Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἀπόστολος 29 Ιουνίου

 

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεννήθηκε στὴ μικρὴ πόλη Βηθσαϊδὰ κοντὰ στὴ λίμνη Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μὲ τὸν ἀδελφό του Ἀνδρέα, κληθέντα καὶ αὐτὸν στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, καὶ μὲ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τὸ ὄνομά του ἀπαντᾶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ὑπὸ τέσσερις τύπους: α. Συμεὼν (ἐκ τοῦ Sim Un, σημιτικοῦ τύπου). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξελληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπὸ τὸ ἀραμαϊκὸ Kepha, ποὺ σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στὸ Σίμωνα ἀπὸ τὸν Χριστό).


Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Ἰωάννης ἢ Ἰωνᾶς. Οἱ γονεῖς του ἀνῆκαν στοὺς λιγοστοὺς πιστοὺς εὐσεβεῖς Ἰουδαίους τῆς ἐποχῆς τους, οἱ ὁποῖοι ἐπερίμεναν ἐναγώνια τὸν Μεσσία καὶ τὴ μεσσιανικὴ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία θὰ ἐτερματίζετο ἡ κακοδαιμονία τῆς ἀνθρωπότητος.


Ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε τὴν πεθερά του, τὴν ὁποία ἐθεράπευσε ὁ Κύριος, στὴν Καπερναούμ, προκύπτει ὅτι ἦταν ἔγγαμος. Δὲν εἶναι γνωστὸ μὲ βεβαιότητα τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του, καλουμένης Ἰωάννας ὑπὸ τῶν Ἀνατολικῶν καὶ Περπετούης ὑπὸ τῶν Δυτικῶν. Οὔτε εἶναι γνωστὸ ἂν ἡ σύζυγός του ἐζοῦσε ἀκόμη, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκλήθηκε στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα.


Ὁ Πέτρος καὶ ὁ Ἰωάννης καλοῦνται «ἀγράμματοι καὶ ἰδιῶται» ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου, σημεῖο ὅτι δὲν εἶχαν φοιτήσει στὶς λόγιες ραββινικὲς σχολές. Εἶχαν ὅμως μαθητεύσει στὸν Τίμιο Πρόδρομο. Τοῦτο εἶναι βέβαιο γιὰ τοὺς υἱοὺς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ γιὰ τὸν Ἀνδρέα, πιθανῶς δὲ καὶ γιὰ τὸν Σίμωνα Πέτρο.


Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου στὸ ἀποστολικὸ ἔργο ἔγινε βαθμιαίως. Ὅταν τὸν ἐπαρουσίασε ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας στὸν Κύριο, μὲ τοὺς λόγους «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν», ἔλαβε τὴν ἐπωνυμία Κηφᾶς. Ἦταν παρὼν κατὰ τὸ θαῦμα στὴν Κανᾶ καὶ ἐγκαταστάθηκε μετὰ μὲ τὸν Κύριο στὴν Καπερναούμ. Ἐκλήθηκε ὁριστικὰ μετὰ τὴν πρώτη θαυμαστὴ ἁλιεία, γενόμενος ἔτσι «ἁλιεὺς ἀνθρώπων».


Ὁ ἐνθουσιώδης καὶ εὐσεβὴς Πέτρος ἐπέταξε τὰ δίχτυα ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ ἀκολούθησε τὸν Κύριο πιστά. Λόγῳ τοῦ δυναμικοῦ χαρακτῆρος του καὶ τῆς ἰδιαίτερης ἀφοσιώσεώς του στὸν Κύριο ἀξιώθηκε νὰ ἔχει ἐξαιρετικὴ θέση μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων καὶ νὰ ὁμιλεῖ συχνὰ ἐκ μέρους αὐτῶν. Ὁμολόγησε πρῶτος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος ἐξετίμησε αὐτὴ τὴν ὁμολογία καὶ τὸν διαβεβαίωσε πὼς ἐπάνω σὲ αὐτὴ τὴν ὁμολογία πίστεως, ποὺ ἔγινε κατ’ ἀποκάλυψιν Θεοῦ Πατρός, «οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν».


Κατὰ τὴν ἑβδομάδα τῶν παθῶν καὶ μετὰ τὴν Ἀνάσταση ὁ Πέτρος ἀποτελεῖ κεντρικὸ πρόσωπο στὰ Εὐαγγέλια. Ἔτσι στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο ἀρνεῖται πρὸς στιγμὴν τὴ νίψη τῶν ποδῶν του ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀγωνιᾶ κατόπιν νὰ μάθει ποιὸς εἶναι ὁ προδότης, διαμαρτύρεται, διότι στὴν πρὸς τὸν Κύριο ἐρώτησή του «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», ἔλαβε ἀπὸ Αὐτὸν τὴν ἀπάντηση «ὅπου ἐγὼ ὑπάγω οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι», καὶ τέλος ὑπόσχεται στὸν Κύριο ὅτι θὰ θυσιάσει τὴν ψυχή του γιὰ Ἐκεῖνον καὶ δὲν θὰ σκανδαλισθεῖ ἀπὸ τὸ ἐπερχόμενο Πάθος Του. Κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ ὁ Ἰησοῦς στὴν μετὰ τοῦ Πέτρου στιχομυθία του εἶπε σὲ αὐτὸν τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Σίμων, Σίμων, ἰδοῦ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιάσαι ὡς τὸν σῖτον. Ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου. Καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου». Πράγματι δέ, δὲν ἐξέλιπε ἡ πίστη τοῦ Πέτρου, ἂν καὶ ἀρνήθηκε τὸν Διδάσκαλο τρεῖς φορὲς στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως. Ἕνεκα τῆς ὑπὲρ αὐτοῦ δεήσεως τοῦ Κυρίου, ἦλθε στὸν ἑαυτό του, μετανόησε  καὶ ἔκλαψε πικρὰ γιὰ τὴν πράξη του καὶ ἀξιώθηκε πρῶτος αὐτὸς ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους νὰ διαπιστώσει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ πρῶτος νὰ δεῖ τὸν Ἀναστάντα Κύριο.


Ἀξιώθηκε νὰ δεῖ ἀπὸ τοὺς πρώτους τὸ κενὸ μνημεῖο καὶ νὰ διαπιστώσει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Τὸ συγκλονιστικὸ αὐτὸ γεγονὸς τὸν μεταμόρφωσε κυριολεκτικά. Τὸ φλογερό του κήρυγμα τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἔκανε νὰ πιστέψουν τρεῖς χιλιάδες ψυχές, καὶ νὰ βαπτισθοῦν. Ἡ ἱεραποστολικὴ δράση του ὑπῆρξε θαυμαστὴ καὶ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπὸ ἐκεῖ ἐνεργοῦσε κατὰ καιροὺς περιοδεῖες ἐπισκεπτόμενος τὶς πλησιόχωρες Ἐκκλησίες. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὶς δύο ἀνόδους του στὰ Ἱεροσόλυμα συναντήθηκε ἐκεῖ μὲ τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ὀνομάζει καὶ Ἀπόστολο τῶν «ἐκ περιτομῆς» καὶ μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἐτιμᾶτο μαζὶ μὲ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη ὡς «στῦλος» τῆς Ἐκκλησίας.


Σὲ μία περιοδεία του ὁ Πέτρος, περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις, ἐπισκέφθηκε τὴ Λύδδα καὶ ἀφοῦ ἐθεράπευσε  τὸν παραλυτικὸ Αἰνέα, ἦλθε στὴν Ἰόππη, ὅπου ἀνέστησε τὴν Ταβιθᾶ ἢ Δορκάδα. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, μὲ θεία ἐπιταγή, ἐπορεύθηκε στὴν Καισάρεια, στὴν ὁποία ἐκατήχησε καὶ ἐβάπτισε τὸν ἐθνικὸ Κορνήλιο μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ὅταν ἔμαθαν τὸ γεγονὸς αὐτὸ οἱ «ἐκ περιτομῆς» τῆς Ἐκκλησίας Ἱεροσολύμων ἐκατηγόρησαν τὸν Πέτρο. Ὁ Ἀπόστολος ἐξέθεσε μὲ λεπτομέρεια πῶς ὁ Θεὸς δι’ ὁράματος «ὑπέδειξεν μηδένα κοινὸν ἢ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον» καὶ ἔκλεισε τὴν ἀπολογία του ἐκείνη ὡς ἑξῆς: «Εἰ οὖν τὴν ἴσην δωρεὰν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς ὡς καὶ ἡμῖν πιστεύσασιν ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐγὼ δὲ τὶς ἤμην δυνατὸς κωλῦσαι τὸν Θεόν;».


Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α’, ἐπιθυμώντας νὰ εὐχαριστήσει τοὺς Ἰουδαίους συνέλαβε τὸν Πέτρο κατὰ τὶς ἑορτὲς τοῦ Πάσχα τοῦ 42 ἢ 44 μ.Χ. καὶ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ τὸν φονεύσει μετὰ ἀπὸ λίγο. Ἀλλ’ Ἄγγελος Κυρίου ἐλευθέρωσε κατὰ τὴ νύχτα τὸ δέσμιο καὶ ἀπὸ στρατιῶτες φρουρούμενο Πέτρο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τοὺς συγκεντρωμένους καὶ προσευχόμενους ὑπὲρ αὐτοῦ ἀδελφοὺς στὴν οἰκία τῆς Μαρίας, μητέρας τοῦ Μάρκου, ἀνήγγειλε σὲ αὐτοὺς τὴ σωτηρία του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο καὶ «ἐξελθὼν ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον».


Γιὰ τελευταία φορὰ ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις περὶ τοῦ Πέτρου κατὰ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στὴν ὁποία μαζὶ μὲ τὸν Παῦλο καὶ τὸν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο. Ὁ Παῦλος στὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή του μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ μία συνάντηση, τὴν ὁποία εἶχε μὲ τὸν Πέτρο στὴν Ἀντιόχεια, κατὰ τὴν ὁποία τὸν ἤλεγξε γιὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψη θάρρους καὶ παραχώρηση ὑπὲρ τῶν ἰουδαϊζόντων καὶ σὲ βάρος τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστιανῶν.


Γιὰ τὴ μετὰ ταῦτα ζωὴ καὶ δράση τοῦ Πέτρου στερούμεθα σαφεῖς ἱστορικὲς μαρτυρίες. Ὁ Ὠριγένης καὶ ὁ Εὐσέβιος, προφανῶς ἀπὸ τὸν πρόλογο τῆς Α’ Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Πέτρου, συμπέραναν ὅτι αὐτὸς ἐκήρυξε στοὺς Ἰουδαίους τῆς Διασπορᾶς, στὸν Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ἀσία καὶ Βιθυνία. Ὁρισμένοι δέχονται καὶ τὴν ἀποστολικὴ δράση τοῦ Πέτρου στὴν Κόρινθο.


Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἔγραψε δύο Καθολικὲς Ἐπιστολές. Ἀπὸ αὐτές, ἡ μὲν πρώτη ἀπευθυνόταν στοὺς Χριστιανοὺς τοῦ Πόντου, τῆς Γαλατίας, τῆς Καππαδοκίας, τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Βιθυνίας, ἡ δὲ δεύτερη σὲ ὅλους τοὺς Χριστιανούς. Μέσα ἀπὸ αὐτὲς προσπαθεῖ νὰ στηρίξει τοὺς πιστοὺς στὶς θλίψεις ποὺ ὑφίστανται ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς τους στὸν Ἰησοῦ Χριστό.


Ὑπάρχει βέβαια καὶ ἡ παράδοση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν περὶ μεταβάσεως τοῦ Πέτρου στὴ Ρώμη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο ἢ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, τῆς ὁποίας διετέλεσε  ἐπὶ εἰκοσιπενταετία Ἐπίσκοπος. Τὴν παράδοση αὐτὴ πολλοὺ Ὀρθόδοξοι μελετητὲς τὴν ἀμφισβητοῦν, διότι στηρίζεται σὲ μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα κείμενα, τὶς λεγόμενες «Ψευδοϊσιδώρειες Διατάξεις» καὶ τὴν ἀπόκρυφη φιλολογία. Ἀναμφίβολα ὅμως ὁ Πέτρος συνδέεται μὲ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀφοῦ ἔδρασε καὶ ἔμαρτύρησε σὲ αὐτήν.


Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν παράδοση ὁ Πέτρος ἵδρυσε τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης. Ἐκήρυττε νυχθημερὸν στὴ μεγάλη πόλη καὶ κατόρθωσε νὰ μεταστρέψει πλῆθος κατοίκων στὸ Χριστιανισμό. Τὴν ἴδια ἐποχὴ εὑρισκόταν στὴ Ρώμη καὶ ὁ διαβόητος Σίμων ὁ μάγος, γνωστὸς ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ μὲ τὶς διάφορες μαγγανεῖες καὶ τὰ μαγικὰ κόλπα προκαλοῦσε τὸν θαυμασμὸ τοῦ πλήθους καὶ γι’ αὐτὸ ἀπέκτησε πολλοὺς ὀπαδούς. Ὅμως εὑρῆκε μπροστά του τὸν ἀληθινὸ ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ὁ ὁποῖος μὲ σειρὰ θαυμάτων ξεσκέπασε τὸν ἀπατεώνα μάγο, τὸν ἀπέδειξε  ὡς συνεργὸ τῶν δαιμόνων καὶ ἐφανέρωσε τὴν ἀνίκητη δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.


Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει: «Τοῦ Πέτρου καὶ Παύλου ἐν Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καὶ θεμελιούντων τὴν Ἐκκλησίαν».


Ὁ Ὠριγένης: «Ὃς καὶ ἐπὶ τέλει ἐν Ρώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατὰ κεφαλῆς οὕτως αὐτὸς ἀξίωσας». Τέλος ὁ πρεσβύτερος Γάιος (169 μ.Χ.) γράφει στὸν πρὸς Πρόκλο διάλογό του: «Ἐγὼ δὲ τὰ τρόπαια (μνημεία, σκηνώματα) τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι. Ἐὰν γὰρ θελήσῃς ἀπελθεῖν ἐπὶ τὸν Βατικανὸν ἢ ἐπὶ τὴν ὁδὸν τὴν Ὠστίαν, εὑρήσεις τὰ τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυσαμένων τὴν Ἐκκλησίαν».


Κατὰ τὴν παράδοση, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἄθλησε στὴ Ρώμη κατὰ τὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος (64/67 μ.Χ.). Λίγο πρὶν τὸν συλλάβουν ἔκρινε σκόπιμο νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν πόλη, γιὰ νὰ γλιτώσει. Καθὼς ἐβάδιζε βιαστικὰ τὴν περίφημη Ἀππία ὁδὸ εἶδε μπροστά του τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος τὸν ἐρώτησε: «Quo Vadis?», δηλαδὴ «ποῦ πηγαίνεις;». Τότε ὁ ἔνθερμος Ἀπόστολος  κατάλαβε πὼς ἡ φυγή του αὐτὴ ἰσοδυναμοῦσε μὲ νέα ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ μὲ δάκρυα  στὰ μάτια ἐγύρισε πίσω καὶ συνελήφθη καὶ καταδικάσθηκε σὲ σταυρικὸ θάνατο. Ὅταν ὁδηγήθηκε στὸ μαρτύριο παρακάλεσε τοὺς δημίους του νὰ τὸν σταυρώσουν ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω, διότι, ὅπως εἶπε, δὲν ἐθεωροῦσε τὸν ἑαυτό του ἄξιο νὰ σταυρωθεῖ σὰν τὸν ἠγαπημένο Δάσκαλο καὶ Θεό του! Ἔτσι παρέδωσε τὴν ἁγία του ψυχὴ στὸν Χριστό, τὸ δὲ ἁγιασμένο λείψανό του τὸ περιμάζεψαν οἱ πιστοὶ καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ Βατικανὸ λόφο.


Ὁ τάφος του ἦταν ἁπλὸς καὶ πτωσικός. Ἐσκέπασαν τὸ τίμιο λείψανό του μὲ χῶμα καὶ μετὰ μὲ πλάκες ἀπὸ κεραμίδι σὲ σχῆμα ἀμφικλινές. Ἔτσι ἔθαπταν τότε τοὺς πολλούς, τοὺς πτωχοὺς στὴ Ρώμη. Τὸ μνῆμα τοῦ Πέτρου τὸ ἤξερε καλὰ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀνίκητος (155 – 166 μ.Χ.), περὶ τὸ 160 μ.Χ., ἐτοποθέτησε μία μαρμάρινη πλάκα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν ὁποία ἐστήριξε σὲ δύο κιονίσκους μία τράπεζα μὲ μικρὴ κόγχη καὶ ὑποτυπῶδες ἀέτωμα. Γύρω της συνήρχοντο γιὰ προσευχὴ λίγοι Χριστιανοί, ἐνῶ στὸν ἱερὸ τόπο τῆς ταφῆς τοῦ Πέτρου συνάγονταν πολλοὶ προσκυνητὲς στὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.


Ἕνας ἀπὸ τοὺς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανὸς (253 – 259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τοὺς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατὰ τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καὶ τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περὶ τὸ 257 μ.Χ. μὲ πραγματικὴ ἀγριότητα. Θανατώνει τοὺς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τὶς συνάξεις  στοὺς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τὸ 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β’ (257 – 2258 μ.Χ.), γιὰ νὰ προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπὸ τὰ μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στὶς 29 Ἰανουαρίου τοῦ 258 μ.Χ., καὶ τὰ μεταφέρει στὸ κοιμητήριο ποὺ εἶναι σήμερα γνωστὸ ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτὴ διατηρήθηκε ὡς σήμερα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ὄχι πλέον σὲ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπὸ τὸ λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδὴ ὡς ἑορτὴ τοῦ μαρτυρίου τους.


Μετὰ τὸ 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαληνὸς (259 – 268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τὶς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καὶ ἐπέστρεψε τοὺς ναοὺς καὶ τὰ κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσεται στὸ νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπὸ τὴν Κατακόμβη του ἱδρύεται τὸ ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτὴ τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στὴ Ρώμη σὲ τρεῖς τόπους. Στὸ Βατικανὸ ὁ Πέτρος, στὴν ὁδὸ τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καὶ οἱ δύο μαζὶ στὶς Κατακόμβες.


Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τὰ πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σιλβέστρος (315 – 335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τὴν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση Μαρτυρίων στοὺς τόπους ἀθλήσεως καὶ ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τὰ ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στὸ Βατικανὸ καὶ στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία στὶς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μὲ τὴ μετακομιδὴ τῶν λειψάνων τους ἀπὸ τὴν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στοὺς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνο οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τὸ ναὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινὸ Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ Ἁγία Τράπεζα, μέσα σὲ κιβώρια.


Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλικὴ τοῦ Βατικανοῦ, παρὰ τὶς πολλὲς ἐπισκευὲς λόγῳ τῶν καταστροφῶν ποὺ τὶς προξένησαν οἱ βαρβαρικὲς ἐπιδρομὲς τοῦ 5ου καὶ 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μὲ 90 μέτρα μῆκος καὶ 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τὸν πάνσεπτο αὐτὸ ναὸ καὶ στὴ θέση του ἔκτισε τὸν ἀχανὴ καὶ βαρὺ σημερινὸ Ἅγιο Πέτρο (1626). Στὴν ὁδὸ πρὸς τὴν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικὰ μικρὴ τρίκλιτη βασιλική, τὴν ὁποία ἐπεξέτειναν τὸ 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανὸς Β’, Θεοδόσιος καὶ Ἀρκάδιος σὲ πεντάκλιτη καὶ τὴν ἐγκαινίασε, τὸ 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384 – 398 μ.Χ.). Ἡ βασιλικὴ διατηρήθηκε σχεδὸν ἀκέραια μέχρι τὸν Ἰούλιο τοῦ 1823, ποὺ ἐκάηκε ἀπὸ μεγάλη πυρκαγιά, ἀλλὰ ἀναστηλώθηκε μὲ πιστότητα στὸ ἀρχαῖο της κάλλος.

Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μὲ μία μεγαλογράμματη λατινικὴ ἐπιγραφὴ τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ποὺ γράφει: «Στὸν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».


Πηγή https://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.


Τὴν κλῆσιν δεξάμενος, παρὰ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, πρωτόθρονος πέφηνας, τῶν Ἀποστόλων αὐτοῦ, καὶ πέτρα τῆς πίστεως· ὅθεν ὡς τῶν ἀρρήτων, κοινωνὸς καὶ αὐτόπτης, πᾶσιν εὐηγγελίσω, σωτηρίας τὸν λόγον· διό σε μεγαλύνομεν, Πέτρε Ἀπόστολε.


 


Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος δ’.


Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.


 


Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖοι κήρυκες, τῆς εὐσεβείας, κρήνη δίκρουνος, θεογνωσίας, καὶ δογμάτων οὐρανίων ἀκφάντορες, Πέτρε καὶ Παῦλε σαφῶς ἀνεδείχθητε, ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων Πρωτόθρονοι. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, σωτήριον ἡμῖν ἔλλαμψιν, καὶ λύτρωσιν παθῶν καὶ μέγα ἔλεος.



Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.


Ὡς Ἀποστόλων τῶν θείων πρωτόθρονος, καὶ μαθητὴς τοῦ Σωτῆρος θερμότατος, ἀπαύστως δυσώπει τὸν Κύριον, λυτροῦσθαι ἡμᾶς πάσης θλίψεως, Ἀπόστολε Πέτρε πανεύφημε.


 


Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος β’. Αὐτόμελον.


Τοὺς ἀσφαλεῖς, καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφήν, τῶν Ἀποστόλων Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν· τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.


 


Ἕτερον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.

Ἀποστόλων πρόκριτοι, καὶ κορυφαῖοι ὀφθέντες, οὐρανοὶ ὡς ἔμψυχοι, δόξαν Θεοῦ διηγοῦνται, Πέτρος μέν, ὁ τῆς ἀγάπης τοῦ Λόγου πλήρης, Πεῦλος δέ, ὡς ἐκλογῆς Χριστοῦ σκεῦος θεῖον, καὶ ἀμφότεροι αἰτοῦνται, πᾶσι δοθῆναι πταισμάτων ἄφεσιν.



Μεγαλυνάριον.


Χαίροις κορυφαῖε μύστα Χριστοῦ, Ἀπόστολε Πέτρε, Ἀποστόλων ἡ καλλονή· χαίροις οἰκονόμε, τῶν δωρεῶν τῶν θείων, καὶ πρὸς Χριστὸν μεσίτης, ἡμῶν θερμότατος.


 


Μεγαλυνάριον μετὰ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Πέτρε θεῖον ἅρμα Χερουβικόν, οὐράνιε Παῦλε, ὄχημά τε Σεραφικόν, ἡ πύρινος γλῶσσα, τοῦ Θεανθρώπου Λόγου, πυρός με τῆς γεέννης, ἀπολυτρώσασθε.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ: 7997 - Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του

  Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος. Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν. Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη. Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς ...

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Ο Άγιος Παΐσιος και οι νέοι Αγιορείτες Άγιοι της Εκκλησίας μας, Παπά – Τύχων και Χατζηγεώργης

  Πνευματική χαρά σκόρπισε στην Αθωνική Πολιτεία αλλά και σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο η αναγγελία της αναγραφής στις Αγιολογικές Δέλτους δύο μεγάλων ασκητικών μορφών του αγιορείτικου μοναχισμού, οι οποίοι, από την “έρημο της ησυχίας”, πλέον βρίσκονται στις τάξεις των Αγίων της Εκκλησίας μας.  Πρόκειται για τον Παπά – Τύχωνα, τον πνευματικό και τον Γεώργιο Χατζηγεώργη, τον αγιορείτη ασκητή του 19ου αιώνα με καταγωγή από την Καππαδοκία. Δύο ακόμη αγιοκατατάξεις επί των ημερών της Πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου Α’ ο οποίος – στα 35 έτη της Πρωθιεραρχικής του διακονίας στην Πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως – έχει ταυτίσει το όνομά του με αγιοκατατάξεις μεγάλων σύγχρονων Αγίων της εποχής μας. Εκτός από το προσωνύμιο του “πράσινου Πατριάρχη” δικαίως λαμβάνει και το προσωνύμιο του “αγιόφιλου Πατριάρχη”. Οι δύο νέοι Άγιοι της Εκκλησίας μας συνδέονται ωστόσο στενά και με έναν άλλο σύγχρονο Άγιο, τον Παΐσιο τον Αγιορείτη. Ο νέων Όσιος Τύχων υπήρξε πνευμ...

Οἱ Ἁγίες Ὀλυμπία καὶ Εὐφροσύνη οἱ Ὁσιομάρτυρες 11 Μαΐου

  Οἱ Ὁσίες Ὀλυμπία ἢ Ὀλυμπιὰς καὶ Εὐφροσύνη ἔζησαν τὸν 13ο αἰώνα μ.Χ. Ἡ Ἁγία Ὀλυμπία γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι κατάγονταν ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της ἦταν ἱερέας καὶ ἡ μητέρα της θυγατέρα ἱερέως. Ἡ οἰκογένεια τῆς Ἁγίας ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατοίκησε στὴν Πελοπόννησο. Σὲ ἡλικία δέκα ἐτῶν ἡ Ὀλυμπία ἔχασε τοὺς γονεῖς της καὶ οἱ οἰκεῖοι της τὴν ἔστειλαν στὴ μονὴ τῶν Καρυῶν τῆς Θέρμης Λέσβου, τὴ σημερινὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Ραφαήλ, στὴν ὁποία ἦταν ἡγούμενη ἡ θεία της, μοναχὴ Δωροθέα. Ἐκεῖ, σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν ἡ Ἁγία ἐκάρη μοναχὴ καὶ σὲ ἡλικία εἰκοσιπέντε ἐτῶν, ὅταν ἡ θεία της πέθανε, ἔγινε ἡγουμένη. Μετὰ παρέλευση δέκα ἐτῶν, τὸ 1235, πειρατὲς ἐπιτέθηκαν κατὰ τῆς μονῆς. Οἱ μοναχὲς διασκορπίσθηκαν καὶ ὅσες δὲν πρόλαβαν νὰ φύγουν, τὶς κακοποίησαν. Ἡ ἡγουμένη Ὀλυμπία καὶ ἡ μοναχὴ Εὐφροσύνη βασανίσθηκαν ἀνηλεῶς. Τὴν Εὐφροσύνη, ἀφοῦ τὴν κρέμασαν σὲ δένδρο, τὴν ἔκαψαν. Τὴν Ὀλυμπία τὴν ἔκαψαν σὲ ὅλο τὸ σῶμα μὲ λαμπάδες, διαπέρασαν τὰ αὐτιά ...

Εὕρεσις Τιμίας κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Προφήτου, προδρόμου καὶ βαπτιστοῦ Ἰωάννη 24 Φεβρουαρίου

  Ὅταν ἀποκεφαλίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, ἡ τίμια κεφαλὴ αὐτοῦ τοποθετήθηκε μέσα σὲ ἀγγεῖο ἀπὸ ὄστρακο καὶ κρύφθηκε στὴν οἰκία τοῦ Ἡρώδη. Μετὰ ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης φανερώθηκε στὸ ὄνειρο δύο μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα μὲ σκοπὸ νὰ προσκυνήσουν τὸν τάφο τοῦ Κυρίου, ἀγγέλλοντας σὲ αὐτούς, ποῦ βρίσκεται ἡ τίμια κεφαλή του. Καὶ ἐκεῖνοι, ἀφοῦ τὴν βρῆκαν, τὴν εἶχαν μὲ τιμές. Ἀπὸ αὐτοὺς τὴν παρέλαβε κάποιος κεραμεὺς καὶ τὴν μετέφερε στὴν πόλη τῶν Ἐμεσηνῶν. Ὅταν ὅμως πέθανε, τὴν κληροδότησε στὴν ἀδελφή του. Καὶ ἀπὸ τότε διαδοχικὰ περιῆλθε σὲ πολλούς, γιὰ νὰ καταλήξει στὰ χέρια κάποιου ἱερομονάχου ἀρειανοῦ ποὺ ὀνομαζόταν Εὐστάθιος καὶ φύλαξε τὴν τίμια κάρα σὲ σπήλαιο. Ἀπὸ ἐκεῖ μεταφέρθηκε, ἐπὶ Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.), στὸ Παντείχιον τῆς Βιθυνίας μέχρι ποὺ ὁ Θεοδόσιος ὁ Μέγας (379 – 395 μ.Χ.) ἀνεκόμισε αὐτὴ στὸ Ἕβδομο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἀνήγειρε μέγα καὶ περικαλλέστατο ναό. Βέβαια περὶ τῆς εὑρέσεως τῆς τιμίας κεφαλῆς ...

Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος (Ἁγίας Φωτεινής)

  Ὅλη αὐτὴ τὴ περίοδο ποὺ διανύουμε τώρα, ἐπεκτεινομένη σὲ πενήντα μέρες, ἑορτάζομε τὴν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, δεικνύοντας μὲ αὐτὴ τὴν παράταση τὴν ὑπεροχὴ τῆς ἀπέναντι στὶς ἄλλες ἑορτές. Πραγματικὰ ὅλοι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπὸ τοὺς νεκροὺς ἀναστήθηκαν ἀπὸ ἄλλους καί, ἀφοῦ πέθαναν πάλι, ἐπέστρεψαν στὴ γῆ. Ὁ δὲ Χριστός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δὲν κυριεύεται πλέον καθόλου ἀπὸ τὸ θάνατο, γιατί δὲν ἐπέστρεψε πάλι στὴ γῆ, ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, καθιστώντας τὸ φύραμά μας ποὺ εἶχε λάβει ὁμόθρονο μὲ τὸ Πατέρα ὡς ὁμόθεο. Εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἔγινε ἀρχὴ τῆς μελλοντικῆς ἀναστάσεως ὅλων καὶ πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ πατέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Καὶ ὅπως ὅλοι ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, πεθαίνουν στὸν Ἀδάμ, ἔτσι στὸ Χριστὸ θὰ ζωοποιηθοῦν ὅλοι, ἁμαρτωλοὶ καὶ δίκαιοι, ἀλλὰ ὁ καθένας στὴ τάξη του. Ὅταν καταργήσει κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ δύναμη καὶ θέσει ὅλους τους ἐχθρούς του κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του, τελευταῖος ἐχθρὸς ποὺ θὰ καταργηθεῖ...

Οἱ Ἅγιοι Πάντες

  Πραγματικὰ εἶναι θαυμαστὸς ὁ Θεὸς μέσα στοὺς ἁγίους του. Γιατί ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ τοὺς ὑπερφυσικοὺς ἀγῶνες τῶν μαρτύρων, πὼς μὲ ἀσθενὴ σάρκα καταντρόπιασαν τὸν ἰσχυρὸ στὴ κακία, πὼς ἔμειναν ἀναίσθητοι στὶς ὀδύνες καὶ στὰ τραύματα, καθὼς ἀγωνίζονταν μὲ σώματα πρὸς φωτιά, πρὸς τὸ ξίφος, πρὸς ποικίλα καὶ θανατηφόρα εἴδη βασάνων καὶ ἀντιπαρατάσσονταν μὲ καρτερία, ἐνῶ τοὺς ἔκοβαν τὶς σάρκες, τοὺς διάλυαν τοὺς ἁρμοὺς καὶ τοὺς συνέτριβαν τὰ ὀστά, ὅμως διαφύλαξαν τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως στὸ Χριστὸ σώα καὶ ἀδιάσπαστη, ἀκεραία καὶ ἀκλόνητη, ποὺ γι’ αὐτὸ τοὺς χαρίσθηκε καὶ ἡ ἀναντίρρητη σοφία τοῦ Πνεύματος καὶ ἡ δύναμη τῶν θαυμάτων. Ὅταν κανεὶς ἀναλογισθεῖ ἐπίσης τὴν ὑπομονὴ τῶν ὁσίων, πὼς ὑπέφεραν μὲ τὴ θέλησή τους σὰν ἀσώματοι τὶς πολυήμερες ἀσιτίες, τὶς ἀγρυπνίες, τὶς ἄλλες ποικίλες κακώσεις τοῦ σώματος, καὶ ἀντιτάχθηκαν ἕως τὸ τέλος πρὸς τὰ πονηρὰ πάθη, πρὸς τὰ τόσα εἴδη ἁμαρτίας, πρὸς τὸν ἐσωτερικό μας ἀόρατο πόλεμο, πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, ἐνῶ ἔλειωναν καὶ ἀχρηστεύονταν ἐξω...

Ὁ Ἅγιος Μύρων ὁ Νεομάρτυρας ἀπὸ τὸ Ἡράκλειο Κρήτης 20 Μαρτίου

  Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Μύρων καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάλο Κάστρο τῆς Κρήτης, τὸ σημερινὸ Ἡράκλειο καὶ γεννήθηκε ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς. Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Δημήτριος καὶ ἦταν δίκαιος καὶ ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ὁ Ἅγιος ἦταν σεμνὸς καὶ σώφρων καὶ ἀγαποῦσε ὑπερβολικὰ τὴν παρθενία καὶ τὴν ἄσκηση. Ἐργαζόμενος ὡς ράπτης στὸ Ἡράκλειο συκοφαντήθηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι τὸν φθονοῦσαν, ὅτι δῆθεν ἀποπλάνησε μία Τουρκοπούλα. Στὸ δικαστήριο ὁ Ἅγιος ἀπέρριψε ἀπολογούμενος τὴ συκοφαντία, ἀλλὰ ἐτέθη σὲ αὐτὸν δίλημμα τοῦ ἐξισλαμισμοῦ ἢ τοῦ θανάτου. Ὁ Μάρτυρας Μύρων ἀποκρίθηκε μὲ παρρησία ὅτι δὲν ἀρνεῖται τὴν πίστη του, ἀλλὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστεῖ κάθε βασανιστήριο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον γεννήθηκε Χριστιανὸς καὶ Χριστιανὸς θέλει νὰ πεθάνει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸν χτύπησαν ἀνηλεῶς καὶ τὸν ἔριξαν στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ αὐτή, τὸν ὁδήγησαν καὶ πάλι ἐνώπιον τοῦ κριτοῦ, ὅπου ὁ Ἅγιος ἐπαναλάμβανε συνεχῶς ὅτι θέλει νὰ πεθάνει ὡς Χριστιανός. Ἔτσι καταδικάσθηκε στὸν διὰ ἀγ...

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἡ Πατρικία 10 Μαρτίου

  Ἡ Ἁγία Ἀναστασία ἔζησε στὴν Κωνσταντινούπολη κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου (527 – 565 μ.Χ.) καὶ καταγόταν ἀπὸ πλούσιους καὶ εὐγενεῖς γονεῖς. Ἦταν πρώτη Πατρικία τοῦ βασιλέως καὶ φοβούμενη τὸν Θεό. Οἱ ἀρετές της κίνησαν σὲ φθόνο τὴν βασίλισσα καὶ ἔτσι ἡ Ἁγία ἀναγκάστηκε νὰ παραλάβει μέρος τῆς περιουσίας της καὶ νὰ καταφύγει στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὅπου ἔκτισε στὴν θέση ποὺ καλεῖται Πέμπτον μονή, ἡ ὁποία ὀνομάστηκε καὶ τῆς Πατρικίας καὶ ζοῦσε ἀσκητικά. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστινιανὸς τὴν ἀναζητεῖ, ἐγκατέλειψε τὴν μονὴ καὶ προσῆλθε στὴν σκήτη τοῦ ἀββᾶ Δανιήλ, στὸν ὁποῖο ἐμπιστεύθηκε τὰ κατ’ αὐτήν. Ὁ ἀββᾶς τὴν ἔνδυσε μὲ ἀνδρικὰ ἐνδύματα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἀναστάσιο. Ὅρισε δὲ καὶ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὑποτακτικοὺς τῆς σκήτης, γιὰ νὰ προσκομίζει σὲ αὐτὴν τὰ ἀπαραίτητα, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ σπήλαιο μέσα στὸ ὁποῖο ἀσκήτευε. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέμεινε κλεισμένη ἐπὶ εἴκοσι ὀκτὼ ὁλόκληρα χρόνια. Ὅταν προεῖδε τὸ τέλος της, προσκάλεσε τὸν...

"Τό στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε." Αρχιμ. Πορφύριος Αγγελάκης

  Η Ιερά Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου, στο πλαίσιο της πνευματικής προετοιμασίας για το Άγιο Πάσχα και της διαρκούς ποιμαντικής της μέριμνας, πραγματοποίησε την Κυριακή της Τυρινής, 22 Φεβρουαρίου, τον πρώτο Κατανυκτικό Εσπερινό της Συγγνώμης, σηματοδοτώντας την είσοδο στο «στάδιο των αρετών». Η ακολουθία τελέστηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Παντελεήμονος Αμπεριάς, μέσα σε κλίμα σαρακοστιανής κατάνυξης με τη συμμετοχή πλήθους πιστών που προσήλθαν για να προσευχηθούν και αλληλοσυγχωρεθούν  και να ξεκινήσουν τον πνευματικό αγώνα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Μετά το πέρας του Εσπερινού, ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Πορφύριος Αγγελάκης, Προϊστάμενος του Ιερού Καθεδρικού Ναού Αγίας Φωτεινής Ιεράπετρας της Ιερά Μητρόπολη Ιεραπύτνης και Σητείας, ανέπτυξε το θέμα: «ΤΟ ΣΤΑΔΙΟΝ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ· ΟΙ ΒΟΥΛΟΜΕΝΟΙ ΑΘΛΗΣΑΙ ΕΙΣΕΛΘΕΤΕ», προσφέροντας πνευματικά ερεθίσματα και ουσιαστικές παραινέσεις για την πορεία της νηστείας και του αγώνα των αρετών. Η Πνευματική εσπερίδα αποτέλε...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος