Αθήνα 2011, σελ.529-540
(Λόγος που εκφωνήθηκε τη 6η Φεβρουαρίου 2000 στο Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος)
Η πολυσήμαντη προσωπικότητα του ιερού Φωτίου σημάδευσε την πορεία της ελληνικής βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά, φρονώ, για λόγους τους οποίους θα εξηγήσω περαιτέρω, και τον Νέο Ελληνισμό στην πτυχή εκείνη της πολιτισμικής αντιστίξεώς του με την Δύση. Με ολίγα λόγια, στο προοίμιο αυτής της εισηγήσεως διαπιστούται ότι η εκρηκτική προσωπικότητά του έθεσε την σφραγίδα του στην ιστορία τοϋ Βυζαντίου και της Ευρώπης, η οποία συχνά εξέφρασε την αντιπάθειά της προς τον ημέτερο Φώτιο, μία παραδοσιακή αντιπάθεια, την οποία εναργώς συνειδητοποιεί και ο μη ειδοποιημένος σε τέτοιας φύσεως θέματα.
Στην παρούσα εισήγηση θα παρουσιάσουμε συνοπτικώς την αρχή των φωτιανών, ούτως ειπείν, σπουδών στην Δύση, που απετέλεσαν και την αρχή σειράς αξιολόγων μελετών κατά τον 19ο και 20ο αι. που εγράφησαν από Ρωμαιοκαθολικούς, κυρίως, για τον ιερό Φώτιο, επισημαίνοντας την γενναία συμβολή του Τσέχου πατρός F. Dvornik, ο οποίος, ομολογουμένως, επιχείρησε να αμβλύνει την κριτική των προγενεστέρων Δυτικών κατά του ημετέρου Φωτίου. Η παρουσίαση, κατ’ ανάγκην, και στην οικονομία του χρόνου, θα είναι πολύ συνοπτική, σκοπόν έχουσα περισσότερον να υπομνήσει τους κυριώτερους συγγραφεί, της δυτικής γραμματείας που ασχολήθηκαν με τον ιερό Φώτιο. Θα έλεγε κανείς, μάλιστα, από τον 16ο ως τον 19ο αι. με αρνητική, και ενίοτε, πολύ εχθρική διάθεση. Σημειωτέον, ότι, όσα έχουν γραφεί για τον Φώτιο από τους Δυτικούς, αυτόν έχουν ως πρωταγωνιστή και αυτό έχει την σημασία του.
Έτσι, για παράδειγμα, διαβάζουμε στον κατάλογο χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Βιέννης, όπου ο συντάκτης του έγραψε: Ρhotius patriarcha Constantinopolitanus, vir eruditissimus atque scelerissimus, δηλ. ανήρ πολυμαθέστατος αλλ’ ασεβέστατος. Και όταν ανατρέξουμε τον 17ο και 18ο αιώνα, σε έγγραφα των δυτικών εκπαιδευτικών κολλεγίων, οι συντάκτες τους, προκειμένου για ορθοδόξους υποψηφίους ή κανονικούς σπουδαστές, συνήθως ανέγραφαν: student foziano fanatico ή palamista fanatico, προεκτείνοντας το foziano στον Γρηγόριο Παλαμά, συνεχιστή, ούτως ή άλλως, της ασυμβίβαστης ορθοδοξίας του Φωτίου. Όπως, συνεχιστές υπήρξαν, πολύ αργότερα, ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος και ο Νικόδημος Αγιορείτης. Αναμφιβόλως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην Δύση, μεταξύ των εκκλησιαστικών κύκλων, επηρέασε τόσο την πολιτική όσο και την πανεπιστημιακή κοινωνία. Φυσικά, προ της τυπογραφίας τα πάντα διακινούντο δια των χειρογράφων και εξ αυτών προήλθε και η ενημέρωση της Δύσεως περί του λεγομένου σχίσματος του Φωτίου.
Στην παρούσα εισήγηση, ως ελέχθη, θα αναφέρουμε μία επιλογή των πλέον χαρακτηριστικών έργων της δυτικής γραμματείας που ασχολήθηκαν με τον Φώτιο, με την υπόμνηση ότι η δυτική βιβλιογραφία είναι πληθωρική, ενώ η αντίστοιχή της ελληνική, πτωχή. Σημειώνω, πάντως, και αυτό έχει την ανάλογη σημασία στην συνάφεια των πραγμάτων που εξετάζουμε εδώ, ότι κατά την έναρξη της τυπογραφίας στην ακμή της Ευρωπαϊκής Αναγεννήσεως, Δυτικοί και φιλενωτικοί Ελληνες ουμανιστές, ουδόλως ασχολήθηκαν με τον Φώτιο. Τους απησχόλησαν ο Μ. Βασίλειος, ο Ιω. Χρυσόστομος, ο Ωριγένης, αλλά και ο Ευσέβιος, ο Ιω. Δαμασκηνός, ο Γρηγ. Ναζιανζηνός, η σειρά δηλ. που ονομάσθηκε, ευφήμως, Χριστιανικός Ουμανισμός. Ωστόσο, υπήρξαν και μερικές εκδόσεις φιλολογικών έργων του Φωτίου και τίποτε άλλο.
Μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας η Δύση πληροφορήθηκε για τον Φώτιο, μέσω των συγγραμμάτων του Λεοντίου Αλλατίου, Χίου την καταγωγή, που προσεχώρησε στον Παπισμό και συνέγραψε το De Ecclesiae Occidentalis atque Orientalis perpetua concensione (τυπώθηκε στην Κολωνία το 1648)· ο Αλλάτιος υπήρξε φανατικός καθολικός, τρόφιμος του Παπικού Κολλεγίου της Ρώμης και όπου, υποθέτω, πολλά και ποικίλα θα ελέγοντο κατά του Φωτίου, αν κρίνει κανείς ότι πολλοί Έλληνες ορθόδοξοι αποχωρούσαν ή αποπέμπονταν από το εν λόγω Κολλέγιο, χαρακτηριζόμενοι ως φωτιανοί. Δυστυχώς, εξ όσων γνωρίζομεν, ολίγιστα στοιχεία υπάρχουν για την αντιφωτιανή διδασκαλία στο Κολλέγιο αυτό.
Για παράδειγμα, ο Κροάτης φοιτητής του Κrijanic, συνδεόμενος και με την ελληνική λογιοσύνη της εποχής, μετέφρασε, μεταξύ των άλλων, και Φώτιο (17ος αι.), προφανώς για αντιφωτιανούς λόγους. Ο άνθρωπος, όμως, που κατέστησε γνωστότερον τον Φώτιο, αρνητικώς όμως, στην Δύση ήταν ο καρδινάλιος Caesar Baronius με το έργο του Annales Ecclesiastici cum critica histore, το οποίο συνέγραψε περί το 1588 -1607 και το επανεξέδωσε ο Ρ.Α. Ρaggi (1738 -1759). Ο Βαρώνιος έλαβε αφορμή για την συγγραφή του υπόψη έργου από το βιβλίο του Κροάτη Ulasiç ή Mathias Flaccius Illyricus (1520-1575) τιτλοφορούμενο Centuriae Magdeburgenses, ο οποίος, θέλοντας να στηρίξει περί το 1565, τις εκκλησιαστικές μετα ρρυθμίσεις υπεστήριξε τον Φώτιο ως τον πρώτον που επιχείρησε να εμποδίσει τον Παπισμό στις επιδιώξεις του. Σημειωτέον, επί του προκειμένου, ότι οι Προτεστάντες συχνά χρησιμοποιούν τον Φώτιο στην πολεμική τους κατά του Παπισμού, όπως ο Ηancke το 1677, ο Heinecke, ο Αrnorld ή ο Fontani το 1785. Εγράφη, ασφαλώς, και τούτο, ότι ο Φώτιος φέρεται εμπνέων Λούθηρο, Καλβίνο και Μελάγχθωνα στις επιθέσεις τους κατά της αυθεντίας του Πάπα. Ο Βαρώνιος στηρίχθηκε στα αρχεία του Βατικανού που περιείχαν φάκελο κατά του Φωτίου με υλικό που είχε σταλεί σ’ αυτό από εχθρούς του Φωτίου ή Παπόφιλους Ιγνατιανούς. Τον Βαρώνιο αντέκρουσαν, ως ελέχθη, Προτεστάντες υποστηρικτές του Φωτίου ως ο Μ. Ηanke με το De Byzantinarum Rerum Scriptoribus Graecis Liber, Λειψία 1677. Ο Βαρώνιος παρουσίασε τον Φώτιο ως εκείνον που προσέβαλε το παπικό πρωτείο και τον ίδιο τον Πάπα, αλλά και την προσθήκη του Filioque. Το υλικό του το ήντλησε, όμως, από ελληνικές αντιφωτιανές πηγές, όπως τον Στυλιανό Νεοκαισαρείας, τον Μητροφάνη Σμύρνης και τους κατοπινούς τους Συνεχιστή του Θεοφάνους, Γεώργιο Μοναχό, Κεδρηνό κ.α. Ο Βαρώνιος επηρέασε επί τρεις αιώνες όλους τους δυτικούς ιστορικούς ως τα χρόνια του Dvornik, λίγο δηλ. μετά τα μέσα του 20ου αι., ο οποίος, πάντως, υπήρξε ηπιότερος έναντι του Φωτίου, εξετάζων προσεκτικότερον τις αρμόδιες πηγές.
Ο Δοσίθεος Νοταράς, ο περιώνυμος αυτός Πατριάρχης Ιεροσολύμων (1641-1707) στο έργο του Τόμος Χαράς, Ιάσι 1705, γράφει ότι κάκιστα οι εν λόγω βυζαντινοί συγγραφείς κατηγόρησαν τον Φώτιο, δώσαντες όπλα στους Δυτικούς, αλλά και επαινεί τον Πάπα Ιωάννη τον Η’ για την διαλλακτική και ευμενή στάση του απέναντι στον Φώτιο. Στον Τόμο Χαράς ο Δοσίθεος δημοσίευσε τα Πρακτικά της Φωτιανής Συνόδου και ορισμένες επιστολές του Φωτίου ανασκευάζων, ως ήτο φυσικόν, τον Βαρώνιο και ιδιαιτέρως τον Αλλάτιο, ο οποίος αρνούνταν και την σύγκληση της Φωτιανής Συνόδου. Ο Δοσίθεος έγραφε μάλιστα αυτά σε μία εποχή όπου η Ρωμαιοκαθολική προπαγάνδα απειλούσε με τις δραστηριότητές της την καθ’ ημάς Ελληνική Ανατολή και με έργα του που στηλίτευαν τις δραστηριότητες αυτές κατόρθωσε να τις αναστείλει. Κάμω μία παρέκβαση για να σημειώσω ότι και ο εθνικός μας ιστοριογράφος Κ. Παπαρρηγόπουλος, έχων υπόψη του αυτούς τους συγγραφείς (και ολιγώτερον υποθέτω τον Βaronius αδικεί τον Φώτιο· επί τη ευκαιρία σημειώνω, ωσαύτως, ότι ο Παπαρρηγόπουλος παρουσιάζεται ερει δόμενος και επί του Ηergenröther·, ενός ακόμη κατηγόρου του Φωτίου περί τα μέσα του 19ου αιώνος, που υπερασπίζεται τον Πάπα Νικόλαο, κατηγορώντας τον Φώτιο. Αλλ’ επ’ αυτού ευθύς αμέσως. Ο Παπαρρηγόπουλος άλλοτε λέγει ότι η διαγωγή του Φωτίου «καθ’ όλας τας οικτράς ταύτας περιπετείας υπήρξεν όλως αναξία τοιούτου ανδρός» και άλλοτε ότι «πολλά προσήνεγκεν εις την εκκλησίαν και εις το έθνος ημών εν τω αγώνι αυτώ κατά της δυτικής επεμβάσεως». Εν γένει ο Παπαρρηγόπουλος κρατεί σχεδόν αρνητική στάση έναντι του Φωτίου.
Ο Ηλίας Μηνιάτης, γράφοντας στις αρχές του 18ου αι. την Πέτρα Σκανδάλου φρονεί ότι όλη αυτή η σύγχυση δημιουργήθηκε από τον διχασμό του λαού σε Φωτιανούς ή Ιγνατιανούς, από τα γραπτά των οποίων ήντλησαν οι Δυτικοί.
Λίγο μετά, περί το 1760, ο ’Αγγλος ιστορικός Εdward Gibbon (1737- 1794), και εκ των πρώτων κατηγόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας, στο έργο του Τhe Decline and the Fall of the Roman Empire, τόμος 6, 1775- 1788, παρουσιάζεται πολύ αντικειμενικός, για τα δεδομένα μάλιστα της εποχής, αποδίδοντας το σφάλμα της διαμάχης Ανατολικών και Δυτικών εις αμφοτέρους, Νικόλαο και Φώτιο. Για τον Φώτιο γράφει ότι ήταν φιλόδοξος νομοθέτης, ο οποίος στήριξε τις ενέργειές του στην αξία του ως Πατριάρχου και θυσίασε την ειρήνη του κόσμου· η κρίση του για τον Νικόλαο είναι περίπου η ίδια, ότι δηλ. υπήρξε από τους πιο υπερήφανους και φιλόδοξους Πάπες, που ηύρε καλή την ευκαιρία να κρίνει και να καταδικάσει τον αντίπαλό του στην Ανατολή.
Εκείνη, περίπου, την εποχή ή λίγες δεκαετίες ενωρίτερον, ένας απόφοιτος του Κολλεγίου της Ρώμης, αδιάλλακτος όμως Όρθόδοξος, ο Αντώνιος Κατήφορος (1685-1763) συνέλαβε το σχέδιο να εκδώσει την Βιβλιοθήκη του Φωτίου με λατινική μετάφραση από τα ελληνικά, προφανώς, στα τυπογραφεία της αδιάφορης θρησκευτικά και μάλλον αντιπαπικής Βενετίας. Η προσπάθεια του Κατήφορου έχει αυτονοήτως την σημασία της· το έργο δεν τυπώθηκε ποτέ, αλλ’ ο ογκώδης in folio Κώδικας ευρίσκεται στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας και περιμένει τον μελετητή και εκδότη της. Τελευταία, η κ. Μargerita Losacco, η οποία ασχολήθηκε με τον Αντώνιο Κατήφορο και την ενασχόλησή του με την Βιβλιοθήκη τοΰ Φωτίου, μας πληροφορεί ότι ο Johann Heinrich Leich έγραψε Diatribe in Photii Bibliothecam (1748) και ότι ο Charles Weiss έγραψε συνοπτικώς λήμμα για τον Φώτιο στην Biographie Universelle, Paris 1823. Για την έκδοση τ h ς Βιβλιοθήκης του Φωτίου από τον Κατήφορο ενδιαφερθηκε ο Βενετός ευγενής Αpostolo Zeno που έγραψε σχετικώς στον Φλωρεντινό φίλο του Filippo Berarldi (1735) που θά ανελάμβανε την δαπάνη της εκδόσεώς της. Και ακόμη για την έκδοση του έργου του Φωτίου Κατά Μανιχαίων που εξέδωσε ο Christoph Wolf Αμβούργο μεταξύ των ετών 1722-1724. Με τα Προλεγόμενα στην Βιβλιοθήκη του Φωτίου ασχολήθηκε ο Βενεδεκτίνος μοναχός Francesco Rota, που τον ίδιο καιρό της δράσεως του Κατήφορου στην Βενετία, μόναζε στην μονή του San Giorgio Maggiore. Υπενθυμίζεται, τέλος, από την κ. Μ. Losacco η edition princeps της Βιβλιοθήκης του Φωτίου από τον Βέλγο Ιησουίτη André Schott (1522-1629), η οποία τυπώθηκε στο Αμβούργο το 1606 (και το 1611 στην Κολωνία), που υιοθέτησε την ήδη υπάρχουσα μετάφραση του Γερμανού Lorenz Rhodoman (1546-1606), Helmstaedt 1591 (Μargherita Lossaco, – In angulo clarissimae huius Urbis‘, Antonios Katiforos (c. 1685- 1763) el – edizione Veneziana delle opera di Fozio, στον τόμο Ι Greci a Venezia, εκδ. Instituto Veneto di Scienze, Lettere ed Arti, Venezia 2002, 487- 518). Σημειώνουμε, επιπλέον, ότι στην έκδοση του 1611 και του 1653 εκδότης ήταν ο D. Η oeschel μεταφραστής στην λατινική o Schott και την προλόγισε ο Μάξιμος Μαργούνιος. Επιστολές του Φωτίου εξεδόθησαν στην λατινική τον Richardum Montacutium Norvicensem nuper episcopum Londini 1651, με προλογικό σημείωμα του Μαξίμου Μαργουνίου. Η Βιβλιοθήκη εξ εδόθη, ωσαύτως, το 1653, in libros octos.
Την άποψη ότι όσοι έγραψαν κατά του Φωτίου το έπραξαν κινούμενοι από μίσος προς αυτόν και βασιζόμενοι στις πληροφορίες που παρέχουν οι εχθροί του και, επομένως, υπερασπίζονται το Βατικανό, αλλά στον ίδιο καιρό του προξενούν και κακό, υπεστήριξε ο J. C. Robertson στο έργο του Ηistory of the Church, London 1856. Όχι, βεβαίως ότι ελάμβανε θέση υπέρ του Φωτίου, αλλά, φρονώ, ότι τον ενοχλούσε η υπερβολική κριτική της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κατά του Φωτίου. Ένας άλλος Άγγλος ιστορικός o Η.Η. Milman στo Ηistory of Latin Christianity, Λονδίνο 1857, σ.σ. 286 -287, αποκαλεί την σύνοδο που κατεδίκασε τον Φώτιο ως «εχθρική σύνοδο», φθάνοντας, μάλιστα, να αποκαλέσει αγύρτες τους συνέδρους της. Μαζί με τον J. C. Robertson και τον Milman, προσεκτικός, αν όχι, υποστηρικτής, έναντι του Φωτίου ήταν και ο F. Spanheim στο έργο του Εcclesiasticae Annals, trans. by Ren. George Wright, London 1840, σ. 354, που γράφει ότι ο Πάπας επέσπευσε το σχίσμα με την συμπεριφορά του.
Τέσσερα έτη αργότερον, ο J.Ρ. Migne εξέδωσε στην Πατρολογία του (Ρ. G.) στους τόμους 101-104 όλα τα εκδεδομένα ως το 1860 έργα του Φωτίου. Στα Προλεγόμενα των συνεργατών σαφεστάτη η διάθεση υποτιμήσεως του Φωτίου. Μολαταύτα, η έκδοση αυτή ενόχλησε το Βατικανό, τόσον που ο αββάς Migne ηναγκάσθη να προβεί σε ομολογία πίστεως Εditoris Romanam Ecclesiam, όπου εκφράζεται η αφοσίωσή του στην Sanctam Romanam Ecclesiam ή την Sanctam Sedem. Από εκείνη την περίοδο ήρχισε να παρατηρείται ενδιαφέρον και από ελληνικής πλευράς για το έργο του Φωτίου. Ο Σοφ. Οικονόμου εκδίδει τα Αμφιλόχεια, ο Ιω. Βαλέττας τις Επιστολές, ο Σταυράκης Αριστάρχης τις Ομιλίες. Ο Βαλέττας, μάλιστα, έγραψε ανακειμενικώς για τους πολεμίους του Φωτίου στην παραπάνω έκδοση.
Στο τρίτομο έργο του Ρhotius Patriarch von Konstantinopel, skein Leben, seine Schriften und das Griechishe Schisma, τόμος 3, Regenburg 1867-1869, τ. 1-3, ο Γερμανός καρδινάλιος J. Hergenrother δεν αρνείται την σοφία του Φωτίου, αλλά κινείται στην γραμμή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας επιχειρών να δείξει την υπεροχή της έναντι της Ανατολικής. Υπερασπίζεται την πολιτική του Πάπα Νικολάου έναντι του Φωτίου, όντως σοφού Πάπα που ανύψωσε την παπική εξουσία, και η οποία, πολιτική, κατ’ αυτόν, δημιούργησε την απομόνωση της Κωνσταντινουπόλεως από την Ρώμη, γι’ αυτό και θεωρεί ότι ο Φώτιος δικαίως καταδικάσθηκε από την Ρώμη. Ο Hergenrother είχε, οπωσδήποτε, υπόψη του τον Βαρώνιο, αλλά και τον φιλενωτικό Πατριάρχη Ιω. Βέκκο (τέλη του 13ου αι.), ο οποίος έγραψε ότι ο Φώτιος υπήρξε ο πρώτος «ευρετήρ και γεννήτωρ των κατά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας εφευρημένων προτάσεων». Είδαμε, προηγουμένως, ότι και ο ημέτερος Παπαρρηγόπουλος πόσον στηρίζεται, αδικών οπωσδήποτε τον Φώτιο, στο υπόψη έργο του J. Hergenrother, το οποίο, ωστόσο, είναι γραμμένο με σοβαρό και επιστημονικό τρόπο, αποτελεί καλή πηγή για την μελέτη των γεγονότων της εποχής και, ίσως, προσπαθεί να αμβλύνει, κάπως, τις απόψεις των Δυτικών κατά του Φωτίου. Αντίθετα, ο Σ. Αριστάρχης, στο έργο του Του εν αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγοι και Ομιλίαι ογδοήκοντα τρεις κ.λπ., τ. 1-2, ΚΠολις 1900, υπερασπίζεται τον Φώτιο.
Ο Α. Εrhard, Γερμανός και αυτός και συνεργάτης του βυζαντινολόγου Κrumbacher, τον οποίο θα ιδούμε λίγο παρακάτω, γράφει ότι το έργο του J. Hergenrother είναι αντικειμενικό και ότι αυτός, έγραψε το βιβλίο του σας παραμονές της πρώτης Βατικανείου Συνόδου, γι’ αυτό και υπερασπίσθηκε κατά τον τρόπο αύτόν τις περί πρωτείου αξιώσεις της Ρώμης. Στο έργο του Περί Φωτίου, στην Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας, μεταφρ. Γ. Σωτηριάδου, Αθήνα 1897, σ.σ. 139-150 κάμνει ιδιαίτερο λόγο για τους αντιπάλους του Φωτίου.
Ο σοφός Γερμανός βυζανανολόγος Κrumbacher στο κλασσικό έργο του Ιστορία της Βυζαντινής Λογοτεχνίας γράφει ότι ο Φώτιος ήτο τέκνο της εποχής του, γέννημα της ελληνικής αυταρεσκείας, ήτις ηξίου εαυτήν αμέτρως υπέροχον των βαρβάρων της Δύσεως και ηγωνίζετο να εγείρη το μεσότοιχον πολιτικόν και εκκλησιαστικόν μεταξύ εαυτής και της Δύσεως. Με ένα λόγο, επαναλαμβάνει την γνωστή θέση των Ρωμαιοκαθολικών, κατηγορώντας τον Φώτιο για το σχίσμα και ότι περίπου έκαμε κακό στην Εκκλησία «και δεν θα εύρη χάριν προ του δικαστικοΰ βήματος της αμερολήπτου ιστορικής ερεύνης».
Έχω την εντύπωση ότι τον ακολουθεί, λίγα χρόνια αργότερον, ο συμπατριώτης του Η. Geltzer στο έργο του Byzantinishe Kirchengeschichte, Τυβίγγη 1909, σ. 99. Ο Geltzer θεωρεί τον Φώτιο θεμελιωτή του ελληνικού εθνικισμού που εναντιώθηκε στον παπικό ιμπεριαλισμό
Το 1919 ο Μ. Jugie, στο Photius et la primaut é de Saint Pierre et du pape, έγραφε ότι ο Φώτιος ανεγνώριζε ή και δεν απέρριπτε το παπικό πρωτειον, άποψη που θα υποστηρίξει πολύ αργότερον ο Dvornik παρά την προσπαθειά του να αποκαταστήσει τον Φώτιο. Ο Μ. Jugie, ωστόσο, στο έργο του Le schisme byzantin επισημαίνει ότι για να μελετήσουμε σωστά τα του σχίσματος του Φωτίου πρέπει να είμεθα προσεκτικοί στις πηγές μας, δοθέντος ότι οι Δυτικοί στηρίχθηκαν κατά κανόνα στον φάκελο των αντιφωτιανών εγγράφων του Πατριάρχου Ιγνατίου. Στο ιδιο πνεύμα είχαν γράψει, παλαιότερον, ο Leclerc στο έργο του L‘ Europe et le Saint Siège àl‘époque carolingienne, Le pape Jean VIII, όπου αποκαθιστά τον Πάπα Ιωάννη Η’, δεινώς υβρισθέντα από τους Δυτικούς για την διαλλακτική στάση του έναντι του Φωτίου, απέναντι του οποίου, Φωτίου, ο Leclerc παρουσιάζεται ιδιαιτέρως ήπιος. Την αυτή, περίπου, γραμμή ακολουθεί και ο Lap ô tre στο έργο του Y – eut – il un second schisme de Photius? Στη Revue des Sciences philosophiques et théologiques, 12 (1933), 432-57. La liquidation de la querelle photinienne, Echos d ‘ Orient 1934 (257-288). Αυτοί δεν δέχονται ότι υπήρξε και δεύτερο σχίσμα του Φωτίου. Τους ακολουθεί ο François Dvornik, τον οποίο με την σειρά του ακολουθει ο George Every, Byzantine Patriarchate, London 1947 Εκ των επικριτών του ο Ρ. V. Laurent, στην μελέτη του Les cas de Photius, στο Εchos d ‘ Orient 1930, κατακρίνει τον Φώτιο, τον οποίο χαρακτηρίζει «φιλόδοξο», το αυτό και ο Ρ. Μ. Jugie στο έργο του Le schisme byzantin (1942), μολονότι σε ορισμένα σημεία της μελέτης του συμφωνεί με τον Dvornik και τον Grumel.
Πέρα όμως από τα δογματικά, ούτως ειπείν, ή τα αφορώντα την εκκλησιαστική ιστορία, δεν λείπουν οι αιχμές κατά του Φωτίου και σε ό,τι αφορά στα φιλολογικά του εργα. Αναφέρω, επί του προκειμένου, τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις.
Ο Β. Ηemmerdinger το 1956 στην μελέτη του Les notices et extraits des biblioth è ques grecques de Bagdad par Photius, στο Revue des Etudes Grecques 69 (1956) έχει την άποψη ότι ο Φώτιος μετέβη στους Ασσυρίους στο χαλιφάτο της Βαγδάτης και έμεινε, μάλιστα, πολύ καιρό, για τον απλό λόγο να κρατ ήσει σημειώσεις, αφού, τάχα, στην Κωνσταντινούπολη δεν υπήρχαν τόσα βιβλία! Το 1963 ο πατήρ Halkin γράφοντας στο La date de la composition de la bibliothèque de Photius, παρουσιάζεται πολύ δηκτικός έναντι του Φωτίου, αρνούμενος ότι ο Φώτιος ανέλαβε ποτέ την ηγεσία της αποστολής της βυζαντινής πρεσβείας στο αραβικό χαλιφάτο της Βαγδάτης, για την οποία κάμει λόγο ο Φώτιος στον επιστολιμαίο πρόλογο του έργου του Βιβλιοθήκη. Την αρνείται, λοιπόν, ο Halkin, λέγοντας ότι πρόκειται για πλαστό επινόημα, για να προλογίσει πρωτοτύπως την Βιβλιοθήκη του. Δικαίως, λοιπόν, ο καθηγητής Π. Χρήστου γράφει δτι «ο Halkin επήρε καλό βαθμό από την παπική αυλή γι’ αυτό το δηλητηριώδες βέλος κατά του Φωτίου».
Ο γνωστός Γάλλος βυζαντινολόγος Paul Lemerle στο έργο του Le premier humanism byzantin, μετάφρ. Πελεκίδου 1985, προσπαθεί να ακολουθήσει την παλαιά τακτική της υποτιμήσεως του Φωτίου και να του αφαιρέσει την δόξα του σοφού διδασκάλου στην πλέον ακμαία περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Και τούτο διότι ο Lemerle ακολουθεί τον Συνεχιστή του Θεοφάνους, εκατό χρόνια μεταγενέστερο του Φωτίου, που αρνείται, άλλο δηλητηριώδες βέλος αυτό!, ότι ο ιερός Φώτιος δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας. Δεν ακολουθεί, δηλαδή, την σύγχρονη με τον Φώτιο μαρτυρία που περιλαμβάνεται στον Βίο Κωνσταντίνου, γραμμένο το 872, και όπου ο Κωσταντίνος (Κύριλλος) δηλώνεται ότι ο Φώτιος του δίδαξε φιλοσοφία περί το 843.
Ο Τσέχος Ρωμαιοκαθολικός πατήρ François Dvornik σε πολλές μελέτες του προσεπάθησε να ιδεί αντικειμενικώτερον τον ιερό Φώτιο και, σε κάθε περίπτωση, να αναθεωρήσει τις ως τότε απόψεις των Δυτικών για τον Φώτιο. Θα μείνουμε στο κλασσικό έργο του Τhe Photian Schisme, Cambridge 1948, Reprinted 1970. Στον Dvornik, άλλωστε, οφείλουμε την αντικειμενική και με την ιστορική πραγματικότητα σύμφωνη θέση, ότι οι αδελφοί Κύριλλος και Μεθόδιος ήσαν Θεσσαλονικεις· η πρώτη και ορθή άποψη ενός Σλάβου έπιστήμονος, την οποία, σταδιακώς, ακολούθησαν και άλλοι Σλάβοι σοβαροί επιστήμονες. Επιστρέφουμε στον Dvornik, ο οποίος, όντως, μετρίασε την παλαιότερη και νεώτερη επιθετική κριτική των Δυτικών κατά του Φωτίου. Ο Dvornik αναγνωρίζει την σοφία του Φωτίου αλλά και την μετριοπάθειά του. Ελέχθη (από τον Γεννάδιο Ηλιουπόλεως και Θείρων, τον Σεβασμ. Μεθόδιο Φούγια, τον καθηγητή Παναγιώτη Χρήστου) ότι το έργο του Τσέχου ιερομονάχου εγράφη καθ’ υπόδειξιν του Βατικανού, σε μία προσπάθεια προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών μετά τα γεγονότα του Β’ Μεγάλου Πολέμου, με το προκάλυμμα, δηλαδή, ότι ο ισχυρότερος εχθρός του Βατικανού, ο Φώτιος, αποκαθίσταται απ’ αυτό το ίδιο! Η μελέτη του μητροπολίτου Γενναδίου που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου Ορθοδοξία Α’ (1956) 37-68 πρέπει να προσεχθεί ιδιαιτέρως· ο τίτλος της «Αι περί του Ιερού Φωτίου κρίσεις των αρχαίων και των ιστορικών της εποχής μας» δηλώνει την σημασία του. Από την άλλη, αντίστροφη είναι η μελέτη του καθηγητού Βλ. Φειδά «Αι αντιλήψεις του ι. Φωτίου περί της Δυτικής Εκκλησίας» Εκκλησία ΝΔ’ (1977) 87-89,115-117,143-144. Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος πρ. Θυατείρων στο έργο του ‘Ελληνες και Λατίνοι, Αθήνα 1990, μελετά διεξοδικώς την ως το 1990 βιβλιογραφία για τον Φώτιο, σσ. 93-175, φυσικά άπό πλευράς Δυτικών. Και ορθώς τιτλοφορεί ο Σεβασμιώτατος κ. Μεθόδιος το σχετικό κεφάλαιο η Εποποιία τής Ελληνικής Εκκλησίας δανειζόμενος τον τίτλο από τον G. Schllumberger, Η Βυζαντινή Εποποιία.
Πάντως, ο Dvornik χρησιμοποίησε νέες πηγές και ήλεγξε τις παλαιές. Αφού αναγνωρίζει την προσωπικότητα του Φωτίου, τον ελέγχει διότι απήγγειλε απόφασιν «εναντίον ενός πάπα», πράγμα έως τότε ανήκουστον εις την Ιστορίαν. Διακινδύνευσε την ενότητα της Χριστιανοσύνης, πράγμα ασυγχώρητον και αδικαιολόγητον. Αλλά, βεβαίως, ο καλός Dvornik δεν γράφει ότι ο Νικόλαος στην σύνοδο του Λατερανού το 863 αναθεμάτισε τον Φώτιο και τον περιέλουσε με τα υβριστικώτερα και ατιμωτικώτερα επίθετα. Ο Dvornik νομίζει ότι ο Φώτιος απώλεσε την αυτοκυριαρχία του στην σύνοδο του 867, αλλά γράφει ότι ολίγο αργότερον επέδειξε διαλλακτικότητα και απεκατέστησε την σχέση του με την Ρώμη και πέθανε σε κοινωνία με αυτήν. Αυτό είναι και το βασικό σημείο και το μήνυμα της έρευνάς του. Επομένως, λέγει, ούτε οι Δυτικοί ούτε οι Ανατολικοί νομιμοποιούνται να προβάλουν τον Φώτιο ως αίτιο της διασπάσεως της Εκκλησίας. Βεβαίως, η εντύπωση μένει ότι και ο Dvornik ομιλεί περί Ελληνικού Σχίσματος, Τhe Photian Schisme, δηλαδή για απόσχιση του Φωτίου από την Εκκλησία της Ρώμης, πράγμα το οποίο σημειώνει και στο έργο του Byzance et la primauté στο κεφάλαιο Photius et la primaut é. Με ένα λόγο, κατά τον Dvornik, ο Φώτιος ώφειλε να μη καταδικάσει τον Πάπα, γιατί αυτο θα αποτελούσε κακό προηγούμενο γιά τούς μεταγενέστερους, μέ άρνητικές συνέπειες στην ενότητα τής Εκκλησίας. Ο Dvornik στο έργο του The Photian Schisme history and legend, Cambridge 1948, αφιερώνει ενα μεγάλο κεφάλαιο στην δυτική εργογραφία για τους συγγραφείς που ασχολήθηκαν αμέσως ή εμμέσως με τον Φώτιο στην Ογδόη Σύνοδο – βλ. Fiftheenth century till the Modern Period, 354-382. Ο λόγος για τους Nicolaus Siculus Panormitanus (θάν. 1453), Nicolas de Cusa (1609), Ρetrus de Monte Brixiensis Cardinal Alexandrinus (θάν. 1509), Laurence Surius (1567), S. Βini (1606), Αlexander Natalis (1660), Τhomas Vampegius Bononiensis (1564), Μ. Raderus (1604), τους Προτεστάντες J. Η. Ηοttinger (1651), J. Βasnage (1699) κ.ά. Ο Dvornik αναλύει και σχολιάζει τις απόψεις ενός εκάστου.
Οπωσδήποτε, συμφωνούμε με τις κρίσεις του περί Φωτίου, περί της αποκαταστάσεώς του εις την Δύση, από την οποία αντιμετωπίσθηκε μετά καταφρονήσεως και περιφρονήσεως και γι’ αυτό πρέπει η Εκκλησία να τον τιμήσει και να τον δικαιώσει. Ωστόσο, η κριτική του περί απωλείας της αυτοκυριαρχίας το 867 με την επίθεσή του κατά του Πάπα Νικολάου είναι χείριστον σφάλμα – τον ελέγχει ότι διηύρυνε το χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως με τις κατηγορίες που εκτοξεύθηκαν εναντίον του Νικολάου από τους επισκόπους της Ανατολής. Ο Dvornik και άλλοι Δυτικοί έχουν την γνώμη ότι ο Φώτιος δεν έπρεπε να ενεργήσει τοιουτοτρόπως, αλλά να αφήσει την υπόθεση στην θεία πρόνοια. Το ερώτημα είναι εάν έπρεπε να μην αντιδράσει στην καταδίκη του το 863 από τον Νικόλαο και να περιμένει τον θάνατό του. Εάν δεν απαντούσε, τότε ο Φώτιος θα ήτο υπεύθυνος για την υποταγή της Ανατολικής Εκκλησίας στην Δύση – έπρεπε, λοιπόν, να δείξει ότι ο Πάπας της Ρώμης δεν δικάζει μόνον αλλά και δικάζεται. Ο Φώτιος διεφύλαξε, αναμφισβητήτως, το κύρος της Ανατολικής Εκκλησίας, ενώ η Ρώμη, με τον ισχυρό Πάπα Νικόλαο Α’, επέμεινε στις απόψεις της περί κοσμοκρατορίας. Ο Φώτιος είχε άλλη αντίληψη της ιστορίας, την οποία εγνώριζε και ερμήνευε. Ο ίδιος, άλλωστε, θέτει τον εαυτόν του εντός της Εκκλησίας και στην ιστορική συνέχεια των Οικουμενικών Συνόδων, την οποία αρνούνταν ο Νικόλαος, γράφοντας προς τον Βόριν της Βουλγαρίας, και στην συνέχεια της παραδόσεως της Εκκλησίας, σαφής έκφραση της οποίας αποτελεί η γνωστή επιστολή του προς τους θρόνους της Ανατολής, με την οποία καταδικάζει τον καιροσκοπισμό της Ρώμης.
Και, βεβαίως, θα συμφωνήσουμε με τις θέσεις του π. François Dvornik ότι η διένεξη αυτή Φωτίου – Νικολάου δηλητηρίασε τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών σε όλη την πορεία τους επί αιώνες. Και, ακόμη, συμφωνούμε με την σκέψη του ότι θα μπορούσε, από την αρχή κιόλας του ζητήματος (του φωτιανού κατά τον Dvornik), να αντιμετωπισθούν τα πράγματα στην γραμμή που είχε χαράξει ο Δυτικός και Ανατολικός κόσμος. Και, ασφαλώς, ο Φώτιος δεν εσφάλλετο κατά την φωτιανή λεγομένη σύνοδο του 879/80 που έλαβε αποφάσεις αντιπροσωπευτικές όλης της Εκκλησίας, ούτε για την πράξη του του 869. Και οι δύο ενέργειές του σηματοδότησαν την ανεξαρτησία της Ανατολικής Εκκλησίας και δεν την κατέστησαν υπόδουλον του Πάπα. Τέλος, ουδείς θα διαφωνήσει με τον Dvornik ότι είναι καιρός να ιδούμε από την αρχή τα γεγονότα εκείνης της ταραγμένης περιόδου· και αυτή η νέα θεώρηση επ’ αγαθώ της Εκκλησίας. Ο ίδιος, παρά τις όποιες αντιρρήσεις που μπορούν να έκφρασθούν, όπως λόγου χάρη ότι τάχα ο Φώτιος ανεγνώρισε το Πρωτείον του Πάπα, για τον λόγο και μόνον ότι εξεφράσθη κολακευτικώς και τιμητικώς για την Εκκλησία της Ρώμης και αυτό προς χάρη της Εκκλησιαστικής ένότητος, έκαμε μία αρχή.
Τέλος, πολύτιμα είναι όσα έγραψε ο μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Γεννάδιος, ο οποίος όχι μόνον αναλύει τις απόψεις των περισσοτέρων δυτικών, ιδίως του 20ου αι., αλλά τις σχολιάζει ασκών και κριτική στις θέσεις τους – βλ. την μελέτη «Αι περί του ιερού Φωτίου κρίσεις των αρχαίων και ιστορικών της έποχής μας» στο περιοδικό Όρθοδοξία 31 (1956) 37-68.
Συμπερασματικώς: η δυτική γραμματεία, στο σύνολό της σχεδόν και ιδιαιτέρους από την πλευρά των Ρωμαιοκαθολικών, αντιμετώπισε με επιθετική άρνηση τον Φώτιο, καλλιεργώντας έπί αιώνες ένα κλίμα που δεν επέτρεψε την προσέγγιση των δύο Εκκλησιών. Μοναδική, ίσως, εξαίρεοη, παρά τις αγκυλώσεις του παρελθόντος, αποτελεί ο François Dvornik και παρά τις όποιες έπιφυλάξεις που μπορεί να προβληθούν, στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει τον Φώτιο. Οι Προτεστάντες της Δύσεως, είναι αλήθεια, αντιμετωπίζουν τον Φώτιο με συμπάθεια, όταν δεν τον χρησιμοποιούν για να επιτεθούν κατά του Βατικανού.
Οπωσδήποτε, όμως, η εχθρότητα που έδειξε η δυτική γραμματεία έναντι του Φωτίου, η φιλολογία που αναπτύχθηκε στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, επηρέασε και την πολιτική διάσταση στις σχέσεις Ανατολής και Δύσεως, όπως, δυστυχώς, τα γεγονότα έδειξαν και δείχνουν. Εδώ, το filioque και το πρωτείον του Πάπα, ως διαφορά των δύο Εκκλησιών, επεκτάθηκε και στο πολιτικό πεδίο ως σημείο αναφοράς στην διάσταση Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων κρατών, αφού απο τους χρονους εκείνους ήρχισε και συνεχίζεται, δυστυχώς και στον πολιτικό τομέα, η διαμάχη Ανατολής και Δύσεως. Ο Φώτιος για τους Ανατολικούς αποτελεί τον αρχηγέτη της ανεξαρτησίας της Ανατολής έναντι της Δύσης· στον 9ο αιώνα την ιδέα αυτής της προβολής του πάπα, του παπικού πρωτείου και της προσθήκης του filioque έδιδε η συνείδηση της υπεροχής της βυζαντικής αύτοκρατορίας. Ενώ, σήμερα, είναι η συνείδηση ότι οι Ορθόδοξοι λαοί συνεχίζουν αυτήν την παράδοση του πολιτισμού. Άλλωστε, ο ελληνικός πατριωτισμός εμφανίζεται για πρώτη φορά επί Φωτίου, με κύρια χαρακτηριστικά την προβολή της υπεροχής του κλασσικού πνεύματος, της αμφισβητήσεως των Φράγκων και του χαρακτηρισμού των ως αιρετικών και καινοτόμων με την επίμονη θέση τους να προσθέτουν το filioque στο Σύμβολο της Πίστεως. Με τον Φώτιο η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η Βυζαντινή Εκκλησία, ευρισκόμενες σε περίοδο ακμής, ανεδείκνυαν την δυναμική τους που εξήρχετο από τα όριά της και αναζητούσε νέες σφαίρες επιρροής, όπως σημείωσε ο G. Ostrogorsky (Ηistory of the Byzantine State, transl. by J. Hussey, Rutger Univ. Press 1957, 200-201.). Με τον Φώτιο ο Παπισμός εκλείσθη στα όρια της Κεντρικής Ευρώπης, δεν κατήλθε στην ΝΑ Εύρώπη. Ο ιερός Φώτιος υπήρξε το ανάχωμα της άνατολικής πολιτικής του Βατικανού το 867 το Βατικανό με τον Πάπα Νικόλαο υπερέβη τα όρια του, γι’ αυτό και παρενέβη ο Φώτιος. Η Δύση τον συνάντησε αντίπαλό της, γι’ αυτό και η σφοδρή πολεμική εναντίον του. Στα γεγονότα της δεκαετίας του 90, στα Βαλκάνια, τον συνάντησε και πάλιν.
.jpg)