Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ὁ ἐν Στειρίῳ τῆς Ἑλλάδος 7 Φεβρουαρίου

 

Οἱ πρόγονοι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὁ παπποὺς καὶ ἡ γιαγιὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του, εἶχαν γεννηθεῖ στὴν Αἴγινα, τὴν ὁποία ὅμως, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι κάτοικοι τοῦ νησιοῦ, ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν, ἐξαιτίας τῶν πειρατικῶν ἐπιδρομῶν τῶν Σαρακηνῶν, γύρω στὰ ἔτη 865 – 870 μ.Χ. Ἔτσι, ἀπὸ τὴν Αἴγινα κατέφυγαν στὴν ἐπαρχία τοῦ Χρυσοῦ (ἢ Χρισοῦ, δηλαδὴ τῆς ἀρχαίας Κρίσσας) τῆς Φωκίδος καὶ ἐγκαταστάθηκαν ἀρχικὰ στὸ παράλιο ὄρος τοῦ Ἰωάννου ἢ τοῦ Ἰωαννίτζη ἐπιλεγόμενο.


Ἀλλά, ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ δὲν βρῆκαν ἀσφάλεια, ἀφοῦ καὶ τὶς παραθαλάσσιες ἐκεῖνες περιοχὲς λυμαίνονταν καὶ λεηλατοῦσαν οἱ Σαρακηνοὶ πειρατὲς μὲ τὶς συχνὲς ἐπιδρομές τους, ἀναγκάσθηκαν πάλι οἱ πρόγονοι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ νὰ ἐγκαταλείψουν καὶ τὸ ὄρος τοῦ Ἰωαννίτζη. Στὴ συνέχεια μετακινήθηκαν καὶ κατέφυγαν κοντὰ σὲ ἕνα λιμάνι, στὴν σημερινὴ Ἰτέα, ποὺ ὀνομαζόταν Βαθύς. Ἐκεῖ γέννησαν τὸν πατέρα τοῦ Ὁσίου, τὸν ὁποῖο ὀνόμασαν Στέφανο.


Καὶ πάλι ὅμως οἱ προπάτορες τοῦ Ὁσίου, σὰν κάποιο θεϊκὸ νεῦμα νὰ τοὺς καλοῦσε, μετοίκησαν ἀπὸ τὸν τόπο αὐτὸ καὶ διάλεξαν τελικὰ ὡς τόπο διαμονῆς τους τὸ Καστόριον τῆς Φωκίδος, τὸ νεότερο Καστρί, κοντὰ στοὺς ἀρχαίους Δελφούς. Ἐκεῖ ὁ υἱὸς Στέφανος, ὅταν ἐνηλικιώθηκε, νυμφεύθηκε τὴν Εὐφροσύνη, μητέρα τοῦ Ὁσίου, ποὺ ἦταν καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ ἴδιο νησί, τὴν Αἴγινα καὶ ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια.


Ὁ Στέφανος καὶ ἡ Εὐφροσύνη, μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀπέκτησαν ἀπὸ τὸν γάμο τους αὐτό, ἑπτὰ παιδιά: τὸν Θεόδωρο πρῶτο, τὴ Μαρία δεύτερη, τὸν Λουκᾶ τρίτο, τὴν Καλὴ τέταρτη ποὺ ἐνδύθηκε καὶ αὐτὴ τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα, τὸν Ἐπιφάνιο πέμπτο ποὺ καὶ αὐτὸς ὡς μοναχὸς ἀφιερώθηκε στὸν Θεὸ καὶ δύο ἀκόμη ἄλλα παιδιὰ ποὺ πέθαναν σὲ νηπιακὴ ἡλικία. Στὸ Καστόριον λοιπὸν τῆς Φωκίδος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 896 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 897 μ.Χ. ὁ Ὅσιος Λουκᾶς.


Ὁ Λουκᾶς, ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, ἔδειχνε τὴν τάση καὶ τὴν θεϊκὴ κλίση καὶ κλήση του πρὸς τὸν θρησκευτικὸ καὶ μοναχικὸ βίο. Διακρινόταν γιὰ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη του πρὸς τοὺς φτωχοὺς καὶ τὴν παροιμιώδη φιλανθρωπία του, ποὺ ἔφθανε μέχρι τοῦ σημείου νὰ μοιράζει τὰ ροῦχα του σὲ κάθε ἐνδεὴ τὸν ὁποῖο συναντοῦσε στὸν δρόμο του καὶ νὰ ἐπιστρέφει στὸ σπίτι του σχεδὸν γυμνός, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει γιὰ τίποτε τὶς ἐπιπλήξεις καὶ παρατηρήσεις τῶν γονέων του. Μὲ κάθε τρόπο ἐκδήλωνε τὴν ἀφοσίωση καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό. Ἔτσι, τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς νύχτας τὸ ἀφιέρωνε στὴν προσευχὴ καὶ πολὺ λίγο στὸν ὕπνο. Δὲν παρέλειπε ὅμως καθόλου καὶ τὰ καθήκοντά του πρὸς τοὺς φυσικούς του γονεῖς, τοὺς ὁποίους σεβόταν, ἀγαποῦσε, τιμοῦσε καὶ ἐξυπηρετοῦσε μὲ κάθε προθυμία, βοηθώντας τους στὶς ποιμενικὲς καὶ γεωργικές τους ἐργασίες. Μόλις στὴν τρυφερὴ ἡλικία τῶν 12 – 13 ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 908 – 909 μ.Χ., ἔχασε τὸν πατέρα του καὶ ἔμεινε ὀρφανός.


Ὅταν κάποια φορὰ φιλοξενήθηκαν στὸ σπίτι του ἀπὸ τὴν μητέρα του δύο μοναχοί, ποὺ κατευθύνονταν ἀπὸ τὴν Ρώμη πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὁ Λουκᾶς θεώρησε τὸ γεγονὸς αὐτὸ εὐκαιρία, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ ζωηρὸ καὶ ἐνδόμυχο πόθο του νὰ ἀσπασθεῖ καὶ αὐτὸς τὸ μοναχικὸ βίο. Ἔτσι, κρυφὰ ἀπὸ τὴν μητέρα του, ἀκολούθησε τοὺς δύο μοναχούς. Αὐτοί, ὅταν ἔφθασαν στὴν Ἀθήνα, τὸν ἄφησαν ἐκεῖ, στὸ μοναστήρι ὅπου κατέλυσαν πιθανότατα, στὴ μονὴ τῆς Παντάνασσας στὸ Μοναστηράκι, ἐνῶ οἱ ἴδιοι συνέχισαν τὴν πορεία τους. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος, σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, στὰ τέλη τοῦ 910 ἢ στὶς ἀρχὲς τοῦ 911 μ.Χ., κείρεται μοναχὸς καὶ περιβάλλεται μὲ τὸ σχῆμα τῶν μοναχῶν.


Ὁ ἡγούμενος ὅμως τῆς μονῆς ἀναγκάζεται καὶ τὸν στέλνει πίσω στὴν μητέρα του, καθώς, κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο, τὴν βλέπει στὸ ὄνειρό του νὰ θρηνεῖ ἀπελπισμένη καὶ νὰ τοῦ καταλογίζει βαρύτατες εὐθύνες, γιατί τῆς στέρησε καὶ κατακρατεῖ τὸ μονάκριβο παιδί της, τὴν μόνη παρηγοριὰ τῆς χηρείας καὶ τῆς δυστυχίας της. Ἔτσι ὁ Ὅσιος ἐπιστρέφει στὴν μητέρα του, στὸ πλευρὸ τῆς ὁποίας συμπαραστέκεται μὲ μεγάλη προθυμία καὶ στοργή, βοηθώντας καὶ ἐξυπηρετώντας την σὲ κάθε της ἀνάγκη.


Μετὰ ἀπὸ τέσσερις μῆνες, μὲ τὴν συγκατάθεση πιὰ καὶ τὴν εὐχὴ τῆς μητέρας του, ἐγκαταλείπει ὁριστικὰ τὰ ἐγκόσμια, ἀκολουθεῖ τὸ θεῖο νεῦμα καὶ ἀποσύρεται ὡς μοναχὸς στὸ ὄρος τοῦ Ἰωαννιτζῆ, στὰ νότια τῆς Δεσφίνας τῆς Φωκίδος, στὸν Κορινθιακὸ κόλπο. Ἐκεῖ κοντὰ στὴ θάλασσα, ὅπου ὑπῆρχε καὶ ὁ ναὸς τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων, ἔστησε τὸ ἀναχωρητήριό του καὶ παρέμεινε γιὰ μία ἑπταετία (911 – 918). Στὴν ἐρημικὴ τοποθεσία τοῦ Ἰωαννιτζῆ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν προσήλωσή του στὸν Θεὸ μὲ τὶς ἀτέλειωτες προσευχές, νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ τὴν σθεναρὴ καὶ σταθερὴ ἀντίστασή του στοὺς παντοδαποὺς πειρασμούς, ἀνέπτυξε καὶ σπουδαία κοινωνικὴ καὶ φιλανθρωπικὴ δράση. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπόλαυσαν τὴν ζεστασιὰ τῆς φιλοξενίας του, τὴ θέρμη τῶν παραμυθητικῶν του λόγων. Πολλοὶ εὐεργετήθηκαν ἀπὸ τὶς θαυματουργικές του ἐνέργειες καὶ τὴν προορατική του δύναμη, ἐνδυναμώθηκαν καὶ στερεώθηκαν στὴν χριστιανική τους πίστη μὲ τὸ θαυμαστὸ καὶ πειστικὸ παραινετικό του λόγο, καθοδηγήθηκαν καὶ ἀκολούθησαν τὸ δρόμο τοῦ Εὐαγγελίου.


Ἐνῶ βρισκόταν ἐκεῖ, προεῖπε καὶ τὴν ἐπιδρομὴ τῶν Βουλγάρων τοῦ Συμεὼν στὴν κυρίως Ἑλλάδα, ποὺ ἔγινε στὶς ἀρχὲς ἢ τὰ μέσα τοῦ 918 μ.Χ. καὶ τὸν ἐξανάγκασε, καθὼς καὶ τοὺς συμμοναστὲς καὶ τοὺς ἄλλους γνωστούς του, νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἐρημητήριό του στοῦ Ἰωαννιτζῆ τὸ ὄρος καὶ νὰ φθάσει στὴν ἀπέναντι Πελοποννησιακὴ ἀκτή, κοντὰ στὴν Κόρινθο, γιὰ λόγους ἀσφαλείας. Ὁ νεαρός, τότε, Λουκᾶς ἦταν 21 περίπου χρόνων.


Στὴν Πελοπόννησο παρέμεινε μία ὁλόκληρη δεκαετία (918 – 928 μ.Χ.), στὸ χωριὸ Ζεμενὸ τῆς Κορινθίας καὶ στὸ εὐκτήριο τοῦ Μάρτυρος Προκοπίου. Κατὰ τὴν ἐκεῖ παραμονή του προσέφερε μὲ πολὺ μεγάλη προθυμία κάθε εἴδους ὑπηρεσία καὶ ἐξυπηρέτηση στὸν γέροντα στυλίτη ἐρημίτη ποὺ μόναζε ἐκεῖ, ἡ αὐστηρὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωὴ τοῦ ὁποίου τὸν παραδειγμάτισε στὴν κατὰ Θεὸν ζωὴ καὶ τὸν δίδαξε πολλά.


Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ τσάρου τῶν Βουλγάρων Συμεὼν (17 Μαΐου 927 μ.Χ.) καὶ τὴν σύναψη συνθήκης εἰρήνης (Ὀκτώβριος 927 μ.Χ.) τοῦ υἱοῦ καὶ διαδόχου του Πέτρου μὲ τοὺς Βυζαντινούς, ὁ Ὅσιος ἐπέστρεψε πάλι στὶς ἀπέναντι ἀκτὲς τῆς Φωκίδος, στὸ γνώριμο σ’ αὐτὸν ὄρος τοῦ Ἰωαννιτζῆ. Ἐκεῖ ἔμεινε μία δωδεκαετία (928 – 939/940 μ.Χ.), ὀργάνωσε δραστήρια μοναστικὴ κοινότητα καὶ ἐπιδόθηκε σὲ νέους ἄθλους καὶ ἄλλα ἀσκητικὰ σκάμματα καὶ παλαίσματα. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς δεύτερης, μακρόχρονης, παραμονῆς του ἡ γύρω περιοχὴ γνώριζε ξανὰ τὴν εὐεργετικὴ δράση τῆς ἄκρας φιλανθρωπίας του, τῶν παραινέσεων καὶ θαυμάτων του.


Ἐπειδὴ ὅμως τὸ πλῆθος τῶν καθημερινῶν ἐπισκεπτῶν καὶ περαστικῶν εἶχε ἀρκετὰ κουράσει τὸν μεγάλο ἀναχωρητή, διότι τοῦ κατέστρεφε τὴν ἡσυχία καὶ γαλήνη τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ὁ Ὅσιος ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει, ὁριστικὰ αὐτὴν τὴν φορά, τὸ ὄρος τοῦ Ἰωαννιτζῆ καὶ νὰ ἀναζητήσει καταφύγιο σὲ ἐρημικότερους καὶ ἠσυχότερους τόπους. Ἔτσι διάλεξε τὸ λιμάνι Καλάμιον, ἀνατολικὰ τῆς Ἀντίκυρας τῆς Φωκίδος, ὅπου ἔμεινε τρία χρόνια (939/940 – 943 μ.Χ.). Ἐκεῖ, γύρω στὸ 941 μ.Χ., προεῖπε τὴν κατάλυση τῆς Ἀραβοκρατίας καὶ τὴν ἐπανάκτηση τῆς Κρήτης ἀπὸ τοὺς Βυζαντινούς, πρᾶγμα ποὺ ἔγινε εἴκοσι χρόνια ἀργότερα, στὶς 7 Μαρτίου τοῦ ἔτους 961 μ.Χ., στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ρωμανοῦ Β’.


Περὶ τὸ ἔτος 943 μ.Χ., ἐξαιτίας νέων ἐπιδρομῶν, Οὔγγρων στὴν προκειμένη περίπτωση, ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἐγκατέλειψε τὸ Καλάμιον καὶ μετεγκαταστάθηκε στὸ γειτονικὸ ξερὸ καὶ ἄνυδρο νησάκι Ἀμπελών, ὅπου παρέμεινε ἄλλα τρία χρόνια (943 – 946 μ.Χ.). Ἐκεῖ τὸν ἐπισκεπτόταν συχνὰ καὶ ἡ ἀδελφή του μοναχὴ Καλή.


Οἱ φίλοι καὶ γνωστοί του, ποὺ εἶχαν μὲ ποικίλους τρόπους εὐεργετηθεῖ ἀπὸ αὐτὸν καὶ δὲν ἤθελαν νὰ τὸν βλέπουν νὰ ὑποφέρει στὸ ξερονῆσι Ἀμπελὼν καὶ νὰ ἐνοχλεῖται ἐπιπλέον καὶ ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν περαστικῶν, ναυτικῶν κυρίως, τὸν ἔπεισαν νὰ ἀφήσει τὸ νησὶ καὶ νὰ ἐγκατασταθεῖ, ὁριστικὰ πιά, στὸ Στείρι τῆς Φωκίδος, Βοιωτίας σήμερα. Βρισκόταν σὲ τόπο ἠσυχότερο, μακριὰ ἀπὸ τὴν βοὴ καὶ τὴν τύρβη τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ προικισμένο μὲ φυσικὲς καλλονὲς καὶ ἀρετές, κατάλληλο γιὰ πνευματικὴ ἄσκηση καὶ προσευχή. Ἐκεῖ ὁ Ὅσιος Λουκᾶς ἔζησε τὰ τελευταῖα ἑπτὰ χρόνια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του (946 – 953 μ.Χ.).


Στὴν ἀρχὴ διάλεξε ἕνα ἀπόμερο καὶ ἐρημικὸ χωριό, ἀνάμεσα σὲ θάμνους καὶ ἔκτισε ἐκεῖ τὸ ταπεινὸ κελί του, γιὰ νὰ μὴν τὸν βρίσκουν εὔκολα οἱ περαστικοί. Αὐτὸν λοιπόν, τὸν ἥσυχο καὶ γαλήνιο τόπο, μὲ τὴν παρθένα ἄγρια ὀμορφιά του καὶ τὴν κατανυκτικὴ καὶ βαθύτατα στοχαστικὴ σιωπή του, πέρα ἀπὸ τὸν τάραχο τῶν ἐγκοσμίων, διάλεξε ὁ ἐρημοπολίτης Ὅσιος γιὰ νὰ στήσει τὴν ἀσκητική του καλύβα καί, μὲ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες καὶ μόχθους, τὶς ἀδιάλειπτες προσευχὲς καὶ ἀνύστακτες ἀγρυπνίες, νὰ πετύχει τὴν ἄνοδό του στὰ οὐράνια δώματα καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ θεῖο.


Σύντομα ὅμως καὶ ἐδῶ, στὸν τόπο τῆς τελικῆς ἐγκαταβιώσεώς του ὀργάνωσε νέο μοναστικὸ κοινόβιο, μὲ πλῆθος μαθητῶν καὶ συμμοναστῶν του. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς ὀνομαστοὶ ὑπῆρξαν γιὰ τὴν ὁσιακή τους βιωτὴ καὶ τὴν ἀφοσίωση στὸν γέροντά τους ὁ Πρεσβύτερος Γρηγόριος, ὁ Παγκράτιος καὶ ὁ Θεόδωρος.


Παρόλο ποὺ ὁ Ὅσιος ἦταν ἐραστὴς τοῦ ἡσύχιου καὶ γαλήνιου βίου, μακριὰ ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη, καθόλου δὲν ἀπέφευγε τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ φήμη τῶν ἀγαθοεργιῶν του, τῆς θερμῆς φιλοξενίας, τῆς φιλανθρωπίας καὶ κυρίως τῶν θαυματουργικῶν καὶ προφητικῶν θείων χαρισμάτων του συγκέντρωνε στὸ ἀπόμακρο Στείρι πλήθη πιστῶν καὶ ἐνδεῶν ἀνθρώπων. Ὅλοι ζητοῦσαν τὴν συμβουλὴ καὶ τὴν παραμυθία του, τοὺς ἐνθαρρυντικούς του λόγους, τὴν βοήθειά του γιὰ τὴν λύση κάθε λογὴς προβλημάτων καὶ γιὰ τὴν ἱκανοποίηση πιεστικῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν, προπάντων ὅμως τὴ λυτρωτικὴ τῶν παραπτωμάτων τους καὶ θαυματουργική του ἐπέμβαση. Σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς δὲν ἀρνιόταν τίποτε. Σὲ ὅλους ἔδειχνε χαρούμενος, εὐπροσήγορος, αὐθόρμητος, πλημμυρισμένος ἀπὸ ἀγάπη καὶ συμπάθεια, πρόθυμος γιὰ κάθε εἴδους προσφορὰ καὶ βοήθεια, ἐκπληρώνοντας καὶ βιώνοντας σὲ ὅλο του τὸ πλάτος καὶ τὸ βάθος τὸ θεϊκὸ λόγιο: «Ἀγάπα τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».


Δὲν ἦταν ὅμως μόνο οἱ ἁπλοὶ καὶ ἀνώνυμοι, οἱ ταπεινοὶ καὶ πονεμένοι ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ποὺ προσέφευγαν σὲ αὐτόν. Τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ ἐπιφανέστατοι ἀξιωματοῦχοι καὶ δημόσιοι ἄνδρες τῆς ἐπίσημης Βυζαντινῆς κρατικῆς ἱεραρχίας, πρᾶγμα ποὺ μαρτυρεῖ τὴν ἀγαθὴ φήμη καὶ τὸ ὑψηλὸ κύρος καὶ ἀκτινοβολία ποὺ διέθετε ὁ Στειριώτης ἀναχωρητής.


Τὸν ἐπισκέφθηκε ἔτσι ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους τοὺς συγχρόνους του Πόθος, στρατηγὸς τοῦ Θέματος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖο εἶχε τότε ὡς ἕδρα τὴν πόλη τῶν Θηβῶν. Ὁ Ὅσιος τοῦ ἔσωσε, κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο, τὸν ἑτοιμοθάνατο στὴν Κωνσταντινούπολη υἱό του.


Στενότατες ἐπίσης ὑπῆρξαν οἱ σχέσεις τοῦ Ὁσίου μὲ τὸν ἄλλο στρατηγὸ τοῦ Θέματος τῆς Ἑλλάδος, «τὸν ἐπιφανὴ καὶ περίβλεπτον Κρηνίτη», πιθανότατα ἄμεσο διάδοχο τοῦ Πόθου στὸ ἀξίωμα αὐτό. Ἡ γνωριμία τῶν δύο ἀνδρῶν, τοῦ ταπεινοῦ ἐρημίτου καὶ ἁπλοῦ στρατιώτου τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τοῦ ὑψηλοῦ κοσμικοῦ ἄρχοντος καὶ στρατιωτικοῦ ἀξιωματούχου ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, πολὺ γρήγορα ἐξελίχθηκε σὲ θερμὴ φιλία καὶ ἀγάπη.


Ἔτσι ὁ Κρηνίτης, σὲ ὅλο τὸ διάστημα ποὺ παρέμεινε ὡς στρατηγὸς στὴν Θήβα, προσέφερε στὸν Ὅσιο κάθε λογὴς ὑπηρεσία καὶ ἐξυπηρέτηση μὲ μεγάλη προθυμία, χωρὶς καθόλου νὰ ὑπολογίζει οὔτε κόπους οὔτε χρηματικὲς δαπάνες. Ἀνάμεσα καὶ σὲ ἄλλες προσφορές, μεγάλη ὑπῆρξε ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ συμβολή του στὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Δὲν πρόκειται γιὰ τὴν κρύπτη ποὺ τιμᾶται σήμερα στὴ μνήμη τῆς Μεγαλομάρτυρος καὶ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς, ἀλλὰ γιὰ τὸν παράπλευρα στὸ Καθολικὸ τῆς Μονῆς ναὸ τῆς Παναγίας, ὁ ὁποῖος ἀνεγέρθηκε ἐνόσω ζοῦσε ἀκόμη ὁ Ὅσιος, ἀνάμεσα στὰ χρόνια 947 καὶ 952 μ.Χ.


Ὅταν προαισθάνθηκε τὸ ἐρχόμενο τέλος του, χωρὶς νὰ ἀνακοινώσει σὲ κανέναν τίποτε σχετικό, βγῆκε ἀπὸ τὸ κελί του καὶ ἀποχαιρέτισε μὲ συγκίνηση καὶ ἀσπασμοὺς ὅλους τοὺς περιοίκους, φίλους καὶ γνωστούς του. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μῆνες ἀσθένησε. Τὴν ὄγδοη ἡμέρα τῆς ἀσθένειάς του ἔγινε φανερὸ ὅτι ὁ Ὅσιος βάδιζε πρὸς τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο γιὰ νὰ καταλήξει ἐκεῖ «ἔνθα οὐκ ἔστι λύπη, οὐ πόνος, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος». Οἱ γύρω κάτοικοι ποὺ τὸ ἔμαθαν, παρὰ τὴν σφοδρὴ βαρυχειμωνιὰ καὶ τὰ χιόνια, ἔτρεξαν στὸ κελὶ τοῦ ἑτοιμοθάνατου Ὁσίου, γιὰ νὰ δοῦν γιὰ τελευταία φορά, μὲ τὴ σωματική του παρουσία, τὸν μεγάλο εὐεργέτη, τὸν προστάτη τους καὶ ἰσχυρὸ μεσίτη πρὸς τὸν Θεό. Μὲ συγκινητικὲς ἐκδηλώσεις ἀγάπης καὶ δάκρυα τοῦ συμπαραστάθηκαν στὶς τελευταῖες του στιγμές.


Τὸ βράδυ τῆς 7ης Φεβρουαρίου τοῦ ἔτους 953 μ.Χ. ὁ Ὅσιος, σὲ ἡλικία 56 ἐτῶν. Ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ καὶ παρέδωσε μὲ ἠρεμία καὶ γαλήνη τὸ πνεῦμα του στὸν Θεό, γιὰ νὰ ἀπολαύσει ἐκεῖ τοὺς καρποὺς τῶν ἄθλων καὶ καμάτων του ἐπὶ τῆς γῆς. Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας, 8ης Φεβρουαρίου, ὁ πρεσβύτερος Γρηγόριος μὲ τοὺς λοιποὺς μοναχούς, ἀφοῦ προσκάλεσε καὶ τοὺς γύρω χωρικούς, ἐνταφίασε τὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου στὸ δάπεδο τοῦ κελιοῦ του, στὸν εἰδικὰ διαμορφωμένο χῶρο, ὅπου ἀκριβῶς τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ ἴδιος λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του, προφητεύοντας μάλιστα ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος ἔμελλε νὰ δοξαστεῖ.


Περὶ τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 953 μ.Χ., ἕξι μῆνες μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ὁσίου, ὁ μοναχὸς Κοσμᾶς ἀπὸ τὴν Παφλαγονία, ποὺ ταξίδευε πρὸς τὴν Ἰταλία, σταμάτησε μετὰ ἀπὸ Θεϊκὸ ὄνειρο στὸ Στείρι, στὴ μονὴ ὅπου μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα καὶ ἀγάπη ἐπιμελήθηκε καὶ καλλώπισε τὸ νωπὸ τάφο τοῦ Ὁσίου. Τὸν ἀνύψωσε λοιπὸν μὲ ἐπιχωμάτωση, τὸν ἕντυσε μὲ ἐγχώριες πλάκες καὶ τὸν περιέβαλε μὲ κιγκλίδες.


Δύο χρόνια ἀργότερα, γύρω στὰ μέσα τοῦ ἔτους 955 μ.Χ., μαθητὲς καὶ συμμοναστὲς τοῦ Ὁσίου, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν πνευματικό τους πατέρα, συμπλήρωσαν καὶ διακόσμησαν τὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Βαρβάρας, ποὺ εἶχε ἀκόμη ὁρισμένες ἀτέλειες. Ἔκτισαν ἐπιπλέον κελιὰ γιὰ τοὺς μοναχούς, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς εἶχε αὐξηθεῖ, καθὼς καὶ ξενῶνες γιὰ τὴν ὑποδοχὴ καὶ ἐξυπηρέτηση τῶν προσκυνητῶν καὶ ἐπισκεπτῶν. Τέλος, τὸ κελὶ τοῦ Ὁσίου, ὅπου βρισκόταν καὶ ὁ τάφος του, τὸ μετέτρεψαν σὲ ὡραιότατη Ἐκκλησία σταυρικοῦ σχήματος.


Ὁ τάφος μὲ τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ὁσίου ἔγινε πόλος ἕλξεως πλήθους πιστῶν καὶ πηγὴ ἀκένωτη θαυματουργικῶν ἰάσεων.


Ὁ μικρὸς σταυρόσχημος ναὸς μὲ τὸν τάφο τοῦ Ὁσίου δὲν ἐπαρκοῦσε ὅμως γιὰ νὰ καλύψει τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες καὶ νὰ ἐξυπηρετήσει τὰ συνεχῶς αὐξανόμενα πλήθη τῶν πιστῶν ποὺ συνέρρεαν ἐκεῖ, γιὰ νὰ καταθέσουν θερμὸ τὸ δάκρυ τοῦ πόνου τους καὶ νὰ ζητήσουν τὴν προστασία καὶ ἀντίληψη τοῦ μεγάλου ἀσκητοῦ καὶ τὴν λυτρωτική του ἐπέμβαση γιὰ κάθε λογὴς σωματικά τους πάθη καὶ τὶς ψυχικὲς ἀλγηδόνες.

Γι’ αὐτὸ στὶς ἀρχὲς τοῦ 11ου αἰῶνα μ.Χ., μὲ πρωτοβουλία τοῦ καθηγουμένου τῆς μονῆς, τοῦ εὐσεβέστατου ἱερομονάχου Φιλοθέου, κατεδαφίστηκε τὸ σταυρόσχημο εὐκτήριο καὶ στὴν ἴδια θέση, ἀλλὰ σὲ μεγαλύτερο χῶρο ὡς πρὸς τὴν ἔκταση, ἀνεγέρθηκε τὸ σημερινὸ ἐπιβλητικὸ καθολικὸ τῆς μονῆς, μὲ τὴν περίλαμπρη γλυπτικὴ ζωγραφικὴ καὶ ψηφιδωτή του διακόσμηση, στὸ ὁποῖο φυλάσσεται τὸ ἱερὸ σκήνωμα τοῦ Ὁσίου.


Πηγή https://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τῆς Ἑλλάδος τὸ κλέος, καὶ Ὁσίων τὸ καύχημα, καὶ τὸν τοῦ Στειρείου φωστῆρα, καὶ οἰκήτορα ὅσιον, τιμήσωμεν ᾀσμάτων ἐν ᾠδαίς, Λουκᾶν τὸν θεοφόρον εὐσεβῶς· τῷ Χριστῷ γὰρ οἰκειοῦται διαπαντός, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.



Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ Ὑπερμάχῳ.


Ὁ ἐκλεξάμενος Θεὸς πρὸ τοῦ πλασθῆναί σε


Εἰς εὐαρέστησιν αὐτοῦ οἷς οἶδε κρίμασι


Προσλαβόμενος ἐκ μήτρας καθαγιάζει


Καὶ οἰκεῖον ἑαυτοῦ δοῦλον δεικνύει σε


Κατευθύνων σου Λουκᾶ τὰ διαβήματα

Ὁ φιλάνθρωπος, ᾧ νῦν χαίρων παρίστασαι.



Μεγαλυνάριον.

Χαίροις ἡσυχίας λύχνος λαμπρός, καὶ τῆς ποιμανσίας, ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός· χαίροις μοναζόντων, ὑπογραμμὸς καὶ τύπος, Λουκᾶ θαυματοφόρε, Ἑλλάδος καύχημα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας ὁ Καππαδόκης 1 Ιανουαρίου

  Ὁ Μέγας Βασίλειος, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες μορφὲς τῆς Ἐκκλησίας, γεννήθηκε περὶ τὸ 330 μ.Χ. στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Βασίλειος ἦταν ρήτορας, ἐγκατεστημένος στὴ Νεοκαισάρεια τοῦ Πόντου καὶ ἦταν υἱὸς τῆς Μακρίνης, ἡ ὁποία ὑπέστει πολλὰ μετὰ τοῦ συζύγου της κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ Μαξιμίνου γιὰ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό. Ἡ Μακρίνα ἦταν μαθήτρια τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ καὶ διετέλεσε ἡ πρώτη στὴν πίστη διδάσκαλος τοῦ ἐγγονοῦ της Βασιλείου. Ἡ μητέρα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ὀνομαζόταν Ἐμμέλεια, καταγόταν ἀπὸ τὴν Καππαδοκία, ἦταν θυγατέρα Μάρτυρος, εὐλαβέστατη καὶ πολὺ φιλάνθρωπη. Ἀπὸ τὸν γάμο της μὲ τὸν Βασίλειο γεννήθηκαν ἐννέα παιδιά, ἀπὸ τὰ ὁποία τὰ τέσσερα ἦταν ἀγόρια. Τὸ πρωτότοκο παιδὶ τους ἦταν ἡ Μακρίνα, ἡ ὁποία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ μνηστῆρα της, ἐπιδόθηκε στὴν ἄσκηση. Ἀπὸ τὰ τέσσερα ἀγόρια, τρεῖς ἔγιναν Ἐπίσκοποι, ὁ Βασίλειος στὴν Καισάρεια, ὁ Γρηγόριος στὴ Νύσσα καὶ ὁ Πέτρος στὴ Σεβαστεία. Ὁ Ναυκράτιος πέθανε νέος, σὲ ἡλικία 27 ἐτῶν. Πρὸ τοῦ Πέτρου γεννήθ...

Ἡ Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ εἰς τὴν ἐνορίαν Ἁγίου Γεωργίου Τουρτούλων Σητείας

 « Σῶσον Κύριε τὸν λαόν σου, καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου, νίκας τοῖς Βασιλεῦσι, κατὰ βαρβάρων δωρούμενος, καὶ τὸ σὸν φυλάττων, διὰ τοῦ Σταυροῦ σου πολίτευμα». Στὶς 14 Σεπτεμβρίου ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τὴν Μεγάλη Δεσποτικὴ ἑορτὴ τῆς Παγκοσμίου Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ. Τὴν Κυριακὴ 14 Σεπτεμβρίου 2025 τελέστηκε ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἡ Τελετὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, Ἀρτοκλασία καὶ ἐν Συνεχείᾳ ἡ Θεία Λειτουργία εἰς τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου στὸ Χωριὸ Ἅγιος Γεώργιος Τουρτοῦλοι Σητείας. Φωτογραφίες Μιχάλης Κάββαλος  

Ὁ Ἅγιος Θεμιστοκλῆς ὁ Μάρτυρας 21 Δεκεμβρίου

  Σήμερα ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τοῦ Ἁγίου Θεμιστοκλέους, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὰ Μύρα τῆς Λυκίας καὶ ἔζησε τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου. Ἦταν βοσκὸς στὸ ἐπάγγελμα. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Ἀσκληπιός, ὁ ἄρχοντας τῆς Λυκίας, ξεκίνησε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν καὶ ὁ στόχος του ἦταν νὰ συλλάβει τὸν Ἅγιο μάρτυρα Διοσκουρίδη. Ὁ Διοσκουρίδης ὅμως κατέφυγε στὸ ὄρος ὅπου ἔβοσκε ὁ Θεμιστοκλῆς τὰ πρόβατά του. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἄρχοντα κίνησαν καὶ αὐτοὶ πρὸς τὸ ὄρος ὅπου καὶ συνάντησαν τὸν Θεμιστοκλῆ. Ὅταν ἐρωτήθηκε γιὰ τὴν πίστη του δὲν δίστασε οὔτε στιγμὴ νὰ ὁμολογήσει τὸν ἕναν καὶ μοναδικὸ Θεό. Οἱ στρατιῶτες ἀκούγοντας τὴν ὁμολογία αὐτὴ τῆς πίστης του, τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν ἄρχοντα Ἀσκληπιό. Παρ’ ὅλες τὶς ἀπειλὲς ποὺ δέχθηκε ὁ Ἅγιος ἔμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του. Αὐτὸ ἐξόργισε τὸν Ἀσκληπιὸ καὶ διέταξε τὸν βασανισμό του. Ὁ Ἅγιος Θεμιστοκλῆς παρέδωσε τὸ πνεῦμά του πάνω στὸ μαρτύριο. Πηγή  https://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

To Oδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος στη Σητεία

  To Oδοιπορικό της Μεγάλης Εβδομάδος, μια ιστορική αναδρομή με δρώμενα της Σητείας. Μια παραγωγή από το STUDIOVAI του Sitia FM 95,5 MHz. Η εβδομάδα πριν το Πάσχα ονομάστηκε Μεγάλη από τους πρώτους κιόλας χριστιανικούς αιώνες κι αυτό γιατί, όπως μας εξηγεί ο Αγ. Ιω. ο Χρυσόστομος, μεγάλα και κοσμοσωτήρια γεγονότα συνέβησαν στη διάρκειά της. Κέντρο αυτών των γεγονότων είναι βεβαίως τα άγια και άχραντα Πάθη, η θεόσωμη Ταφή και η ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου. Για τη διευκόλυνση των πιστών οι ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας τελούνται αντίστροφα του κανονικού, δηλ. οι Όρθροι τελούνται το απόγευμα και οι Εσπερινοί το πρωί. Παλαιότερα οι όρθροι τελούνταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όμως η ώρα αυτή δεν ήταν κατάλληλη για την προσέλευση των πιστών. Έτσι λοιπόν σήμερα οι ιερές ακολουθίες τελούνται ως εξής: Κυριακή Βαΐων απόγευμα                 : Όρθρος Μ. Δευτέρας Μ. Δευτέρα πρωί                      ...

Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Πελοποννήσιος 1 Ιανουαρίου

  Ὁ Ἅγιος Νεομάρτυς Πέτρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Τρίπολη τῆς Πελοποννήσου. Συνελήφθη καί, πιεζόμενος νὰ ἀσπασθεῖ τὴ θρησκεία τῶν ἀλλοφύλων, τὸ Κοράνι, παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν προγονικὴ εὐσέβεια. Μαρτύρησε διὰ ἀγχόνης στὸ Ὀντεμίσιον (Τεμίσι) τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ ἔτος 1776 μ.Χ. Πηγή  https://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Κυριακὴ τῶν Βαΐων στὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἁγίας Αἰκατερίνης Πολιούχου Σητείας

  Κυριακὴ τῶν Βαΐων 13 Ἀπριλίου 2025 εἷς τὸν Ἱερὸ Καθεδρικὸ Ναὸ Ἁγίας Αἰκατερίνης Πολιούχου Σητείας ἱερουργοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Ποιμενάρχου μας Μητροπολίτου Ἰεραπύτνης καὶ Σητείας κ.κ. Κυρίλλου. 

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός 4 Δεκεμβρίου

  Διαπρεπέστατος θεολόγος καὶ ποιητὴς τοῦ 8ου αἰώνα καὶ μέγας πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας. Γεννήθηκε στὴν Δαμασκὸ στὰ τέλη τοῦ 7ου αἰώνα καὶ ἔτυχε ἐπιμελημένης ἀγωγῆς ἀπὸ τὸν πατέρα του Σέργιο, ποὺ ἦταν ὑπουργὸς οἰκονομικῶν τοῦ ἄραβα χαλίφη Ἀβδοὺλ Μελὶκ τοῦ Α’. Δάσκαλός του ἦταν κάποιος πολυμαθὴς καὶ εὐσεβέστατος μοναχός, ποὺ ὀνομαζόταν Κοσμᾶς καὶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σικελία. Ὁ Σικελὸς μοναχὸς πράγματι, ἐκπαίδευσε τὸν Ἰωάννη καὶ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ τὸν Μελῳδό, ἄριστα σ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς γνώσης. Ὅταν πέθανε ὁ Σέργιος, ὁ γιός του Ἰωάννης, διορίστηκε χωρὶς νὰ τὸ θέλει, πρωτοσύμβουλος τοῦ χαλίφη Βελιδᾶ (705 – 715). Ἀργότερα, ὅταν ὁ χαλίφης Ὀμὰρ ὁ Β’ ἐξήγειρε διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν, ὁ Ἰωάννης μαζὶ μὲ τὸν θετό του ἀδελφὸ Κοσμᾶ (τὸν ἔπειτα ἐπίσκοπο Μαϊουμᾶ), ἔφυγαν ἀπὸ τὴν Δαμασκὸ καὶ πῆγαν στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης ἔγινε μοναχὸς στὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔμεινε σ’ ὅλη του τὴν ζωή, μελετώντας καὶ συγγράφοντας. Στὸ διωγμὸ κατὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων, ἐπὶ Λέοντος τοῦ Ἰσαύρου...

Ὁ Ἅγιος Σεβαστιανὸς ὁ Μάρτυρας 18 Δεκεμβρίου

  Γεννήθηκε στὰ Μεδιόλανα τῆς Ἰταλίας, τὸ 250 μὲ 256 μ.Χ. Οἱ γονεῖς του τὸν ἀνέθρεψαν μὲ μεγάλη χριστιανικὴ ἐπιμέλεια. Καθὼς ἦταν καὶ ἀπὸ γένος διακεκριμένο, εἵλκυσε τὴν εὔνοια τοῦ αὐτοκράτορος Καρίνου, ποὺ γρήγορα τὸν ἀνέδειξε σὰν στρατιωτικό. Ἔπειτα, ὁ Διοκλητιανὸς τὸν ἔκανε ἀρχηγὸ τοῦ πρώτου συντάγματος τῶν Πραιτοριανῶν. Φιλάνθρωπη ψυχὴ ὁ Σεβαστιανός, ἀπὸ τὴν θέση αὐτὴ πολλὲς φορὲς ὑπῆρξε προστάτης τῶν φτωχῶν καὶ τῶν πασχόντων χριστιανῶν. Πρόθυμα ἐπίσης, βοηθοῦσε στὶς ἀνάγκες τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πάπας Γάϊος τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλο τοῦ ὑπερασπιστὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν ὅμως ἄρχισε ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν, συνελήφθη μία ὁμάδα χριστιανῶν. Ὁ Σεβαστιανός, προκειμένου νὰ τοὺς ἐμψυχώσει τὴν ὥρα ποὺ αὐτοὶ δικάζονταν, πρὸς γενικὴ κατάπληξη ὅλων δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανός. Ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὸν θάνατό του. Καὶ ὁ Σεβαστιανὸς δὲν ἄργησε νὰ πέσει κάτω, τρυπημένος στὸ στῆθος ἀπὸ βέλος. Τὸ σῶμα του παρέλαβε κάποια εὐσεβὴς χήρα, ἡ Λουκίνα. Διαπίστωσε ὅμως, ὅτι ἀνέπνε...

Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα οἱ Μάρτυρες 16 Απριλίου

  Οἱ Ἁγίες Ἀγάπη, Εἰρήνη καὶ Χιονὶα μαρτύρησαν ἐπὶ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) στὴ Θεσσαλονίκη, τὸ ἔτος 304 μ.Χ. Στὸ Συναξάρι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλη μιᾶς ἀδελφότητας νέων Χριστιανῶν μὲ πλούσια βιβλιοθήκη, κατέφυγαν ἀμέσως μετὰ τὴν ἔναρξη τοῦ διωγμοῦ σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸ Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία. Ἡ Ἀγάπη καὶ ἡ Χιονία, μετὰ ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ διοικητοῦ Δουλκιτίου, ρίχθηκαν στὴν πυρά. Ἡ Ἁγία Εἰρήνη κλείσθηκε σὲ πορνεῖο, ἀλλὰ κανένας δὲν τόλμησε νὰ τὴν ἐνοχλήσει. Ὁδηγήθηκε καὶ αὐτὴ στὸν διὰ πυρᾶς θάνατο. Τὰ ἱερὰ λείψανα ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ συνελέγησαν ἀπὸ εὐλαβεῖς Χριστιανοὺς καὶ ἐνταφιάσθηκαν δυτικὰ τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὰ τείχη. Ἐκεῖ ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν Θαυμάτων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἀναφέρεται ὡς τὸ «σεβάσμιον τέμενος» τῶν τριῶν Ἁγίων Μαρτύρων Χιονίας, Εἰρήνης καὶ Ἀγάπης. Πηγή  https://www.synaxarion.g...

Ὅσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ὁ ὑμνογράφος 7 Δεκεμβρίου

  Κατά τον ηγούμενο της ιεράς μονής Γρηγορίου αρχιμανδρίτη Γεώργιο, ο Γέροντας Γεράσιμος υπήρξε «μοναχός ταπεινός, βιαστής της βασιλείας των ουρανών, υπερορών σαρκός και των της σαρκός, προσευχητικός, πράος, γλυκύς, προσηνής, φιλόθεος και φιλάνθρωπος, διδακτικός, συγχωρητικός, ευκατάνυκτος, άγρυπνον έχων το όμμα της ψυχής, αυστηρός στον εαυτό του και συγκαταβατικός στους συνανθρώπους του». Γεννήθηκε στη Δρόβιανη της Β. Ηπείρου το 1903 μ.Χ. (και όχι το 1905 μ.Χ., όπως από λάθος είναι γραμμένο στα αρχεία) και το κοσμικό του όνομα ήταν Αναστάσιος - Αθανάσιος Γρέκας. Από τον πατέρα του, Ιωάννη, πήρε την αυστηρότητα προς τον εαυτό του και από τη μητέρα του, Αθηνά, τη βαθιά, άδολη και ανυπόκριτη θρησκευτική ευλάβεια. Σύχναζε στην εκκλησία του χωριού του και στα εξωκλήσια των βουνών. Είχε επίδοση στα γράμματα, γιατί ήταν ευφυής και είχε καλή μνήμη. Τη βασική του μόρφωση έλαβε στον Πειραιά και την Αθήνα, όπου γνώρισε και τον Άγιο Νεκτάριο Πενταπόλεως (βλέπε 9 Νοεμβρίου). Από τον Πειραιά έφ...