Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ὁ Ταξιάρχης του Μανταμάδου

 

Ιστορικό της ανάγλυφης εικόνας

Φωτιά, καπνός κι ἀντάρα στά παράλια της Μεσογείου. Τά κουρσάρικα καράβια τῶν Σαρακηνῶν ὀργώνουν ἐλεύθερα τά καταγάλανα νερά τοῦ Αἰγαίου καί σκορποῦν τή συμφορά καί τόν ὄλεθρο στά δαντελωτά ἀκρογιάλια του. Οἱ Σαρακηνοί, σάν γύπες, ἀράζουν ὅπου μυρίζονται τροφή κι ἀνοίγουν τίς μπουκαπόρτες τους καί ξερνοῦν ὅ,τι χειρότερο μπορεῖ νά δείξει τό ἀνθρώπινο γένος. Κορμιά μαῦρα σάν τό σκοτάδι, ἀνθρώπους θεριά, τούς φοβερούς Σαρακηνούς, τή φοβέρα τῶν παραλίων οἰκισμῶν, τή συμφορά.


   Δέν ἔχουν τίποτα τό ἱερό, δέν πιστεύουν σέ κανένα Θεό, γι’ αὐτούς Θεός εἶναι τό πλιάτσικο, σύντροφός τους ὁ μπαλτάς καί τό μαχαίρι, εὐχαρίστησή τους τό ἄλικο αἷμα καί τό κρασί. Μοιάζουν πολύ τά δύο αὐτά καί τ’ ἀγαποῦν ἐξίσου.


   Ὁρμοῦν σάν πληγές τοῦ Φαραώ στίς παράλιες πόλεις καί τά χωριά καί σκορποῦν τήν συμφορά. Σφάζουν ἀνθρώπους καί ζωντανά. Καῖνε καί ρημάζουν στό πέρασμά τους.


   Τήν πιό μεγάλη ὅμως ἐρήμωση, τήν ἔπαθαν τά νησιά μας. Ἀπροστάτευτα καθώς ἦταν καί σκορπισμένα μέσα στή γαλανή ἀγκαλιά τοῦ Αἰγαίου, τράβηξαν πιότερο τήν προσοχή καί τή λαιμαργία τῶν Σαρακηνῶν. Οἱ κάτοικοι, ὅσοι πρόλαβαν νά γλυτώνουν, τραβήχτηκαν στό ἐσωτερικό γιά νά ἀποφύγουν τή μανία τῶν Σαρακηνῶν.


   Ἡ Λέσβος, ἕνα ἀπό τά πιό ὄμορφα καί πλούσια νησιά μας, ὑπῆρξε στόχος περισσότερο τῶν Σαρακηνῶν. Ἴσως γιατί ἡ πλούσια γῆ της καί τό ἀνεπτυγμένο ἐμπόριο τῶν κατοίκων τῶν παραθαλασσίων συνοικισμῶν πού ἔκαμαν τά ἀρχοντικά σπίτια τους, νά εἶναι γεμάτα ἀπό γεννήματα καί πολίτικα καί Βενετσιάνικα ἀσημικά καί χρυσαφικά, ἦταν ἕνα μεγάλο κίνητρο γιά τούς ἁρπαγές.


   Τήν ἐποχή ἐκείνη, τό Βυζαντινό κράτος δέν μποροῦσε νά ἀντιδράσει καί νά τούς χτυπήσει, ἐπειδή εἶχε νά κάνει μέ πολλούς καί σπουδαιότερους ἐχθρούς, ἴσως πάλι γιατί τό νησί μεγάλο καθώς εἶναι, καί μέ ἀκρογιαλιές, γεμάτες κολπίσκους, φυσικά λιμάνια, ἀπόμερα, ἀπήνεμα καί ἀσφαλῆ ἀπό τά μάτια κάθε ἐχθροῦ, νά ἔκανε τούς Σαρακηνούς νά τό βλέπουν μέ περισσότερη σιγουριά καί πολλές φορές σάν τόπο ἀνεφοδιασμοῦ καί ἀνάπαυλας. Γι’ αὐτό καί μέχρι σήμερα, πολλά τέτοια μέρη ἀπόμερα, ἀπό ἀνθρώπους καί ἀνέμους, μέ κολπίσκους καί ἀραξοβόλια, ὀνομάζονται Σαρακήνα, Σαρακηνιό, Σαρακονήσι κ.λπ..  Αυτές οἱ τοποθεσίες δέν ἦταν παρά λημεριάσματα Σαρακηνῶν καί πῆραν τήν ὀνομασία τούς ἀπ’ αὐτούς.


   Κατά τά τέλη τοῦ Θ' αἰώνα καί τίς ἀρχές τοῦ ΙΑ' (δηλαδή τό 900 μέ 1000) οἱ Σαρακηνοί ἦταν στίς δόξες τους. Κανέναν δέν φοβόταν καί κανείς δέν τούς κυνηγοῦσε. Τά νησιά γι’ αὐτούς ἦταν τσιφλίκια τους, ὁπόταν τούς ἄρεσε, ἔβαζαν πλώρη σ’ αὐτά, ἔκαιαν τά χωριά, ἔκλεβαν, σκότωναν, ἐρήμωναν τόν τόπο καί γέμιζαν τά καράβια τους ἀπό σκλάβους καί λάφυρα γιά τά σκλαβοπάζαρα καί τίς πλούσιες ἀγορές τῆς Ἀνατολῆς.


   Σ’ αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἐποχή, δηλαδή τό 900 μέ 1000, ἡ ζωντανή παράδοση τοῦ Μανταμάδου, τοποθετεῖ τήν κατασκευή τῆς εἰκόνας τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ μέ αἷμα τῶν μοναχῶν πού σφαγιάσθηκαν ἀπό τούς Σαρακηνούς. Ἡ παράδοση εἶναι τόσο ζωντανή καί τά γεγονότα καί οἱ τοποθεσίες πού ἀναφέρονται πραγματικές, πού θά πρέπει νά ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν ἱστορία. Οἱ αἰῶνες δέν κατόρθωσαν στό πέρασμά τους νά παραλείψουν ἤ νά προσθέσουν κάτι στά γεγονότα πού διαδραματίστηκαν τίς φοβερές ἐκεῖνες ἡμέρες.


   Στή θέση «Λεσβάδος» (τοποθεσία στόν Ταξιάρχη, δύο περίπου χιλιόμετρα ἀπό τό Μανταμάδο), πού ἔχει πάρει τήν ὀνομασία της ἀπό τόν πρῶτο κάτοικο τοῦ νησιοῦ, ὑπῆρχε ἕνα Μοναστήρι πρός τιμήν τῶν Ταξιαρχῶν, πού ἡ ἵδρυσή του χάνεται στά βάθη τῶν αἰώνων.


   Οἱ μοναχοί του λιγοστοί, δεκαοκτώ τόν ἀριθμό, κατά τήν παράδοση, τό εἶχαν ὀχυρώσει μέ τείχη καί πύργο (ὁ πύργος διατηρεῖται μέχρι σήμερα), γιά νά ἀποκρούουν τίς ἐπιδρομές τῶν Σαρακηνῶν. Καί τά κατάφεραν πάρα πολλές φορές, σέ σημεῖο πού ὁ ἀρχιπειρατής Σιρχᾶν, νά ἔχει τόσο πεισμωθεῖ καί θυμώσει, πού περισσότερο ἀπό γινάτι παρά ἀπό λεηλασία ἤθελε νά τό κάψει.


   Ἦταν ἄνοιξη. Ἡ μυροβόλος Λέσβος, φορώντας τήν καταπράσινη πλουμιστή της φορεσιά, λικνιζότανε σάν πεντάμορφη νύφη πάνω στά καταγάλανα νερά τοῦ Αἰγαίου. Ὁ βαρύς χειμώνας πέρασε ἥσυχος. Οἱ πειρατές, φοβούμενοι τόν ἄγριο θυμό τοῦ Αἰγαίου, πού τό χειμώνα εἶναι περισσότερο ἁψύς, εἶχαν ἀράξει στά λημέρια τῆς πατρίδας τους, νά γλεντήσουν τά πλιάτσικά τους, νά διορθώσουν τίς ζημιές καί νά ἑτοιμαστοῦν γιά τίς νέες τους ἐπιδρομές.


   Οἱ μοναχοί, μετά ἀπό τήν ἀνάπαυλα τοῦ βαρύ χειμώνα, μέ τίς πρῶτες ἀνοιξιάτικες μέρες, ἄρχισαν τίς προετοιμασίες γιά τό Πάσχα. Τά κελιά, ἡ μεγάλη αὐλή καί ὅλοι οἱ χῶροι τοῦ Μοναστηριοῦ ἀσπρίζονταν καί ἔπαιρναν μία ἑορταστική ὄψη. Ὁ χειμώνας ἔκαμε τούς μοναχούς νά ξεχάσουν κάπως τούς φοβερούς πειρατές καί νά μήν προσέχουν ὅσο ἔπρεπε τή φρούρηση τοῦ Μοναστηριοῦ. Ἡ σκέψη τούς ἦταν περισσότερο δοσμένη στίς κατανυκτικές ἀκολουθίες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί στίς προετοιμασίες γιά τό λαμπροφόρο γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.


   Ὅμως οἱ Σαρακηνοί, μέ τίς πρῶτες γαληνές τῆς ἄνοιξης, σήκωσαν πανιά γιά τό Αἰγαῖο. Τό κουρσάρικό του ἀρχιπειρατῆ Σιρχᾶν, μέ σηκωμένα ὅλα του τά πανιά, πλησίαζε τίς ἀκρογιαλιές τῆς Λέσβου. Εἶχε παρακάμψει τή Μήθυμνα μέ τό ἄπαρτό της Κάστρο καί ἔβαζε πλώρη γιά τή Σαρακήνα, παραλιακή τοποθεσία τοῦ Μανταμάδου, τρία τέταρτα δρόμο περίπου ἀπό τό Μοναστήρι τῶν Ταξιαρχῶν. Ἡ ἡμέρα ἄρχιζε νά γέρνει. Ὁ ἀνοιξιάτικος λαμπερός ἥλιος κατηφόριζε γιά τίς παραδεισένιες του πορφυρές πύλες τῆς δύσης καί ἀμέτρητα χρώματα εἶχαν ἁπλωθεῖ πάνω στά καταγάλανα νερά τῆς θάλασσας.


   Πάνω στό πειρατικό του, ὁ ἀρχιπειρατής Σιρχᾶν κάλεσε ὅλο τό τσοῦρμο του. Ἦταν ἕνας μιγάς πελώριος, κοντά δύο μέτρα. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του, ὅλη ἡ Λέσβος γνώρισε τή χειρότερη ἐρήμωση καί καταστροφή. Στάθηκε στή γέφυρα, ἀγριωπός. Τό πρόσωπό τού σού θύμιζε ἄρχοντα τῆς κόλασης. Στή μύτη του καί στ’ ἀφτιά τοῦ κρέμονταν χρυσοί κρίκοι, πού ἔκαναν τό μελαμψό πρόσωπό του περισσότερο χτυπητό καί ἄγριο. Τά χείλη τοῦ κόκκινα καί φουσκωμένα καί καθώς μιλοῦσε φαινόταν μία σειρά μεγάλα κάτασπρα δόντια, ὄπλα φοβερά πολλές φορές καί αὐτά στή φοβερή μάχη. Τό γερακίσιο του μάτι, γιατί τό ἄλλο ἦταν πάντοτε σκεπασμένο μέ ἕνα μαῦρο πανί πού δενόταν πίσω στ’ ἀριστερό του ἀφτί, ἔβγαζε σκέτη φωτιά ὅταν σέ κοιτοῦσε.


   Γυμνό τό σῶμα του ἀπό τή μέση καί πάνω καί τό φαρδύ του στῆθος τό σκέπαζε κατάμαυρο σγουρό τρίχωμα. Τά χέρια του, χέρια γορίλλα, τριχωτά καί γεροδεμένα, πού ὁ μπαλτάς στά μακριά του δάκτυλα φαινόταν σά μικρό ἐργαλεῖο στά χέρια ἑνός τεχνίτη. Τή μέση του τήν ἕσφιγγε ἕνα χρωματιστό ζωνάρι, πού κρατοῦσε σφικτά καί κατακρέατα τόν μπαλτά καί τή σπάθα. Ὅταν στεριωνόταν καταμεσῆς στό τσοῦρμο του μέ τά πόδια τοῦ ἀνοιχτά, ἐξεῖχε τουλάχιστον μία σπιθαμή ἀπ’ αὐτό. Ἡ φωνή του, ἕνας τηλεβόας, ἔκαμε σέ κάθε προσταγή τοῦ τό τσοῦρμο νά ζαρώνει.


   «Ἀκοῦστε μέ καλά», εἶπε μέ φωνή δυνατή, «τούτη τή φορά θά μποῦμε μέσα στό μοναστήρι. Ὅλα εἶναι δικά σας. Κάψτε, ρημάξτε, λεηλατῆστε, κάντε τοῦ κεφιοῦ σας, ἐγώ θέλω μόνο τό χρυσό ποτήρι πού μ’ αὐτό λειτουργοῦν οἱ καλόγηροι, γιά νά πίνω τό κρασί μου, ὅλα τά ἄλλα τά χρυσαφικά, ἀσημικά καί βίος, εἶναι δικά σας. Ὅποιος λιποτακτήσει θά τόν κρεμάσω ἀπό τ’ ἄρμενα. Ἄν δέν τό πάρουμε καί τούτη τή φορά, θά σᾶς ἀφήσω στό νησί καί θά σαλπάρω γιά νά σᾶς παλουκώσουν οἱ γραικοί. Δέν σηκώνει ἄλλη ἀναβολή. Τ’ ἀκούσατε καλά;»


   Ἀλαλαγμοί καί ξεφωνητά ἦταν ἡ καταφατική ἀπάντηση τοῦ τσούρμου τοῦ μαύρου πειρατή. Ἡ βροντερή του φωνή ἀκούστηκε πάλι, κάνοντας νά σιγήσουν οἱ πάντες.


   «Θά ἀράξουμε στό παλιό μας λημέρι καί, ὅταν σκοτεινιάσει γιά τά καλά, θά ξεκινήσουμε γιά νά τούς ριχτοῦμε τά βαθιά χαράματα, πού δέν θά μᾶς περιμένουν. Προσέξτε. Δέν πρέπει νά μᾶς βρεῖ ἡ μέρα, θά εἶναι ἡ καταστροφή μας. Γι’ αὐτό δέν ἔχετε ἄλλη λύση. Ἤ θά τό πάρουμε στά γρήγορα καί θά κατηφορίσουμε στό καράβι ἤ θά μᾶς πάρουν χαμπάρι οἱ γραικοί τριγύρω καί ἑνωμένοι θά μᾶς πετσοκόψουν.


   Ὁ πανοῦργος ἀρχιπειρατής τά κανόνισε ἔτσι ὥστε ἀπό τή μία ἡ λαχτάρα τοῦ πλιάτσικου, ἀπό τήν ἄλλη ὁ φόβος νά μήν ἀργήσουν καί χάσουν τή ζωή τους, τούς προετοίμαζε νά ἐνεργήσουν προσεκτικά καί μέ φανατισμό γιά νά ἐπιτύχει ἡ ἐπιδρομή. Στό Μοναστήρι, ἡ ζωή συνεχιζόταν κανονικά, ἡ προσοχή τῶν μοναχῶν ἦταν δοσμένη στίς κατανυκτικές ἀκολουθίες καί στίς προετοιμασίες. Τό βράδυ τῆς ἡμέρας αὐτῆς, οἱ μοναχοί, ὅπως κάθε βράδυ μετά ἀπό τό μεγάλο ἀπόδειπνο, τραβήχτηκαν στά κελιά τους γιά νά ἡσυχάσουν καί νά ξεκουραστοῦν ἀπό τόν κόπο τῆς ἡμέρας. Τό σκοτάδι εἶχε γιά καλά ἀγκαλιάσει τόν τόπο τριγύρω καί ἡ ἡσυχία πού ἁπλωνότανε ἦταν ἁπαλή καί γαλήνια. Τίποτα δέν προμήνυε τό κακό πού θά ἀκολουθοῦσε μές στή νύχτα αὐτή.


   Στό λημέρι τῶν Σαρακηνῶν, τελείωναν οἱ προετοιμασίες γιά τήν ἐπιδρομή. Οὔτε φωτιά, οὔτε θόρυβος. Ὅλα γίνονταν μέσα στό σκοτάδι, ἀθόρυβα, γιά νά μήν ἀντιληφθεῖ τήν παρουσία τούς κανένας τσομπάνος καί γίνει γνωστός στούς κατοίκους ὁ ἐρχομός τους. Κατά τά μεσάνυχτα ξεκίνησαν γιά τό Μοναστήρι. Περπατοῦσαν σιγά, μέ προφύλαξη. Τό πᾶν ἦταν ὁ αἰφνιδιασμός. Τή διαδρομή τῶν τριῶν τετάρτων τήν ἔκαναν περισσότερο ἀπό δύο ὧρες. Δέν πῆραν τό μονοπάτι, ἀλλά μέσα ἀπό τά κτήματα καί τό δάσος. Ἔφτασαν σέ λίγη ἀπόσταση ἀπ’ τό Μοναστήρι καί κρύφτηκαν στά δέντρα. Περίμεναν τήν κατάλληλη ὥρα.


   «Εἶναι ὥρα», λέει τό πρωτοπαλίκαρο τοῦ ἀρχιπειρατῆ. «Ὅλοι κοιμοῦνται, δέν θά μᾶς πάρει κανείς χαμπέρι».


   «Ὄχι», λέει ὁ ἀρχιπειρατής, «εἶναι πολύ ἐπικίνδυνο. Μᾶς ἔχουν ἀποκρούσει μέ ζημιές πολλές φορές οἱ καλόγεροι. Μωρέ θά τούς ἤθελα στό τσοῦρμο μου τέτοια παλικάρια πού εἶναι. Ἀλλά δέν γίνεται, θά τούς χτυπήσουμε ὅταν δέν τό περιμένουν μέσα στήν ἐκκλησιά τούς τά χαράματα πού θά πάν' νά λειτουργηθοῦν. Τώρα εἶναι πολύ ἐπικίνδυνα. Θά μᾶς βάλουν στή μέση ἀπό τά μπουντρούμια τούς (κελιά) καί θά μᾶς λιανίσουν. Ξέρω ἐγώ. Μόνο νά μή σᾶς πάρουν εἴδηση, ἀλίμονό σας».


   Οἱ ὧρες περνοῦσαν μέ τούς πειρατές ἔξω ἀπό τό Μοναστήρι νά καιροφυλαχτοῦν, ὅταν τήν ἁπαλή σιγαλιά τῆς βαθιᾶς αὐγῆς τήν ἔσκισε τό γλυκόηχο σήμαντρο τοῦ Μοναστηριοῦ, πού καλοῦσε τούς μοναχούς στήν ὀρθινή λειτουργία τῆς προηγιασμένης. Καλά - καλά δέν εἶχε σταματήσει τό σήμαντρο καί τά βαριά βήματα τῶν μοναχῶν ἀκούγονταν ρυθμικά πάνω στόν ξύλινο ἐξώστη τοῦ Μοναστηρίου, πού κατηφόριζαν γιά τόν ναό. Σέ λίγο καί πάλι ἡσυχία. Ὅλοι οἱ μοναχοί εἶχαν συγκεντρωθεῖ στόν ναό.


   Οἱ πειρατές περίμεναν λίγο ἀκόμη καί ἔπειτα, σιγά - σιγά, ξετρύπωσαν ἀπό τήν κρυψώνα τους καί πλησίασαν μέ πολλές προφυλάξεις τό τεῖχος τοῦ Μοναστηριοῦ. Τό πρωτοπαλίκαρο ξετύλιξε ἀπό τή μέση τόν γάντζο, τύλιξε στά ἄγκιστρά του ἕνα μεγάλο πανί γιά νά μήν ἀκουστεῖ καθώς θά τό πετοῦσε πάνω στό τεῖχος νά γαντζωθεῖ, ἔκανε τόν γάντζο νά γυρίσει μερικές φορές γύρω ἀπό τό σῶμα του καί τόν πέταξε μέ δύναμη καί τέχνη πολύ ψηλά καί ἴσια στήν πλάτη τοῦ τείχους. Τράβηξε τό σχοινί γιά νά διαπιστώσει ὅτι ἐπίασε καλά, γύρισε, ἔκανε νόημα στόν ἀρχιπειρατή καί ἄρχισε νά ἀνεβαίνει μέ προσοχή.


   Στό νόημα τοῦ πειρατῆ ἔτρεξαν ὅλοι στή μεγάλη καστρόπορτα τοῦ Μοναστηριοῦ, πού τό πρωτοπαλίκαρο θά ἄνοιγε ἀπό μέσα. Σέ λίγο ὁ πειρατής μέ τόν γάντζο βρισκόταν στήν αὐλή καί, προστατευόμενος ἀπό τό βαθύ σκοτάδι, σύρθηκε ὡς τήν πόρτα καί, τραβώντας τό μεγάλο σύρτη, τήν ἄνοιξε. Σάν δαίμονες τῆς κόλασης, οἱ πειρατές ὅρμησαν μέ ἀλαλαγμούς μέσα στό Μοναστήρι καί μπῆκαν στήν ἐκκλησιά. Οἱ μοναχοί τά ἔχασαν καί, πρίν προλάβουν νά συνέλθουν, πέθαιναν σφαγμένοι ἀπό τούς μπαλτάδες τῶν Σαρακηνῶν.


   Ὁ Γαβριήλ, τό δόκιμο καλογεροπαίδι πού βρισκόταν στό Ἱερό του Ναοῦ, βοηθώντας τόν ἡγούμενο στά λειτουργικά του καθήκοντα, συνῆλθε κάπως γρηγορότερα καί, ἀνοίγοντας τό στενό παράθυρο τοῦ Ἱεροῦ, ἀναρριχήθηκε στή σκεπή τοῦ Ναοῦ. Ὅμως οἱ κινήσεις του δέν ξέφυγαν ἀπό τά μάτια τῶν Σαρακηνῶν, πού, φοβούμενοι μήν τρέξει καί εἰδοποιήσει τριγύρω τους συνοικισμούς, βγῆκαν ἔξω νά τόν κυνηγήσουν. Μερικοί κατόρθωσαν νά μισοανεβοῦν στή σκεπή μέ κάτι σκάλες πού εἶχαν ἀφήσει οἱ μοναχοί ἀποβραδίς, ἀσβεστώνοντας τούς τοίχους τοῦ Μοναστηριοῦ.


   Ἀλλά, Κύριε τῶν δυνάμεων! Ἕνας ἄνεμος καί μία βουή ἀκούστηκε ἀπ’ τή σκεπή τοῦ Ναοῦ, ἡ ὁποία μετατράπηκε σέ φουρτουνιασμένο πέλαγος καί πάνω στ’ ἀσπρισμένα κύματα ἕνας πελώριος στρατιώτης, ἀγριωπός, μέ σπάθα πού ἔβγαζε φωτιές, κινοῦσε καταπάνω στούς πειρατές. Οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς τῶν πειρατῶν σηκώθηκαν σάν βελόνες καί μέ ἄναρθρες φωνές, ἀφήνοντας ὄπλα καί κλοπιμαία, ξεχύθηκαν στόν κατήφορο.


   Ὁ μοναχός, βλέποντας τό μεγάλο αὐτό θαῦμα νά τόν σώζει, ἔχασε τίς αἰσθήσεις του. Ὅταν συνῆλθε, γλυκοχάραζε. Στήν ἀρχή τά εἶχε χαμένα. Μά τί συνέβη; ἀναρωτήθηκε. Σιγά σιγά ὅμως ἄρχισαν νά ἔρχονται στόν νοῦ τοῦ ὅλες οἱ φοβερές εἰκόνες πού διαδραματίστηκαν πρό ὀλίγου. Ὅταν ἀναλογίστηκε τά συμβάντα, σταυροκοπήθηκε τραυλίζοντας τό ἀπολυτίκιο τῶν Ταξιαρχῶν. Κατέβηκε ἔπειτα κάτω καί μπῆκε στόν ναό. Τό αἷμα τοῦ πάγωσε βλέποντας ὅλους τους συντρόφους τοῦ σφαγμένους. Τό σῶμα τοῦ κέρωσε καί τά πόδια τοῦ ἔμειναν καρφωμένα στό δάπεδο. Ἔμεινε στή θέση αὐτή πολλή ὥρα μέ τά μάτια τοῦ ὀρθάνοιχτα καί τρομαγμένα. Ὁ ἱερός χῶρος τοῦ ναοῦ, πού πρίν ἀπό λίγο εὐωδίαζε ἀπό τό θυμίαμα καί τόν ζωντάνευαν οἱ ψαλμωδίες τῶν μοναχῶν, τώρα ἐμοίαζε μέ κοιμητήρι. Ἕνα ἁπαλό χάϊδεμα τῆς πρωινῆς αὔρας, πού τρύπωσε ἀθόρυβα ἀπ’ τό ἀνοιχτό παράθυρο πού εἶχε ἀφήσει ὁ μοναχός στήν προσπάθειά του νά σωθεῖ τόν συνέφερε. Κοίταξε τριγύρω του, σάν νά ξυπνοῦσε ἐκείνη τή στιγμή, καί ἔπειτα ἔτρεξε μέ ἀγωνία καί γονάτισε στόν καθένα αἱμόφυρτο σύντροφό του μέ τήν ἐλπίδα ὅτι θά ἔβρισκε ἔστω καί ἕναν ζωντανό. Οἱ ἐλπίδες τοῦ ὅμως διαψεύστηκαν. Οἱ μοναχοί, ὅλοι, ἦταν ἄψυχοι.


   Μέ ξεχειλισμένη τήν ψυχή του ἀπό θλίψη γιά τόν χαμό τῶν συντρόφων του καί τή σκέψη τοῦ θολή ἀπό τά συμβάντα, ξαναχάνει τίς αἰσθήσεις του. Κρατήθηκε ὅμως τήν τελευταία στιγμή μέ πεῖσμα. Ἔσυρε τά βήματά του στό εἰκονοστάσι τοῦ Ἀρχαγγέλου καί σχεδόν κρεμάστηκε σ’ αὐτό μέ τά δύο του χέρια γαντζωμένα στίς γωνιές του. Σήκωσε μέ κόπο τή ματιά του στήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου καί νοερά ζήτησε βοήθεια καί φώτιση.


   Τό τρεμουλιαστό, ἱλαρό φῶς τῶν κανδηλιῶν, χάιδευε κυματιστά τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου. Ἐνίωσε κάτι ἰσχυρό νά διαπέρνα ὅλο του τό εἶναι, νά τόν δυναμώνει. Μέσα ἀπό τίς κυματιστές σκιές τῆς εἰκόνας, σιγά σιγά τά μάτια τοῦ ἔβλεπαν τό πρόσωπο τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἕνα πρόσωπο! Θεέ μου! Ἀέρινο, ζωντανό, ὑπερκόσμιο!


   «Ταξιάρχη μου, Ταξιάρχη μου», σχεδόν κραύγασε. «Τίς ψυχές τῶν ἀδελφῶν μου μοναχῶν πάρε στά χέρια Σου ἐσύ καί πᾶν πλημμέλημα ἤ ἀνόμημα τόν Κύριο παρακάλεσε νά συγχωρήσει».


   Τό πρόσωπο τοῦ Ἀρχαγγέλου γλύκανε. Ὤ τί θεϊκή γλύκα! Ἄρχισε νά γαληνεύει καί ἡ δική του ψυχή. Ἄχ, νά μποροῦσε νά ἀπεικονίσει κάπου τήν ἐξαίσια αὐτή μορφή. Νά τήν κάνει εἰκόνα. Ὅμως δέν γνώριζε ἀπό ἁγιογραφία καί οὔτε καν τά στοιχειώδη ὑλικά δέν εἶχε γιά μία τέτοια ἐργασία.


   «Γιατί; Γιατί; Ταξιάρχη μου νά μή μπορῶ ὁ ἁμαρτωλός;», μονολογοῦσε.


   Ἕσφιξε μέ ἀπόγνωση τά δάκτυλά του σφιχτά καί ἐνίωσε τά νύχια του νά χώνονται στίς σάρκες του. Πόνεσε, ἄνοιξε τά δάκτυλά του, κοίταξε μέσα στήν παλάμη του. Πάνω στή λευκή ἐπιδερμίδα, δύο-τρεῖς σταγόνες αἷμα σάν ρουμπινένιες μικρές χάντρες. Τίς κοίταξε ἀφηρημένα καί ἀπότομα, σάν νά ἀνακάλυπτε κάτι τό σπουδαῖο, κάτι τό συγκλονιστικό, φώναξε:


   «Αἷμα, Αἷμα. Αὐτό εἶναι. Εὐχαριστῶ, Ταξιάρχη μου, εὐχαριστῶ». Καί ἀφοῦ ἔκανε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, βιαστικά, σάν σίφουνας, ὅρμησε ἔξω ἀπό τό Ναό, ἀνηφόρησε τίς σκάλες καί χώθηκε στό κελάρι του. Σέ λίγο ἔβγαινε βιαστικά κρατώντας μία πήλινη λεκάνη καί ἕναν σπόγγο. Μπῆκε στόν ναό. Ἐκεῖ, μέ μεγάλη προσοχή καί εὐλάβεια, ἄρχισε νά συγκεντρώνει τό αἷμα τῶν μοναχῶν μέσα στή λεκάνη, μουρμουρίζοντας:


   «Σ’ εὐχαριστῶ Ταξιάρχη μου, σ’ εὐχαριστῶ πού μέ φώτισες καί μ’ ἔδειξες τόν τρόπο». Καί ἀποτεινόμενος στούς νεκρούς του συντρόφους:


   «Ἀγαπημένοι μου ἀδελφοί, τό αἷμα σας δέν θά πάει χαμένο. Μ’ αὐτό θά φτιάξω τήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχάγγελου Μιχαήλ, γιά νά τόν εὐχαριστήσω ἀπό μέρους σας, πού μεταφέρει στά ἅγια Του χέρια, τίς ψυχές σας στόν Δημιουργό».


   Ὅταν τελείωσε τήν περισυλλογή τοῦ αἵματος, βγῆκε πάλι ἀπό τόν ναό γιά νά γυρίσει σέ λίγο ἔχοντας μέσα σέ μία μεγάλη χωμάτινη κούπα ψιλοκοσκινισμένο ἀσπρόχωμα. Τήν ἔθεσε κοντά στή λεκάνη μέ τό αἷμα, ἀνασηκώθηκε, ἔφερε τά βήματά του κοντά στό εἰκονοστάσι τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἔκανε τρεῖς μετάνοιες, ἀσπάσθηκε τήν εἰκόνα καί εἶπε:


   «Ἀρχάγγελε μου, σέ παρακαλῶ, βοήθησε μέ. Ξέρεις ὅτι δέν ἔχω ἰδέα ἀπό τέτοιου εἴδους ἐργασίες καί, ἄν τό ἀποφάσισα, ἦταν μέ τή δική σου φώτιση. Σέ παρακαλῶ, σέ ἱκετεύω, κράτησέ μου τά χέρια».


   Ἔκανε καί πάλι τόν σταυρό του, ἔσκυψε πάνω στίς δύο κοῦπες καί ἄρχισε νά πλάθει πηλό μέ τό αἷμα τῶν μοναχῶν καί τό ἀσπρόχωμα. Σέ λίγο ἡ μεγάλη χωμάτινη λεκάνη εἶχε γεμίσει ἀπό ἕνα σκοῦρο ροδακινόχρωμο πηλό.


   Ὁ μοναχός ἀνασηκώθηκε, ἔστρεψε τό πρόσωπο τοῦ ψηλά, ζήτησε τή βοήθεια τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καί τοῦ Ἀρχαγγέλου Του, Μιχαήλ, ἔκανε τόν σταυρό του καί ἄρχισε μέ τρεμάμενα χέρια νά φιλοτεχνεῖ τήν εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου. Μέ τίς πρῶτες κινήσεις ἄρχισε νά ζεῖ ζωηρά τά γεγονότα τῆς σκεπῆς. Τά τρεμάμενα, στήν ἀρχή, χέρια τοῦ ἄρχισαν νά γίνονται σταθερά, νά δουλεύουν μέ σιγουριά, ταχύτητα καί χάρη, λές καί κάποια ἀόρατη δύναμη τά βοηθοῦσε. Τό πρόσωπο τοῦ Ἀρχάγγελου τῆς σκεπῆς, τό ἀγριωπό μά καί θεϊκό μαζί, ἦταν θαρρεῖς μπροστά του, ὁλοζώντανο, μέ κάθε λεπτομέρεια. Αὐτό τόν βοηθοῦσε νά ἀνατυπώνει τά χαρακτηριστικά του πάνω στόν αἱματοπότιστο πηλό μέ μεγάλη εὐχέρεια.


   Πέρασε πολλή ὥρα ἐργαζόμενος κι, ὅταν σταμάτησε γιά λίγο καί κοίταξε ἀπό κάποια ἀπόσταση τό ἔργο του, ἔμεινε κατάπληκτος ἀπό τήν ἀπόλυτη ὁμοιότητα τῶν χαρακτηριστικῶν του Ἀρχαγγέλου τῆς σκεπῆς. Κοίταξε ἔπειτα τή χωμάτινη λεκάνη καί τότε συνειδητοποίησε ὅτι ὁ πηλός εἶχε μείνει ἐλάχιστος. Θεέ μου! Καί δέν εἶχε φτιάξει παρά τό πρόσωπο τοῦ Ἁγίου, τίς φτεροῦγες Του καί τήν πύρινη ρομφαία. Πάνω στήν ἔνταση καί τήν προσπάθεια ν’ ἀπαθανατίσει τά χαρακτηριστικά του Ἁγίου, δέν πρόσεξε τό ὑλικό του πηλοῦ πού λιγόστευε. Νά χαλάσει ὅ,τι ἐφτίαξε καί νά ξαναρχίσει ἀπό τήν ἀρχή; Ἀδύνατον. Δέν ἦταν πιά βέβαιος ὅτι θά πετύχαινε αὐτό πού τώρα ἐμπρός του καμάρωνε εὐχαριστημένος.


   Μά τότε; Ἔσκυψε, πῆρε τόν ὑπόλοιπο πηλό, καί ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἄπειρο παιδί ζωγραφίζει σέ χαρτί ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα, σχεδιάζοντας τόν κορμό, τά χέρια καί τά πόδια τοῦ ἀνθρώπου, μέ μία μόνο χονδρή κοντυλιά, ἔτσι καί κεῖνος μέ τόν λίγο πηλό πού τοῦ ἔμεινε, σχεδίασε τό ὑπόλοιπο σώματος Ἀρχαγγέλου, πολύ ἄτεχνο μέν ἀπό τό λαιμό καί κάτω, ἀλλά ὁλοκληρωμένο. Τό βλέπουμε καί σήμερα ὅταν ἀνοίξουμε τό ἀσφαλισμένο κουβούκλιο τοῦ Ἀρχαγγέλου πού κρύβει τό ὑπόλοιπο σῶμα Του.


   Πολλές ἑκατοντάδες χρόνια πέρασαν ἀπό τότε πού ἡ ἀνάγλυφη εἰκόνα τοῦ Ἀρχαγγέλου μέ τό σκοῦρο αἱμάτινο χρῶμα τῆς παραμένει ἀναλλοίωτη, ζωντανή, μακριά ἀπό τόν νόμο τῆς φθορᾶς καί τοῦ χρόνου. Μακριά ἀπό τή φθορά τοῦ ἀσπασμοῦ χιλιάδων πιστῶν πού κάθε χρόνο κατακλύζουν τόν Ἱερό Ναό Του καί χαϊδεύουν καί σκουπίζουν πολλές φορές μέ βαμβάκι (!) τόν ἱδρώτα τοῦ προσώπου Του καί τά δάκρυά Του. Ἀκόμη δέ ἐπικολλοῦν στό μέτωπο καί στά μάγουλά του νομίσματα μεταλλικά παντός εἴδους, τά ὁποία σημαδεύουν τό πρόσωπό Του, ἀλλά τά σημάδια αὐτά ἐξαλείφονται ἔπειτα. Ὅλα αὐτά εἶναι ἀρκετά νά πείσουν κάθε χριστιανό, μέ πόση χάρη, ἀγάπη καί ἐνδιαφέρον ἀγκαλιάζει ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ τή χειροποίητη ἀνάγλυφη εἰκόνα Του.


   «Πάντας τούς τήν θείαν καί σεπτήν, Σού ἀσπαζόμενους εἰκόνα, Μιχαήλ Μέγιστε Πάσης ἀπολύτρωσαι ὀργῆς καί θλίψεως καί θανάτου ἁπάλλαξον, πικροῦ αἰφνιδίου, καί δεινῆς κακώσεως, σοφέ Ταξίαρχε, ὅπως προστασίαις Σου θείαις, πάντοτε σωζόμενοι πόθω, τό σεπτόν Σου ὄνομα γεραίρομεν».


 


+ Πρωτοπρεσβύτερος Εὐστράτιος Δῆσσος


Ἱερατικός Προϊστάμενος


Ἱεροῦ Προσκυνηματικοῦ Ναοῦ Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν


Μανταμάδου Λέσβου

Πηγή https://www.taxiarhismantamadou.gr

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 7997 - Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

  Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος. Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν. Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη. Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς ...

"Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε." Αρχιμ. Πορφύριος Αγγελάκης

  Η Ιερά Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου, στο πλαίσιο της πνευματικής προετοιμασίας για το Άγιο Πάσχα και της διαρκούς ποιμαντικής της μέριμνας, πραγματοποίησε την Κυριακή της Τυρινής, 22 Φεβρουαρίου, τον πρώτο Κατανυκτικό Εσπερινό της Συγγνώμης, σηματοδοτώντας την είσοδο στο «στάδιο των αρετών». Η ακολουθία τελέστηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Αμπεριάς, μέσα σε κλίμα σαρακοστιανής κατάνυξης με τη συμμετοχή πλήθους πιστών που προσήλθαν για να προσευχηθούν και αλληλοσυγχωρεθούν  και να ξεκινήσουν τον πνευματικό αγώνα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μετά το πέρας του Εσπερινού, ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Πορφύριος Αγγελάκης, Προϊστάμενος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Αγίας Φωτεινής Ιεράπετρας της Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας, ανέπτυξε το θέμα: «ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ· ΟΙ ΒΟΥΛΟΜΕΝΟΙ ΑΘΛΗΣΑΙ ΕΙΣΕΛΘΕΤΕ», προσφέροντας πνευματικά ερεθίσματα και ουσιαστικές παραινέσεις για την πορεία της νηστείας και του αγώνα των αρετών. Η Πνευματική εσπερίδα αποτέλε...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο Άγιος Παΐσιος και οι νέοι Αγιορείτες Άγιοι της Εκκλησίας μας, Παπά – Τύχων και Χατζηγεώργης

  Πνευματική χαρά σκόρπισε στην Αθωνική Πολιτεία αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο η αναγγελία της αναγραφής στις Αγιολογικές Δέλτους δύο μεγάλων ασκητικών μορφών του αγιορείτικου μοναχισμού, οι οποίοι, από την “έρημο της ησυχίας”, πλέον βρίσκονται στις τάξεις των Αγίων της Εκκλησίας μας.  Πρόκειται για τον Παπά – Τύχωνα, τον πνευματικό και τον Γεώργιο Χατζηγεώργη, τον αγιορείτη ασκητή του 19ου αιώνα με καταγωγή από την Καππαδοκία. Δύο ακόμη αγιοκατατάξεις επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ ο οποίος – στα 35 έτη της Πρωθιεραρχικής του διακονίας στην Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως – έχει ταυτίσει το όνομά του με αγιοκατατάξεις μεγάλων σύγχρονων Αγίων της εποχής μας. Εκτός από το προσωνύμιο του “πράσινου Πατριάρχη” δικαίως λαμβάνει και το προσωνύμιο του “αγιόφιλου Πατριάρχη”. Οι δύο νέοι Άγιοι της Εκκλησίας μας συνδέονται ωστόσο στενά και με έναν άλλο σύγχρονο Άγιο, τον Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο νέων Όσιος Τύχων υπήρξε πνευμ...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος  

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη 24 Φεβρουαρίου

  Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό. Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς ...

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 10 Μαρτίου

  Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν...

Τι είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία και κάθε πότε τελείται;

  Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία: Η Εκκλησία μας καθόρισε όλες τίς Τετάρτες καί Παρασκευές τής Μεγάλης Τεσσαρακοστής νά τελείται η Λειτουργία τών Προηγιασμένων Δώρων. Κατά τή Λειτουργία αυτή δέν τελείται Θυσία, δέ γίνεται δηλαδή μεταβολή τού άρτου καί τού οίνου σέ Σώμα καί Αίμα Χριστού. Τά Τίμια Δώρα, ο Άρτος καί ο Οίνος είναι έτοιμα, έχουν προαγιασθεί (γι αυτό καί λέγεται Λειτουργία τών Προηγιασμένων Δώρων) κατά τήν προηγηθείσα θεία Λειτουργία τής Κυριακής, είναι πλέον Σώμα καί Αίμα Χριστού, καί απλώς προσφέρονται πρός μεταλήψη στούς πιστούς. Ο Ιερέας καθ εκάστη Κυριακή κόπτει από τό πρόσφορο τόν λεγόμενο «Αμνόν», δηλαδή τό τετράγωνο εκείνο τεμάχιο τής σφραγίδας πού γράφει ΙΣ-ΧΣ ΝΙ-ΚΑ, καί τό τοποθετεί επάνω στό ιερό Δισκάριο. Μετ ολίγο, κατά τή στιγμή τού «Σέ υμνούμεν», τό τεμάχιον αυτό τού άρτου θά μεταβληθεί διά τής ευλογίας τού Ιερέως σέ αυτό τούτο τό Σώμα τού Κυρίου, όπως καί ο οίνος, πού είναι στό ιερό Ποτήριο, θά μεταβληθεί καί αυτός σέ αυτό τούτο τό Αίμα τού Κυρίου. Όταν όμω...

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμων Ἐπίσκοπος Σελευκείας τῆς Πισιδίας 24 Μαρτίου

  Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμων γεννήθηκε στὴ Σελευκεία τῆς Πισιδίας. Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε σὲ ἐκεῖνο τὸν τόπο, ὁ Ἅγιος Ἀρτέμων ἔγινε μαθητής του, ἐνῷ στὴν συνέχεια ἀναδείχθηκε Ἐπίσκοπος τῆς ἴδιας πόλεως, διδάσκαλος τοῦ λαοῦ καὶ κήρυκας τῆς ἀλήθειας. Διενέργησε πολλὰ θαύματα καὶ ὁδήγησε πολλοὺς ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες πρὸς τὸν Κύριο, κάνοντάς τους Χριστιανούς. Διοικώντας μὲ εὐσέβεια καὶ θεάρεστο τρόπο τὸ ποίμνιο, ποὺ τοῦ εἶχε ἐμπιστευθεῖ ὁ Θεὸς καὶ διακυβερνώντας μὲ ἀρετὴ καὶ σοφία τὴν Ἐκκλησία, ἦταν σωτήριο λιμάνι γιὰ ὅλους ποὺ εἶχαν ἀνάγκη, προστάτης τῶν χηρῶν, ὑπερασπιστὴς τῶν ὀρφανῶν, χορηγὸς πτωχῶν καὶ πενήτων. Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμων, ἀφοῦ πολιτεύθηκε κατὰ Θεὸν καὶ ὑπηρέτησε σὲ ὅλα τὸν Κύριο, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη σὲ βαθὺ γῆρας, ἀπολαμβάνοντας τὴν αἰώνια ζωή. Πηγή  https://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

pemptousia-tv: Ντοκιμαντέρ – Άγιος Ραφαήλ – Ο «Ζωντανός» Άγιος

  Το Ινστιτούτο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός σε συνεργασία με τον όμιλο Parapolitika Media, προβάλλουν το ντοκιμαντέρ ” Άγιος Ραφαήλ – Ο «Ζωντανός» Άγιος”. Στον αιματοβαμμένο λόφο των Καρυών ακολουθούμε τα ίχνη της ζωής του Αγίου Ραφαήλ, το μαρτυρικό του τέλος, τα θαύματα του, φωτίζοντας τα με τις σύγχρονες μαρτυρίες των πιστών. Παραγωγός Μαρία Γιαχνάκη. Δημοσιογραφική επιμέλεια: Κατερίνα Μαραγκού. Πατήστε στην εικόνα για να μεταβείτε στο περιεχόμενο: Πηγή  ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR

Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος ὁ Ἱερομάρτυρας 25 Φεβρουαρίου

  Ὁ Ἅγιος Ρηγίνος γεννήθηκε στὴ Λεβάδεια τῆς Βοιωτίας στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ ἐνάρετους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸν βοήθησαν νὰ λάβει τὴ θύραθεν παιδεία ἀλλὰ καὶ τὴν ὀρθόδοξη ἀγωγή. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὸν Κύριο καὶ ἡ πνευματική του πρόοδος τὸν μεταμόρφωσαν σὲ σκεῦος ἐκλογῆς καὶ σὲ ναὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Ἅγιος ἔζησε τὴν ἐποχὴ ποὺ βασίλευσαν οἱ δύο υἱοὶ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ μὲν Κωνστάντιος στὴν Κωνσταντινούπολη (Ἀνατολή), ὁ δὲ Κώνστας στὴ Ρώμη (Δύση). Καὶ οἱ δύο διάδοχοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἶχαν ἀνατραφεῖ μὲ τὶς ἀρχὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλὰ ὁ μὲν Κωνστάντιος εἶχε συνειδητὰ ἀποδεχθεῖ τὸν Ἀρειανισμό, ὁ δὲ Κώνστας παρέμεινε πιστὸς στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καὶ οἱ δύο εἶχαν ὡς κοινὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θρησκευτικῆς τους πολιτικῆς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν καταπολέμηση τῆς ἐθνικῆς θρησκείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἐκκλησιαστική τους πολιτικὴ εἶχε ὡς συνέπεια ὄχι μόνο τὴ συντήρηση, ἀλλὰ καὶ τὴν διε...