρος τοῦ χωριοῦ. Στίς 7 Αὐγούστου 1924, μιά ἑβδομάδα πρίν οἱ Φαρασιῶτες φύγουν γιά τήν Ἑλλάδα, βαπτίσθηκε ἀπό τόν ἱερέα τῆς ἐνορίας Ἅγιο Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωσε τό δικό του ὄνομα «γιά νά ἀφήσει καλόγερο στό πόδι του», ὅπως χαρακτηριστικά εἶχε πεῖ.


Πέντε ἑβδομάδες μετά τήν βάπτιση τοῦ μικροῦ τότε Ἀρσενίου, στις 14 Σεπτεμβρίου 1924, ἡ οἰκογένεια Ἐζνεπίδη, λόγῳ τῆς ἀνταλλαγής πληθυσμῶν, μαζί μέ τά καραβάνια τῶν προσφύγων, ἔφθασε στόν Ἅγιο Γεώργιο στόν Πειραιᾶ. Στήν συνέχεια μετέβη στήν Κέρκυρα, ὅπου καί τακτοποιήθηκε προσωρινά στό Κάστρο, γιά ἑνάμιση χρόνο. Στήν συνέχεια μεταφέρθηκε στήν Ἡγουμενίτσα καί κατέληξε στήν Κόνιτσα, ὅπου ὁλοκλήρωσε τό δημοτικό σχολεῖο καί πῆρε τό ἀπολυτήριό του μέ βαθμό ὀκτώ καί διαγωγή ἐξαίρετη. Ἀπό μικρός συνεχῶς εἶχε μαζί του ἕνα χαρτί, στό ὁποῖο σημείωνε τά θαύματα τοῦ Ἁγίου Ἀρσενίου. Ἔδειχνε ἰδιαίτερη κλίση πρός τόν μοναχισμό καί διακαῶς ἐπιθυμοῦσε νά μονάσει. Οἱ γονεῖς του χαριτολογώντας τοῦ ἔλεγαν «βγάλε πρῶτα γένεια καί μετά θα σέ ἀφήσουμε».


Στό διάστημα πού μεσολάβησε μέχρι νά ὑπηρετήσει στόν στρατό ὁ Ἀρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Ὅταν τοῦ παραγγελόταν νά κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ὁ ἴδιος, συμμεριζόμενος τήν θλίψη τῆς οἰκογένειας, ἀλλά καί τήν φτώχεια τῆς ἐποχῆς, δέν ζητοῦσε χρήματα.


Τό 1945, ὁ Ἀρσένιος κατατάχθηκε στόν στρατό καί ὑπηρέτησε ὡς ἀσυρματιστής κατά τόν ἑλληνικό ἐμφύλιο. Ὅσο καιρό δέν ῆταν ἀσυρματιστής, ζητοῦσε νά πολεμᾶ στήν πρώτη γραμμή προκειμένου κάποιοι οἰκογενειάρχες νά μην βλαφθοῦν. Τό μεγαλύτερο ὅμως διάστημα τῆς θητείας του τό ὑπηρέτησε μέ τήν εἰδικότητα τοῦ ἀσυρματιστῆ. Γι’ αὐτό καί πολλές ἐκδόσεις αφιερωμένες στήν ζωή τοῦ Γέροντος τόν ἀναφέρουν ὡς «ἀσυρματιστή τοῦ Θεοῦ». Μάλιστα, ὁ Ὅσιος, φέροντας ὡς παράδειγμα τήν κατά τήν στρατιωτική του θητεία ἰδιότητα αὐτή, άπάντησε σέ κάποιον πού ἀμφισβητοῦσε τήν χρησιμότητα τῆς μοχανικῆς ζωῆς, ὅτι οἱ μοναχοί εἶναι «ασυρματιστές τοῦ Θεοῦ», ἐννοώντας τήν θερμή τους προσευχή καί τήν ἀγάπη τους γιά τήν ὑπόλοιπη ἀνθρωπότητα. Ἀπολύθηκε ἀπό τόν στρατό τό ἔτος 1949.


Ὁ Ἀρσένιος εἰσῆλθε πρώτη φορά στό Ἅγιον Ὄρος γιά νά μονάσει, τό 1949, άμέσως μετά τήν ἀπόλυσή του ἀπό τόν στρατό. Ὅμως, ἐπέστρεψε στά κοσμικά γιά ἕναν χρόνο ἀκόμα, προκειμένου νά ἀποκαταστήσει τίς ἀδελφές του. Ἀρχικά κατέλυσε στήν Σκήτη τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος, στό κελλί τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου. Ἐκεῖ γνώρισε τόν πατέρα Κύριλλο, πού ἦταν καθηγούμενος στή μονή, καί τόν ἀκολούθησε πιστά. Λίγο ἀργότερα ἀποχώρησε ἀπό τή μονή καί κατευθύνθηκε στήν Μονή Ἐσφιγμένου. Ἐκεῖ τελέσθηκε ἡ τελετή τῆς ρασοευχῆς καί πῆρε τό πρῶτο ὄνομά του πού ἦταν Ἀβέρκιος. Καί ἐκεῖ ἀμέσως ξεχώρισε γιά τήν ἐργατικότητά του, τήν μεγάλη ἀγάπη καί κατανόηση πού ἔδειχνε γιά τούς ἀδελφούς του, τήν πιστή ὑπακοή στόν γέροντά του, τήν ταπεινοφροσύνη του, ἀφοῦ  θεωροῦσε ἑαυτόν κατώτερο ὅλων τῶν μοναχῶν στήν πράξη. Προσευχόταν ἀδιάλειπτα. Ἀνάμεσα στά ἀγαπημένα του ἀναγνώσματα ἦταν οἱ ρήσεις τῶν Πατέρων τῆς ἐρήμου καί ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ ὁ Σῦρος.


Το 1954, ἔφυγε ἀπό τή μονή Ἐσφιγμένου καί κατευθύνθηκε πρός τή μονή Φιλοθέου, πού ἦταν ἰδιόρυθμο μοναστήρι, ὅπου μόναζε καί ἕνας θεῖος του. Ἡ συνάντηση ὅμως μέ τόν γέροντα Συμεών ἦταν καταλυτική γιά τήν πορεία καί διαμόρφωση τοῦ μοναχικοῦ ἤθους τοῦ Ὁσίου. Μετά ἀπό δύο χρόνια, τό 1956, ἔλαβε τό Μικρό Σχῆμα.Τότε ἦταν τελικά πού ὀνομάσθηκε Παΐσιος, πρός τιμήν τοῦ Μητροπολίτου Καισαρείας Παϊσίου Β’, ὁ ὁποῖος ἦταν καί συμπατριώτης του ἀπό τήν  Καππαδοκία.


Το 1958, ὕστερα ἀπό ἐσωτερική πληροφόρηση, πῆγε στό Στόμιο Κονίτσης. Ἐπί τέσσερα ἔτη ἔμεινε στή μονή Γενεθλίων τῆς Θεοτόκου, ὅπου ἀγαπήθηκε πολύ ἀπό τόν λαό τῆς περιοχῆς γιά τήν προσφορά καί τόν χαρακτήρα του. Το 1962, πῆγε στό Ὅρος Σινᾶ, ὅπου παρέμεινε γιά δύο χρόνια στό κελλί τῶν Ἁγίων Γαλακτίωνος καί Ἐπιστήμης. Ἔγινε ἰδιαίτερα ἀγαπητός στούς Βεδουΐνους, δίνοντάς τους τρόφιμα μέ χρήματα ἀπό τήν πώληση στούς προσκυνητές ξύλινων σταυρῶν πού ἔφτιαχνε ὁ ἴδιος. Το 1964, ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος καί ἔμεινε στήν Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου Ἰβήρων. Τήν ἐποχή ἐκείνη ἦταν ὑποτακτικός τοῦ Ρώσσου μοναχοῦ Τύχωνος, πού ἀσκήτευε στό Σταυρονικητιανό κελλί τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὁ Ὅσιος Παΐσιος εὐβλαβεῖτο πολύ τόν γέροντά του, Τύχωνα, καί πάντα ὁμιλοῦσε μέ συγκίνηση γι’ αὐτόν.


Τό 1966, ἀσθένησε σοβαρά καί εἰσήχθη σέ νοσοκομεῖο τῆς Θεσσαλονίκης. Ὑποβλήθηκε σέ ἐγχείρηση, μέ ἀποτέλεσμα μερική ἀφαίρεση τῶν πνευμόνων. Στό διάστημα μέχρι νά ἀναρρώσει καί νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιον Ὄρος φιλοξενήθηκε στό Ἡσυχαστήριο Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ στήν Σουρωτή. Ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος μετά τήν ἀνάρρωσή του καί τό 1967 μετακινήθηκε στά Κατουνάκια, καί συγκεκριμένα στό Λαυρεωτικό κελλί τοῦ Ὑπατίου. Μετά μεταφέρθηκε στή μονή Σταυρονικήτα, ὅπου βοήθησε σημαντικά σέ χειρονακτικές ἐργασίες, συνεισφέροντας στήν ἀνακαίνιση τοῦ μοναστηριοῦ.


Τό 1979, ἀποχώρησε ἀπό τήν Σκήτη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καί κατευθύνθηκε πρός τήν Μονή Κουτλουμουσίου. Ἐκεῖ ἐντάχθηκε στή μοναχική ἀδελφότητα ὡς ἐξαρτηματικός μοναχός. Ἡ Παναγούδα ἦταν ἕνα κελλί ἐγκαταλελειμμένο καί ὁ Ὅσιος ἐργάσθηκε σκληρά, γιά νά δημιουργήσει ἕνα κελλί, ὅπου καί ἔμεινε μέχρι καί τό τέλος τῆς ζωῆς του.


Ἀπό τήν ἐποχή πού ἐγκαταστάθηκε στήν Παναγούδα, πλῆθος προσκυνητῶν τόν ἐπισκεπτόταν. Ἦταν μάλιστα τόσες πολλές οἱ ἐπισκέψεις, ὥστε νά ὑπάρχουν και εἰδικές σημάνσεις πού ἐπεσήμαναν τόν δρόμο πρός τό κελλί του, γιά νά μην ἐνοχλοῦν οἱ ἐπισκέπτες τούς μοναχούς πού διαβίωναν γύρω.


Κάποια στιγμή, ἐνῶ ἐργαζόταν στήν πρέσα πού εἶχε στό κελλί του, ἔπαθε βουβωνοκήλη. Ἀρνήθηκε νά νοσηλευθεῖ καί ὑπέμεινε καρτερικά τήν ἀσθένεια, ἡ ὁποία τοῦ προκαλοῦσε φοβερούς πόνους γιά τέσσερα ἤ πέντε χρόνια. Μετά τό 1993, εἶχε αἱμορραγίες γιά τίς ὁποῖες ἀρνιόταν νά νοσηλευθεῖ, λέγοντας ὅτι «ὅλα θά βολευθοῦν μέ τό χῶμα». Τό Νοέμβριο τοῦ ἴδιου ἔτους βγῆκε γιά τελευταία φορά ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί πῆγε στή Σουρωτή, στό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου γιά τήν ἑορτή τοῦ Ἁγίου Άρσενίου. Ἐκεῖ ἔμεινε γιά λίγες ἡμέρες καί ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά φύγει ἀσθένησε καί μεταφέρθηκε στό Θεαγένειο νοσοκομεῖο, ὅπου ἔγινε διάγνωση γιά ὄγκο στό παχύ ἔντερο. Θεώρησε τήν ἀσθένεια τοῦ καρκίνου ὡς ἐκπλήρωση αἰτήματός του πρός τόν Θεό καί ὠφέλιμο γιά τήν πνευματική του ὑγεία. Παρ’ ὅτι ἡ ἀσθένεια δέν ἔπαυσε, ἀλλά παρουσίασε μεταστάσεις στούς πνεύμονες καί στό ἧπαρ, ὁ Ὅσιος ἀνακοίνωσε τήν ἐπιθυμία του νά ἐπιστρέψει στό Ἅγιον Ὄρος. Ὁ ὑψηλός πυρετός ὅμως καί ἡ δύσπνοια τόν ἀνάγκασαν νά παραμείνει. Οἱ ἰατροί τοῦ ἀνακοίνωσαν ὅτι τά περιθώρια ζωῆς του ἦταν δύο μέ τρεῖς ἑβδομάδες τό πολύ. Τήν Δευτέρα 11 Ἰουλίου, ἑορτή τῆς Ἁγίας Ευφημίας, κοινώνησε γιά τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στό κρεβάτι του. Τίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του ἀποφάσισε νά μην παίρνει φάρμακα ἤ παυσίπονα, παρά τούς φρικτούς πόνους τῆς ἀσθένειάς του. Τελικά παρέδωσε τό πνεῦμα του τήν Τρίτη 12 Ἰουλίου 1994 καί ἐνταφιάσθηκε στό ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου.


Πηγή https://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α ́. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῶν Φαράσων τόν γόνον, καί τοῦ Ἄθωνος κλέισμα, καί τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητήν καὶ ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τό σκεῦος χαρισμάτων τό μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τούς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.


 


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον.Ἦχος γ ́.Θείας πίστεως.

Ὥσπερ ἄγγελος, φανείς ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ἔτεσι, τοῖς τελευταίοις, χριστομίμητε Παΐσιε ὅσιε, ἀσκητικῶς γάρ βιώσας ἐν Ἄθωνι, ὡς παμφαέστατος ἥλιος ἔλαμψας, καί κατηύγασας, πιστῶν τά πλήθη τῇ χάριτι, τοῖς ῥήμασι σημείοις καί τοῖς θαύμασι.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ ́. Ταχύ προκατάλαβε.

Παΐσιε γέγονας, τῶν ἀσκητῶν ἡ κρηπίς, τοῦ Ἄθωνος κλέισμα, καὶ Σουρωτῆς ὁ τροφός, Κονίτσης τό καύχημα, σύ γάρ ἐπί τά ἴχνη, Ἀρσενίου ὁδεύσας, εἴληφας χαρισμάτων, τήν πληθύν Παρακλήτου, ἀφθόνως τοῖς σέ τιμῶσιν, παρέχων τά πρόσφορα.


Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α ́. Τόν Συνάναρχον Λόγον.

Τόν πανεύφημον ἄνδρα, τοῦ ὄρους Ἄθωνος, τόν ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθάπερ φάος λαμπρόν, τήν σκοτίαν τῶν πιστῶν διασκεδάσαντα, καί νοσήματα ψυχῶν, καί σαρκός ἐπιφοράς, ἰώμενον ὑπέρ φύσιν, τῆς προοράσεως λύχνον, νέον Παΐσιον τιμήσωμεν.



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ ́. Τῇ Ὑπερμάχῳ.

Ἁγίου Ὄρους ἀσκητήν τόν περιάκουστον, καί Ἐκκλησίας τόν φωστῆρα τόν νεόφωτον, ἐπαινέσωμεν ἐν ὕμνοις ὁλοκαρδίως, ποδηγῶν γάρ τούς πιστούς πρός βίον ἄριστον, ποταμῶν τῶν δωρημάτων τούτους ἔπλησας, διό κράζουσι· Χαίροις πάτερ Παΐσιε.



Μεγαλυνάριον

Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστής ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.


Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος Πάτερ πρός μίμησιν.


Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Ἄνδρας καί γυναῖκας ναρκομανεῖς, καί πληθύν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καί τούς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μή παύσῃ, σώζων ἑκάστοτε.


Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Μοναζόντων ὅσιε τόν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρός Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε κρατίστην, θεομακάριστε.


Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Ἔχοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τόν σόν τάφον Πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καί θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.


Ἕτερον Μεγαλυνάριον

Πάτερ ὁσιώτατε τούς βροτούς, τούς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τήν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπῇ σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος. Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 7997 - Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

  Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος. Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν. Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη. Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς ...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο Άγιος Παΐσιος και οι νέοι Αγιορείτες Άγιοι της Εκκλησίας μας, Παπά – Τύχων και Χατζηγεώργης

  Πνευματική χαρά σκόρπισε στην Αθωνική Πολιτεία αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο η αναγγελία της αναγραφής στις Αγιολογικές Δέλτους δύο μεγάλων ασκητικών μορφών του αγιορείτικου μοναχισμού, οι οποίοι, από την “έρημο της ησυχίας”, πλέον βρίσκονται στις τάξεις των Αγίων της Εκκλησίας μας.  Πρόκειται για τον Παπά – Τύχωνα, τον πνευματικό και τον Γεώργιο Χατζηγεώργη, τον αγιορείτη ασκητή του 19ου αιώνα με καταγωγή από την Καππαδοκία. Δύο ακόμη αγιοκατατάξεις επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ ο οποίος – στα 35 έτη της Πρωθιεραρχικής του διακονίας στην Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως – έχει ταυτίσει το όνομά του με αγιοκατατάξεις μεγάλων σύγχρονων Αγίων της εποχής μας. Εκτός από το προσωνύμιο του “πράσινου Πατριάρχη” δικαίως λαμβάνει και το προσωνύμιο του “αγιόφιλου Πατριάρχη”. Οι δύο νέοι Άγιοι της Εκκλησίας μας συνδέονται ωστόσο στενά και με έναν άλλο σύγχρονο Άγιο, τον Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο νέων Όσιος Τύχων υπήρξε πνευμ...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος  

Οἱ Ἁγίες Ὀλυμπία καὶ Εὐφροσύνη οἱ Ὁσιομάρτυρες 11 Μαΐου

  Οἱ Ὁσίες Ὀλυμπία ἢ Ὀλυμπιὰς καὶ Εὐφροσύνη ἔζησαν τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἡ Ἁγία Ὀλυμπία γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ἦταν ἱερέας καὶ ἡ μητέρα της θυγατέρα ἱερέως. Ἡ οἰκογένεια τῆς Ἁγίας ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατοίκησε στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἡ Ὀλυμπία ἔχασε τοὺς γονεῖς της καὶ οἱ οἰκεῖοι της τὴν ἔστειλαν στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν τῆς Θέρμης Λέσβου, τὴ σημερινὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, στὴν ὁποία ἦταν ἡγούμενη ἡ θεία της, μοναχὴ Δωροθέα. Ἐκεῖ, σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν ἡ Ἁγία ἐκάρη μοναχὴ καὶ σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ὅταν ἡ θεία της πέθανε, ἔγινε ἡγουμένη. Μετὰ παρέλευση δέκα ἐτῶν, τὸ 1235, πειρατὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Οἱ μοναχὲς διασκορπίσθηκαν καὶ ὅσες δὲν πρόλαβαν νὰ φύγουν, τὶς κακοποίησαν. Ἡ ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ μοναχὴ Εὐφροσύνη βασανίσθηκαν ἀνηλεῶς. Τὴν Εὐφροσύνη, ἀφοῦ τὴν κρέμασαν σὲ δένδρο, τὴν ἔκαψαν. Τὴν Ὀλυμπία τὴν ἔκαψαν σὲ ὅλο τὸ σῶμα μὲ λαμπάδες, διαπέρασαν τὰ αὐτιά ...

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη 24 Φεβρουαρίου

  Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό. Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς ...

Οἱ Ἅγιοι Πάντες

  Πραγματικὰ εἶναι θαυμαστὸς ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους του. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πὼς μὲ ἀσθενὴ σάρκα καταντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὴ κακία, πὼς ἔμειναν ἀναίσθητοι στὶς ὀδύνες καὶ στὰ τραύματα, καθὼς ἀγωνίζονταν μὲ σώματα πρὸς φωτιά, πρὸς τὸ ξίφος, πρὸς ποικίλα καὶ θανατηφόρα εἴδη βασάνων καὶ ἀντιπαρατάσσονταν μὲ καρτερία, ἐνῶ τοὺς ἔκοβαν τὶς σάρκες, τοὺς διάλυαν τοὺς ἁρμοὺς καὶ τοὺς συνέτριβαν τὰ ὀστά, ὅμως διαφύλαξαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ σώα καὶ ἀδιάσπαστη, ἀκεραία καὶ ἀκλόνητη, ποὺ γι’ αὐτὸ τοὺς χαρίσθηκε καὶ ἡ ἀναντίρρητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων. Ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πὼς ὑπέφεραν μὲ τὴ θέλησή τους σὰν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες ἀσιτίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ἄλλες ποικίλες κακώσεις τοῦ σώματος, καὶ ἀντιτάχθηκαν ἕως τὸ τέλος πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ τόσα εἴδη ἁμαρτίας, πρὸς τὸν ἐσωτερικό μας ἀόρατο πόλεμο, πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, ἐνῶ ἔλειωναν καὶ ἀχρηστεύονταν ἐξω...

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)

  Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές. Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ...

Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996)

 Ὁ Ὅσιος Ἱερομόναχος Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης (†1913 – 28 Ἰουνίου 1996) Ἑορτάζει στὶς 28 Ἰουνίου. Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ΄. Θείας Πίστεως.  «Τόν ἐν Ἄθωνι ὀφθέντα ἄρτι διαυγέστατον χαρίτων σκεῦος καί ἀστέρα εὐσεβείας νεόφωτον πανευλαβῶς εὐφημήσωμεν Ἄνθιμον ὡς ἀγωγῆς καθαρᾶς ἄνθος ἥδιστον πόθω κράζοντες· χορείας ἀγγέλων σύσκηνε, Χριστόν ὑπὲρ ἡμῶν δυσώπει πάντοτε.» Ὁ μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος γράφει περὶ τοῦ ἀειμνήστου Γέροντος: «Ὁ Γέροντας Ἄνθιμος Ἀγιαννανίτης ἦταν ἀπὸ τοὺς τελευταίους παλαιοὺς Ἁγιορεῖτες, ποὺ στὸ πρόσωπό του συγκέντρωσε τὴν αὐστηρότητα τῆς ἀσκήσεως, τὴν ἐμμονὴ στὴ μοναχικὴ παράδοση καὶ τὴν ἀπαρέγκλιτη τήρηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως. Ἦταν ὁ ἐκφραστὴς τοῦ γνησίου Ἁγιορείτικού μοναχικοῦ πνεύματος...». Κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Κωνσταντῖνος Ζαφειρόπουλος τοῦ Χαραλάμπους καὶ τῆς Βασιλικῆς. Γεννήθηκε στὸ χωριὸ Καλλιάνοι τῆς Κορινθίας τὸ 1913. Μόλις πέντε ἐτῶν ἔμεινε ὀρφανὸς καὶ ἀπὸ τοὺς δύο γονεῖς. Φλεγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς μοναχικῆς ἀφιερώσεως ἀναχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιον ...

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης 20 Μαρτίου

  Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος καὶ ἦταν δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος ἦταν σεμνὸς καὶ σώφρων καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἐργαζόμενος ὡς ράπτης στὸ Ἡράκλειο συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν φθονοῦσαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία Τουρκοπούλα. Στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ἀπέρριψε ἀπολογούμενος τὴ συκοφαντία, ἀλλὰ ἐτέθη σὲ αὐτὸν δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Μάρτυρας Μύρων ἀποκρίθηκε μὲ παρρησία ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτή, τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὅτι θέλει νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανός. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν διὰ ἀγ...

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 10 Μαρτίου

  Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν...