Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα
Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου
Πάλιν ὁ Ἰησοῦς μου, καὶ πάλι μυστήριο. Μυστήριο δὲ ποὺ δὲν εἶναι οὔτε ψεύτικο οὔτε ἄπρεπες, οὔτε προέρχεται ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρικὴ πλάνη καὶ τὴ μέθη (διότι ἐγὼ ἔτσι ἀποκαλῶ τὰ τῆς λατρείας τους καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ κάνει καὶ κάθε λογικὸς ἄνθρωπος), ἀλλὰ εἶναι μυστήριο καὶ θεῖο καὶ ὑψηλὸ καὶ δημιουργεῖ λαμπρότητα. Διότι ἡ ἁγία ἡμέρα τῶν Φώτων, στὴν ὁποίαν ἔχουμε φθάσει καὶ τὴν ὁποίαν ἔχουμε ἀξιωθεῖ νὰ ἑορτάσουμε σήμερα, ἔχει μὲν ὡς ἀρχὴ τὸ βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ μου, τοῦ ἀληθινοῦ φωτὸς «τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος ἔρχεται στὸν κόσμον», πραγματοποιεῖ δὲ τὸν καθαρισμό μου καὶ βοηθεῖ τὸ φῶς ποὺ ἔχουμε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ τὴ δημιουργία καὶ τὸ ἔχουμε κάνει νὰ σκοτεινιάσει καὶ νὰ ἀδυνατίσει.
Ἀκοῦστε λοιπὸν τὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σ’ ἐμένα μέν, τὸν ὀπαδὸ καὶ τὸν ἐξηγητὴ τῶν τέτοιων πραγμάτων, ἀκούγεται πολὺ δυνατά, μακάρι δὲ νὰ ἀκουσθεῖ καὶ σὲ σᾶς: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» καὶ γι’ αὐτὸ τὸ λόγο «πλησιάστε τὸν καὶ πάρετε φῶς, καὶ τὰ πρόσωπά σας δὲν θὰ σκιασθοῦν ἀπὸ ντροπή», ἐπειδὴ ἔχουν τὴν σφραγῖδα τοῦ ἀληθινοῦ φωτός. Νά, εὐκαιρία ἀναγεννήσεως? ἃς γίνουμε οὐράνιοι. Νά, καιρὸς ἀναδημιουργίας∙ ἃς ξαναβροῦμε τὸν πρῶτο Ἀδάμ. Νὰ μὴν μείνουμε ἐκεῖνο ποὺ εἴμαστε, ἀλλὰ νὰ γίνουμε ἐκεῖνο ποὺ κάποτε εἴμαστε. «Τὸ φῶς φωτίζει μέσα στὸ σκοτάδι μὲ τὴν παροῦσα ζωὴ καὶ τὴ σάρκα. Καὶ τὸ καταδιώκει μέν, ἀλλὰ δὲν κατορθώνει νὰ τὸ ἐξουδετερώσει τὸ σκοτάδι, ἡ ἐχθρικὴ δηλαδὴ δύναμη, ἡ ὁποία ἐπιτίθεται μὲν ἀπὸ θρασύτητα σ’ ἐκεῖνον ποὺ μοιάζει στὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ πέφτει ἐπάνω στὸ Θεὸ καὶ νικιέται, γιὰ νὰ ρίχνουμε ἀπὸ πάνω μας τὸ σκοτάδι καὶ νὰ πλησιάζουμε στὸ φῶς καὶ νὰ γινόμαστε τέλειο φῶς, παιδιὰ τελείου φωτός. Βλέπετε τὴν ὡραιότητα τῆς ἡμέρας; Βλέπετε τὴ δύναμη τοῦ μυστηρίου; Δὲν ἔχετε ὑψωθεῖ ἀπὸ τὴ γῆ; Δὲν ἀνεβήκατε πιὸ πάνω, βοηθούμενοι ἀπὸ τὴ δική μου φωνὴ καὶ τοὺς λόγους μου; Θὰ τοποθετηθεῖτε δὲ ἀκόμη ὑψηλότερα ὅταν θὰ βοηθήσει ὁ Λόγος τὸ δικό μου λόγο. […]
Ὁ Ἰωάννης ὅμως βαπτίζει καὶ ἔρχεται νὰ βαπτισθεῖ ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ ἁγιάσει μὲν ἐνδεχομένως καὶ τὸν βαπτιστή, ὅπως εἶναι δὲ καταφανές, γιὰ νὰ θάψει μέσα στὸ νερὸ ὄλον τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ καὶ νὰ ἁγιάσει πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς καὶ γιὰ χάρη τοὺς τὸν Ἰορδάνη. Ὅπως δὲ ὁ ἴδιος ἦταν Πνεῦμα καὶ σάρκα, ἔτσι δίνει τὴν πνευματικὴ ὁλοκλήρωση μὲ Πνεῦμα καὶ νερό. Ὁ βαπτιστὴς δὲν δέχεται καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀγωνίζεται (νὰ τὸν πείσει). «Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα» λέει τὸ λυχνάρι στὸν Ἥλιο, ἡ φωνὴ στὸ Λόγο, ὁ φίλος στὸν Νυμφίο, ὁ ἀνώτερος ἀπὸ κάθε ἄλλο γέννημα γυναίκας στὸν Πρωτότοκο ὁλόκληρής της δημιουργίας, ἐκεῖνος ποὺ σκίρτησε ἐνῷ βρισκόταν μέσα στὴν κοιλιὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ προσκυνήθηκε μέσα στὴν κοιλιά, ἐκεῖνος ποὺ προέτρεξε καὶ ὁ ὁποῖος θὰ προστρέξει σ’ ἐκεῖνον ποὺ φάνηκε καὶ θὰ φανεῖ. «Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα» – πρόσθεσε καὶ «δι’ ἐσέ» (διότι γνώριζε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ βαπισθεῖ μὲ τὸ μαρτύριο) ἤ, ὅπως ὁ Πέτρος, τὸ ὅτι θὰ καθαρίσεις ὄχι μόνον τὰ πόδια — «καὶ σὺ ἔρχεσαι πρὸς ἐμέ;». Καὶ τοῦτο εἶναι προφητικό. Διότι γνώριζε ὅτι ὅπως μετὰ τὸν Ἡρῴδη ἐπρόκειτο νὰ καταληφθεῖ ἀπὸ μανία ὁ Πιλᾶτος, ἔτσι καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἔφευγε προηγουμένως, θὰ ἀκολουθοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Τί δὲ λέει ὁ Ἰησοῦς; «Ἄφησε τώρα τὶς ἀντιρρήσεις», διότι αὐτὸ ἀπαιτοῦσε τὸ θεῖο σχέδιο. Διότι γνώριζε ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπρόκειτο νὰ βαπτίσει αὐτὸς τὸν βαπτιστή. Τί δὲ εἶναι τὸ φτυάρι; Ἡ κάθαρση. Τί εἶναι δὲ τὸ πῦρ; Τὸ κάψιμο κάθε ἀνόητου πράγματος καὶ ἡ ἀναζωπύρωση τοῦ πνεύματος. Τί εἶναι δὲ ἡ ἀξίνα; Τὸ κόψιμο τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔχει γεμίσει μὲ ἀκαθαρσίες, ἔχει καταστεῖ ἀθεράπευτη. Τί εἶναι δὲ τὸ μαχαῖρι; Ἡ τομὴ τὴν ὁποία κάνει ὁ Λόγος καὶ ἡ ὁποία ξεχωρίζει τὸ κακὸ ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τὸν πιστὸ ἀπὸ τὸν ἄπιστο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὸν υἱὸ καὶ τὴ θυγατέρα καὶ τὴν νύμφη νὰ ἐπαναστατοῦν κατὰ τοῦ πατέρα καὶ τῆς μητέρας καὶ τῆς πεθερᾶς, καὶ τὰ νέα καὶ πρόσφατα (νὰ ἐπαναστατοῦν) κατὰ τῶν παλαιῶν τὰ ὁποία εἶναι σκιώδη. Τί εἶναι δὲ τὸ κορδόνι τοῦ ὑποδήματος, ποὺ δὲ μπορεῖς νὰ λύσεις σὺ ποὺ βαπτίζεις τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔζησες στὴν ἔρημο μὲ νηστεία, ὁ νέος Ἠλίας, ὁ ὁποῖος εἶσαι κάτι ἀνώτερο καὶ ἀπὸ προφήτη, ἀφοῦ εἶδες καὶ ἐκεῖνον ποὺ εἶχες προφητεύσει καὶ ποῦ συνδέεις τὴν Πάλαια μὲ τὴν Καινὴ Διαθήκη; Τί εἶναι αὐτό; Ἐνδεχομένως ὁ λόγος γιὰ τὴν ἔλευση στὴ γῆ καὶ περὶ τῆς σαρκός, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ἐλάχιστο ἀκόμη τμῆμα εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνει κατανοητό, ὄχι μόνον σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη σαρκικὸ φρόνημα καὶ εἶναι ἀκόμη νήπια στὸ Χριστιανισμό, ἀλλὰ καὶ σ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τὸ Πνεῦμα τοῦ Ἰωάννη.
Ἀλλὰ καὶ ἀνεβαίνει ἀπὸ τὸ νερὸ ὁ Ἰησοῦς. Ἀνεβάζει δὲ μαζί του καὶ τὸν κόσμο καὶ βλέπει νὰ σχίζονται οἱ οὐρανοί, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀδὰμ εἶχε κλείσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ γιὰ τοὺς ἀπογόνους του, ὅπως εἶχε κλείσει καὶ μὲ τὴ φλογίνη ρομφαῖα τὸν παράδεισο. Καὶ τὸ Πνεῦμα μαρτυρεῖ τὴ Θεότητα (διότι τὸ ὅμοιο σπεύδει πρὸς τὸ ὅμοιο) καὶ ἡ φωνὴ ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς (διότι ἀπ’ ἐκεῖ προερχόταν ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖον διδόταν ἡ μαρτυρία). Ἐμφανίζεται δὲ σὰν περιστέρι (διότι τιμᾶ τὸ σῶμα, ἀφοῦ καὶ αὐτὸ γίνεται Θεὸς μὲ τὴ θέωση, ὅταν αὐτὴ θεωρεῖται ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ σώματος) καὶ λόγω του ὅτι εἶναι ἀπὸ πολὺ παλαιὰ συνηθισμένο νὰ φέρει τὴν εὐχάριστη ἀγγελία τῆς παύσεως τοῦ κατακλυσμοῦ τὸ περιστέρι. Ἐὰν δὲ κρίνεις τὴν θεότητα μὲ ὄγκους καὶ μὲ σταθμά, καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτόν σου φαίνεται μικρὸ τὸ Πνεῦμα, ἐπειδὴ παρουσιάζεται μὲ μορφὴ περιστεριοῦ, ὦ ἀνόητε καὶ μικρόψυχε γιὰ τὰ πιὸ μεγάλα, εἶναι καιρὸς νὰ δυσφημίσεις καὶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ παρομοιάζεται μὲ ἕνα σπειρὶ ἀπὸ σινάπι, καὶ νὰ ὑπερυψώνεις τὸ διάβολο Πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴν μεγαλειότητα τοῦ Ἰησοῦ, ἐπειδὴ αὐτὸς μὲν ὀνομάζεται βουνὸ μεγάλο καὶ Λεβιάθαν καὶ βασιλεὺς ὅσων βρίσκονται στὰ νερά, ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζεται «ἀρνίον καὶ μαργαρίτης καὶ σταγών» καὶ ἄλλα παρόμοια, Ἐπειδὴ δὲ σήμερα πανηγυρίζουμε τὸ βάπτισμα καὶ πρέπει νὰ κακοπαθήσουμε λίγο γιὰ χάρη ἐκείνου ὁ ὁποῖος γιὰ χάρη μας ἔγινε ὅπως ἐμεῖς καὶ βαπτίσθηκε καὶ σταυρώθηκε, ἃς ἐξετάσουμε φιλοσοφικὰ κάτι σχετικὸ μὲ τὴν διαφορὰ τῶν Βαπτισμάτων, γιὰ νὰ φύγουμε ἀπ’ ἐδῶ καθαρισμένοι. Ὁ Μωϋσῆς βάπτισε, ἀλλὰ βάπτισε στὸ νερὸ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ στὴ νεφέλη καὶ στὴ θάλασσα. Αὐτὸ δὲ ἀποτελοῦσε σύμβολο, ὅπως πιστεύει καὶ ὁ Παῦλος. Ἡ θάλασσα τοῦ νεροῦ, ἡ νεφέλη τοῦ Πνεύματος, τὸ μάννα τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, καὶ τὸ νερό, ποὺ ἔπιναν, τοῦ οὐρανίου ποτοῦ. Καὶ ὁ Ἰωάννης βάπτισε, ἀλλὰ ὄχι τελείως ἰουδαϊκά, ἐπειδὴ δὲν βάπτισε μόνο στὸ νερὸ ἀλλὰ καὶ στὴ μετάνοια. Ὄχι ὅμως καὶ ὁλότελα πνευματικά, ἐπειδὴ δὲν προσθέτει καὶ τὸ «εἰς τὸ Πνεῦμα». Βαπτίζει καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἀλλὰ στὸ Πνεῦμα. Αὐτὸ εἶναι ἡ τελειότητα. Καὶ πὼς δὲν εἶναι Θεός, γιὰ νὰ γίνω καὶ λίγο παράτολμος, ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεις καὶ σὺ Θεός; Γνωρίζω καὶ τέταρτο βάπτισμα, τὸ βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ αἵματος, στὸ ὁποῖο βαπτίσθηκε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καὶ ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἀξιοσέβαστο ἀπὸ τὸ ἄλλα, γιατί δὲν μολύνεται ἀπὸ μεταγενέστερα ἁμαρτήματα. Γνωρίζω καὶ πέμπτο ἀκόμη, τὸ βάπτισμα τῶν δακρύων, ποὺ εἶναι ἀκόμη πιὸ ἐπίπονο, ὅπως «ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρέχει κάθε. νύκτα τὸ κρεββάτι καὶ τὸ στρῶμα του μὲ δάκρυα», ποὺ «οἱ πληγὲς τῆς κακίας μυρίζουν ἄσχημα καὶ ἔχουν σαπίσει», ποὺ «πενθεῖ καὶ βαδίζει μὲ σκυμμένο κεφάλι» καὶ ποὺ μιμεῖται τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Μανασσῆ καὶ τὴν ταπείνωση τῶν κατοίκων τῆς Νινευΐ, ἡ ὁποία τοὺς ἐξασφάλισε τὴ συγχώρηση, ὁ ὁποῖος, ἀκόμη, λέει αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ τελώνης στὸ ναὸ καὶ κέρδισε τὴ συγχώρηση ἀντὶ γιὰ τὸν καυχησιάρη φαρισαῖο, καὶ ὁ ὁποῖος σκύβει μὲ ταπείνωση, ὅπως ἡ Χαναναία, καὶ ζητᾶ νὰ τὸν εὐσπλαγχνισθοῦν καὶ νὰ τοῦ δώσουν ὡς τροφὴ ψίχουλα, τὴν τροφὴ δηλαδὴ ποὺ τρώει ὁ σκύλος ὅταν εἶναι πολὺ πεινασμένος.
Ἐγὼ λοιπὸν (ἐπειδὴ ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῷο ποὺ ἀλλάζει εὔκολα καὶ μεταβάλλεται ἡ φύση του) καὶ αὐτὸ τὸ δέχομαι μὲ προθυμία, καὶ προσκυνῶ ἐκεῖνον ποὺ τὸ ἔδωσε, καὶ τὸ δίνω καὶ στοὺς ἄλλους, καὶ προσφέρω φιλανθρωπία ἔναντι τῆς φιλανθρωπίας ἡ ὁποία μου προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀδύνατος, καὶ ὅτι μὲ ὁποῖο μέτρο θὰ κρίνω μὲ τὸ ἴδιο θὰ κριθῶ. Σὺ δὲ τί λὲς καὶ τί νόμους βγάζεις, ὦ νέε φαρισαῖε, ὃ ὁποῖος εἶσαι καθαρὸς μὲν ὡς πρὸς τὸ ὄνομα ἀλλὰ ὄχι καὶ ὡς πρὸς τὴν ψυχικὴ διάθεση, καὶ ποῦ, ἐνῷ εἶσαι τὸ ἴδιο ἀδύνατος μὲ τοὺς ἄλλους, διακηρύσσεις μὲ ἔπαρση τὶς δοξασίας τοῦ Νοβάτου; Δὲν δέχεσαι τὴ μετάνοια; Δὲν συγκινεῖσαι μὲ τοὺς ὀδυρμούς; Δὲν χύνεις οὔτε ἕνα δάκρυ; Μακάρι νὰ μὴν συναντήσεις οὔτε σὺ τέτοιο κριτή. Δὲν σέβεσαι τὴ φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε τὶς ἀδυναμίας μας καὶ σήκωσε τὶς ἀσθένειές μας, ὁ ὁποῖος ᾖλθε ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ νὰ μετανοήσουν οἱ ἁμαρτωλοί, ὁ ὁποῖος «θέλει τὴν εὐσπλαχνία περισσότερο ἀπὸ τὴ θυσία», ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματα «ἐβδομηκοντάκις ἑπτά», δήλ. ἄπειρες φορές; Πόσο ἀξιομακάριστη θὰ ἦταν ἡ ὑψηλοφροσύνη σου, ἂν ἦταν καθαρότητα καὶ ὄχι ἀνόητη κενοδοξία, ποὺ θέτει νόμους ἀνώτερους ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀντικαθιστᾶ τὴν ἐπανόρθωση μὲ τὴν ἀπόγνωση. Διότι τὸ ἴδιο κακὸ εἶναι καὶ ἡ χωρὶς σωφροσύνη συγχώρηση καὶ ἡ χωρὶς συγχώρηση καταδίκη. Ἐπειδὴ ἡ μὲν πρώτη ἀφήνει τελείως ἐλεύθερα τὰ χαλινάρια ἐνῷ ἡ δεύτερη προκαλεῖ ἀπόγνωση μὲ τὴν σκληρότητά της. Δεῖξε μου τὴν καθαρότητά σου, καὶ τότε θὰ δεχθῶ νὰ ὑπερηφανεύεσαι. Τώρα ὅμως φοβοῦμαι μήπως, ἐνῷ εἶσαι γεμάτος ἀπὸ πληγές, βάλεις μέσα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο παραμένει ἀθεράπευτο. Οὔτε δέχεσαι μετανοημένο τὸν Δαβίδ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν μετάνοιά του διατήρησε τὸ προφητικό του χάρισμα; Οὔτε τὸν Πέτρο τὸν μεγάλο, ὁ ὁποῖος ἔπαθε κάτι ἀνθρώπινο κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ σωτηρίου πάθους; Ὁ Ἰησοῦς δὲ τὸν δέχθηκε καὶ μὲ τὴν τριπλῆ ἐρώτηση καὶ τὴν τριπλῆ ὁμολογία θεράπευσε τὴν τριπλῆ ἄρνηση. Ἡ δὲν δέχεσαι οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τελειοποιήθηκε μὲ τὸ αἷμα του; Καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σκληρότητάς σου. Οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παρανόμησε στὴν Κόρινθο; Ὁ Παῦλος δὲ ὑπέδειξε ὡς ποινὴ τὴν ἀγάπη, ἐπειδὴ εἶδε τὴ διόρθωση καὶ τὸ αἴτιο τῆς διορθώσεως, «γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ἐκεῖνος ποὺ εἶχε ἁμαρτήσει ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἐπιτίμηση». Οὔτε ἐπιτρέπεις στὶς νέες χῆρες νὰ παντρεύονται, ἐπειδὴ ἡ ἡλικία τοὺς εἶναι εὔκολο νὰ παρεκκλίνει πρὸς τὴν ἁμαρτία; Αὐτὸ ὅμως τὸ τόλμησε ὁ Παῦλος, τοῦ ὁποίου σὺ γίνεσαι διδάσκαλος, σὰν νὰ εἶχες ἀνεβεῖ μέχρι τὸν τέταρτο οὐρανὸ καὶ σὲ ἄλλον παράδεισο, σὰν νὰ εἶχες ἀκούσει πιὸ ἀπόρρητα πράγματα, καὶ νὰ εἶχες ὁδηγήσει στὸ Εὐαγγέλιο μεγαλύτερο ἀριθμὸ ἀνθρώπων.[…]
Ἐμεῖς δὲ ἂς τιμήσουμε σήμερα τὸ Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἂς τὸ ἑορτάσουμε σωστὰ μὲ τὸ νὰ χαιρόμαστε πνευματικὰ καὶ ὄχι νὰ περιποιούμαστε τὴν κοιλία μας. Πῶς δὲ θὰ χαροῦμε; «Λουσθεῖτε γιὰ νὰ καθαρισθεῖτε». Ἂν μὲν εἶσθε κόκκινοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ λιγότερο κόκκινοι ἀπὸ τὸ αἷμα, τότε νὰ γίνετε λευκοὶ ὅπως τὸ χιόνι. Ἂν δὲ εἶσθε κόκκινοι καὶ ἄνθρωποι γεμάτοι ἀπὸ αἵματα, τότε ἃς φθάσετε ἔστω καὶ τὴ λευκότητα τοῦ μαλλιοῦ. Πάντως καθαρισθεῖτε καὶ φροντίζετε νὰ καθαρίζεστε, ἐπειδὴ μὲ τίποτε ἄλλο δὲν χαίρεται τόσο πολὺ ὁ Θεός, ὅσο μὲ τὴ διόρθωση καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ἔχουν λεχθεῖ τὰ πάντα καὶ ἔχουν δοθεῖ ὅλα τὰ μυστήρια∙ γιὰ νὰ γίνετε φωτεινὰ ἀστέρια γιὰ τὸν κόσμο καὶ δύναμη ζωτικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γιὰ νὰ παρουσιασθεῖτε σὰν τέλεια φῶτα στὸ μεγάλο φῶς, καὶ νὰ μυηθεῖτε στὴ φωταγωγία ποὺ πηγάζει ἀπὸ ἐκεῖ, παίρνοντας φῶς καθαρότερο καὶ δυνατότερο ἀπὸ τὴν Τριάδα, τῆς ὁποίας σήμερα ἔχετε ὑποδεχτεῖ τὴν μία αὐγὴ ἀπὸ τὴν μία θεότητα, στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, στὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ ἐξουσία στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος ΛΘ΄, «Εἰς τὰ Ἅγια Φῶτα», ΕΠΕ, τ. 5ος σ.73-113 –ἀποσπάσματα.)
Πηγή Ιερά Μητρόπολις Κηφισίας, Αμαρουσίου, Ωρωπού και Μαραθώνος.